Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2016

ΑΞΕΤΙΜΗΤΟ
(CAL L.A. ΕΡΙΛΗ)

Όταν πεθαίνει μιας μικρής κοπέλας ο πατέρας
τη λύπη την αβάσταχτη εκείνης της ημέρας
ας την εμέτριαζε αυτή λίγο με το να μένει
με κάθε φίλο ή συγγενή για λίγο αγκαλιασμένη.

Έτσι και όταν πέθανε ο πατέρας ο καλός της
θα στέγνωνα απ’ τα δάκρυα τ’ ωραίο πρόσωπό της
και θα τη σφιχταγκάλιαζα. Εκείνη έτσι αγνούλα
της λύπης θα ενόμιζε την τόση μου τρεμούλα.

Αλλά εμένα μι’ άλληνε από τη δική της μέθη
θα μ’ έπαιρνε-για μένανε τα μαύρα μου τα πένθη
αντίθετα, θα λύνονταν. Ό,τι καιρό ποθούσα
τη μέρα αυτή-αλίμονο-ακέριο θα τρυγούσα:

γερτό στον κυρτωμένο μου ώμο της το κεφάλι
τόσο κοντά μου όλα της τα μυρωμένα κάλλη.
Και ας την είχε σπρώξει εκεί μονάχα μια ανημπόρια-
στην αγκαλιά μου ας ζήταγε μόνο την παρηγόρια.

Για μένανε δε θ' άλλαζε τίποτα. Και στον Άδη
Κρατώντας γι αξετίμητο τη μνήμη αυτή πετράδι
μ’ ακράτηγη θα φώναζα χαρά στο μαύρο χώμα:
"Τ’ αγκάλιασα!-Τ’ αγκάλιασα το λατρεμένο σώμα!"