Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2016

Φώτη όλο λέω να σου γράψω και όλο βαριέμαι.  Η ζέστη με έχει σμπαραλιάσει.
Πες της Ζέτας να ετοιμάζεται για κάτου.
Η Γιωργία είναι πολύ άρρωστη. Αν μπορούσες να τη δεις θα της έκανες πολύ καλό.
Λίγα για τη Ν.: Δεν είναι χαριτωμένα επιπόλαιη όπως νόμιζες. Η κοπέλα χάνει. Για το ίδιο πράγμα άλλα λέει τη μια στιγμή άλλα την άλλη.  Και τα λέει πάντα σαν και τις δύο φορές να έχει δίκιο ή σαν να είναι ίδιο εκείνο που είπε πριν με εκείνο που λέει ύστερα. Και αυτό γίνεται όχι μια φορά κάθε μια ώρα αλλά κάθε στιγμή και για ότι λέει. Και αν ακόμα κάτι που θα πει δεν έχει κάτι αντίθετό του, θα βρει ένα αντίθετο να πει αυτή για να τηρήσει τον κανόνα που σου λέω.
Ο φίλος της, έλληνας αυτός, τα έχει παίξει μαζί της. Από ότι μου λέει αυτή η ίδια, τα ίδια παράπονα έχει κι αυτός από κείνη όπως κι εγώ. Τόσο που μου λέει πολλές φορές με το Βασίλη μιλάω εγώ τώρα ή με το Γιώργο; Και εγώ τη βλέπω κάθε βράδυ για μια βόλτα. Σκέψου αυτόν που την λούζεται περισσότερες ώρες-όσο κι αυτόν τον αφήνει η δουλειά του.
Η φράση που ακούω συχνότερα τα τελευταία χρόνια είναι «δεν έχω λεφτά». [αυτό και από τη Ν. αλλά και από τις Α. κα Νλ. (στα γράφω έτσι τα ονόματα για να μην τύχει και διαβάσουν αυτό το κείμενο)]
Η Ν. : «Γαμότο τελείωσε η κάρτα και δεν έχω λεφτά να πάρω άλλη-θέλω να φτιάξω τα νύχια μου και δεν έχω λεφτά-ήθελα να πάρω εκείνο το παντελόνι αλλά δεν έχω λεφτά- το μεροκάματό μου το δίνω στους γονείς μου (ψέματα) κι εγώ δεν έχω να πάρω μια μπλουζίτσα-έπεσε κάτω το τηλέφωνό μου και έγινε δέκα κομμάτια, με τι λεφτά να πάρω άλλο κλπ»
Η αντίδρασή μου είναι σιωπή σε όλα αυτά. Στο τέλος καταλήγει: μήπως έχεις ψιλά να πάρω ένα σάντουιτς; Τότε έχω λεφτά και τρώει το σάντουιτς.
Το ότι αργεί πάντοτε να ετοιμαστεί για να βγούμε, ισχύει για όλες τις γυναίκες βέβαια. «Σε πέντε λεπτά θα είμαι έτοιμη.» Τα πέντε λεπτά όμως γίνονται εικοσιπέντε. Εγώ έχω πάει μια βόλτα για να περάσει η ώρα. Γυρίζω και ακόμα εκείνη βρίσκεται στα πέντε λεπτά.
Εκείνα τα παπούτσια της πόσο δύσκολο είναι να φορεθούν! Γιατί πολλές φορές μου λέει τα παπούτσια μου να βάλω και έφτασα. Λέω κι εγώ, δύο πόδια έχει, όσο και να δυσκολευτεί της δίνω διορία πέντε λεφτά για το ένα πόδι και πέντε λεφτά για το άλλο. Μένα μου λες; Σε μισή ώρα είναι έτοιμη! Και όταν έρχεται: δεν άργησα, ε;
Λεφτά όπως σου είπα ζητάει, όμως καταλήγουμε και ικανοποιείται με κανένα δίευρο.
Και δεν ζητάει με την καρδιά της λες. Ή δεν τα θέλει πράγματι. Αλλά γιατί; θα πεις. Δεν ξέρω. Από συνήθεια; Επειδή απλά είναι θηλυκό;
Και όταν στις γαλαντομίες μου της δίνω κανένα δεκάρικο, έχω παρατηρήσει πως ύστερα το μετανιώνει που ζήτησε. Και αρχίζει να δικαιολογεί την αποδοχή του δεκάρικου από αυτήν με κάποια μεγάλη ανάγκη που είχε, και να με ρωτάει: μήπως δεν έχεις τώρα να περάσεις; Μήπως θέλεις να σου το δώσω πίσω; Και τέτοια. Πρόσεξε, όχι τα πουτανίστικα που κάνει συνήθως μια που θα ήτανε κοκότα. Τα λέει αληθινά. Το έχω δοκιμάσει -της είπα μια φορά ναι, αν θέλεις δος το  μου γιατί μου έλειψε πράγματι. Μου το έδωσε αμέσως και χωρίς άλλο κάτι.
