Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2016

ΔΕ ΘΑ ΞΑΝΑΡΘΩ ΝΑ ΣΕ ΔΩ

Δε θα ξανάρθω να σε δω
και ας το θέλω τόσο.
Την τελευταία εικόνα σου
δε θέλω να προδώσω.

Θέλω ως αυτήνε τη νυχτιά
σ’ είδα να σε κρατήσω
όταν στα χρόνια που θα ’ρθουν
γυρνάει η μνήμη πίσω.

Πάνω στον σκούρο καναπέ.
Πίσω μισογερμένη.
Σε κάμψη κνήμες και μηροί.
Γύρω τους κλειδωμένη

η ποθαγκάλη των χεριών.
Να διίστανται λιγάκι
οι θείες κνήμες, κι από κει
σα δροσερό ανθάκι

να ξεπροβάλει θριαμβικό
το τρυφερό σου αιδοίο
σπαργούν, αυθάδες, καυτερό
και σαν βελούδο λείο.
Και με καλούσε ως με καλεί
στη μνήμη μου και τώρα
να τ’ αλαφρώσω απ’ τα βαριά
κι ολάκριβά του δώρα.

Όχι! Δε θα ’ρθω να σε δω
και τ’ όνειρο να σβήσει-
η μνήμη ως κείνη τη βραδιά
σ’  είδα θα σε κρατήσει.