Τρίτη, 26 Ιουλίου 2016

ΤΗ ΣΚΛΗΡΟΤΗ
(CAL L.A. ΕΡΙΛΗ)

Μέσα κι ανάμεσα σε δυο φωτολουσμένους λόφους
και κείνη μέσα στ' άφωτα-και κείνη μες στους ζόφους.
Mέσα κι ανάμεσα η καρδιά στα δυο της τα στηθάκια
κι ούτε το πάθος πήρε τους ούτε και τα μεράκια.

Καίγονται αυτά, λιγώνονται, παίζουν, γλυκά γελούνε
στους χτύπους της πασίχαρα-τρελά χοροπηδούνε
αλλά εκείνη αν και κοντά-και δίπλα τους βαλμένη
πάντοτε μένει αδειανή και πάντα παγωμένη.

Νιώθουν εκείνα. φλέγονται και τα δονούν οι πόθοι,
μα εκείνη μέσα-δίπλα τους και τίποτα δε νιώθει.
Α! Στα στηθάκια της τα δυο-στην καυτερή τους μέση
μία καρδιά ολόκρυα η φύση έχει δέσει.

Δεκάξι χρόνων συντροφιά καθόλου δε μετράει.
Ότι εκείνα είχαν κρατούν κι ότ’ είχε αυτή κρατάει.
Μόνο-και μη γνωρίζοντας ποιο την κατείχε πρώτη-
το ένα δώρο έκανε στο άλλο τη σκληρότη.