Απόψε είχα πάει στη δουλειά της.
Μου είπε πως έχει μια άφθα στα χείλη της κάτω μέσα (μου θύμισε τη Ντόρα, όμως μόνο ως προς την πάθηση) και με ρώτησε τι να κάνει. Της ειίπα αυτό που λέει η Ιατρική: να βάλει σόδα. «Μήπως να βάλω καλλίτερα λίγη σκόνη ΟΜΟ;» Ό,τι και να της έλεγα, δεν θα την έπειθα ότι έχω δίκιο, ότι αυτό είναι το γιατρικό. Της είπα λοιπόν βάλε και ΟΜΟ. Και μπορεί να βάλει!
Αυτή είναι η Ν.
Της είπα να μου φέρει ένα μπουκαλάκι νερό. Μου έφερε, μαζί και την απόδειξη των 50 λεπτών. Της δίνω δίευρο και της λέω κράτα τα ρέστα. Δε θέλω δύο, θέλω δέκα ευρώ, μου λέει. Αφού δε θέλεις δος το μου πίσω, της είπα. Αμέσως μου το έδωσε.
Έτσι, πολύ απλά. Χωρίς αυτό να επηρεάσει καμία κατάσταση-συνεχίσαμε την κουβέντα που είχαμε πριν της ζητήσω το νερό.
Αυτή είναι η Ν.
Πάω να πάρω ένα σάντουιτς να φάω. Θέλεις κι εσύ; Της λέω. Ότι θέλεις, μου λέει. Το «ό,τι θέλεις» της Ν. σημαίνει ό,τι έχει βάλει αυτή στο μυαλό της. Δηλαδή ή ναι ή όχι. Της έφερα ένα κι αυτηνής. Ωραίο σάντουιτς από κατάστημα που σέβεται τον εαυτό του. Το βλέπει. «Κοίτα πόσο κίτρινο είναι το τυρί. Δεν μ’ αρέσει.» Το έβαλα στα πράγματά μου. Δεν πειράζει, της είπα, θα το φάω εγώ αύριο. Έμεινε νηστική.
Αυτή είναι η Ν.
Και ξέρεις κι εσύ ότι δεν έχει ούτε να πάρει ψωμί να φάει.
Το τελευταίο απόψε. Ενώ έκλεινε τη βαριά πόρτα του μαγαζιού,
χτύπησε στο μεγάλο δάχτυλο του δεξιού ποδιού. Το νύχι ολόκληρο αποκολλήθηκε και το αίμα ήταν πολύ. Η Ν. λιποθύμησε. Όταν τη συνέφερα πονούσε πολύ. Κλαίγοντας από τον πόνο (πρώτη φορά την είδα να κλαίει), έβαλε μια χαρτοπετσέτα επάνω και κάπως σταμάτησε η αιμορραγία.
Της εξήγησα με λεπτομέρειες τι πρέπει να κάνει όταν πάει στο σπίτι της. Είμαι σίγουρος ότι δεν θα κάνει τίποτε από αυτά και θα πονάει και θα κλαίει για μέρες.
Αυτή είναι η Ν.
Και τώρα τα ξέρεις όλα γι αυτήν; Όχι βέβαια. Έχει και άλλες… κρυφές πτυχές ο χαρακτήρας της. Περίπου κατάλαβες όμως χοντρικά τι εστί Ν., που την έβλεπες χωρίς να την έχεις γνωρίσει. Και σε παρόμοιο στυλ είναι κομμένοι και όσοι συγγενείς της έχω γνωρίσει: πατέρας, μητέρα, αδερφός, θείος, θεία, ανήψια. Είναι οικογενειακό τους το «χάσιμο».
Τα αμερικάνικα τσεκς δεν τα δέχονται πλέον οι ελληνικές Τράπεζες. Τους έδωσα τα στοιχεία να μου στέλνουν το τσεκ μου κατευθείαν στο λογαριασμό μου. Ελπίζω να το κάνουν. Αλλιώς θα σου αναθέσω το θέμα. Γεια.