Κυριακή, 31 Ιουλίου 2016

Φώτη μέρα σαν τη γαμημένη τη σημερινή να μην ξανάρθει.
Καλά σηκώθηκα και το μόνο καλό αυτό ήτανε σήμερα. Η γκόμενά μου που θα μαγείρευε να φάμε δεν ήρθε «γιατί έχουμε επισκέψεις». Κι εγώ μωρή τι θα φάω; Παίρνω το εστιατόριο έχουμε μπακαλιάρο μου λέει. Μου φέρνει, φεύγει. Δοκιμάζω λύσσα. Τον ξαναφέρνω δοκίμασε του λέω δοκιμάζει μου λέει έχετε δίκιο ευτυχώς που μας το είπατε για να μη δώσουμε και σε άλλον. Ναι ρε γαμιόλη του λέω να μου φέρνετε κάθε μέρα να δοκιμάζω τα σκατοφαγητά σας πριν τα δώσετε σε άλλους. Μας συγχωρείτε μου λέει, θα σας φέρουμε σουβλάκια στα κάρβουνα. Σε λίγο μου φέρνουν αντί τα σουβλάκια τα κάρβουνα. Δεν τρώγονταν με τίποτα, τα πέταξα. Ένα αρχίδι τώρα μου είχε ζητήσει δέκα φωτοαντίγραφα από μια του εργασία. Πάω να του τα βγάλω χαλάει ο εκτυπωτής μου και τα ήθελε και δυο όψεων το αρχίδι, που ποτέ μου δεν έχω καταφέρει να βγάλω. Δυο ώρες μου πήραν τα αντίγραφά της κολοεργασίας του. Οι χριστοσταυροπαναγίες που έριξα δεν περιγράφονται ούτε μετριούνται. Μια φορά το εξάμηνο ρίχνω κανα Χριστό. Σήμερα, το δίωρο αυτό, βλαστήμησα για πενήντα ζωές  με τον παραπάνω ρυθμό και μάλιστα φωνάζοντας δυνατά. Απέξω από την πόρτα μου, στο διάδρομο του ορόφου παίζανε το εγγονάκι του σπιτονοικοκύρη μου τεσσεράμισυ χρονών με την ξαδερφούλα του τριών. Όποτε άρχιζα τις χριστοσταυροπαναγίες σταματούσαν τα παιχνίδια τους κι αφουγκράζονταν. Καλλίτερα να μαθαίνουν τα παιδιά. Και μια ζέστα αφόρητη. Και η Νλ. που για τρία χρόνια με παίρνει ανελλιπώς κάθε μέρα τηλέφωνο, σήμερα είναι η δεύτερη μέρα που δεν με πήρε να τα έλεγα αυτηνής. Είχε πάει και μουνοβάραγε σε κάποια παραλία με μια φίλη της που ανέβηκε να τη δει. Αφάγωτος τώρα εκτός από κάτι λίγα ρεβίθια που βρήκα στο ψυγείο. Λέω ας πάω στο καφενείο. Πάω, στρώνομαι, με περποιούνται καλά εκεί γιατί είμαι ταχτικός, μια όρκα πουτάνα δίπλα μου κάπνζε το ένα μετά το άλλο. Σηκώνομαι πάω σε άλλο τραπεζάκι. Μια καριόλα ψολαρπάχτρα από την άλλη μεριά ανάβει κι αυτή. Άρχισα να βήχω, έφυγα. Πάω στον Κήπο να ανασάνω λίγον αέρα. Πουτανάκια με τους κόλους και τα βυζά έξω και από πίσω τους σαν σκυλάκια οι έφηβοι αερογαμιάδες τους. Τα κακόμοιρα και τα δυο που σε δέκα χρόνια θα εύχονται να μην είχαν γεννηθεί… Και κατά τις έντεκα να σου και με παίρνει η Ν. Λέει ο Βασίλης μου λέει να έρθουμε να φάμε; Τώρα του κάβλωσε του βασίλη της λέω; Ένα μήνα κάθε μέρα του λέμε να έρθει τώρα στις έντεκα νύχτα του ήρθε; Ώσπου ΄να ντυθείς, ώσπου να έρθετε,  θα αρχίσουμε να τρώμε στη μία. Τι να του πω μου λέει να του πεις να πάει να γαμηθεί της λέω.
Το μόνο καλό σήμερα που με ημέρεψε λιγάκι ήτανε που ενώ καθόμουν στον Κήπο, ένα κοριτσάκι που έφευγε με τον μπαμπά του στάθηκε και με κοίταξε. Θάταν δε θάταν  ενάμισυ δύο χρονών. Ξανθούλικο, ομορφούλικο, αγγελικό, ήρθε ρε Φώτη και στάθηκε μπροστά μου και με κοίταγε. Του κίνησα το χέρι μου σε χαιρετισμό, ο πατέρας του το πρότρεψε να μου κινήσει κι αυτό το χεράκι του, αυτό δεν το έκανε, χωρίς να σταματήσει όμως να με κοιτάζει γελώντας μου-αναίτια για εμάς τους μεγάλους, και αγγελικά. Ο πατέρας του προσπαθούσε να το πάρει να φύγουν, εκείνο τίποτα. Και όταν αυτός κατάφερνε να το τραβήξει μαζί του, και όταν έκαναν δύο βήματα, εκείνο σταματούσε ρε Φώτη, γύριζε προς εμένα και με κοιτούσε ίδια όπως σου είπα πριν. Αυτό έγινε πολλές φορές μιας και ο πατέρας του, καλός κύριος, δεν το τράβηξε με το ζόρι μακριά μου, για να μη το δυσαρεστήσει προφανώς. Και πάντοτε εγώ το χαιρετούσα και του ανταπόδινα το κοίταγμά του. Αυτό συνεχίστηκε ρε Φώτη για εφτά λεφτά τουλάχιστον. Και μα την αλήθεια σου λέω Φώτη, τελείωσε όλο αυτό επειδή εγώ λυπήθηκα τον πατέρα του που ο άνθρωπος έπρεπε να πάει κάποτε στο σπίτι τους και έπαψα να κοιτάζω προς το κοριτσάκι. Όσο κοίταζα με την άκρη του ματιού μου όμως, τον παίδεψε ακόμα το κοριτσάκι του σταματώντας και βλέποντας γελαστό προς εμένα. Δεν γύρισα να δω τι απόγινε. Φυσικά τι θα έγινε; Τέλος θα υπόκυψε το κοριτσάκι στη ροή των γεγονότων της συμπαντικής καθημερινότητας  και θα τράβηξε μαζί με τον πατέρα του για το σπίτι.
Αυτά με λίγα λόγια Φώτη σήμερα. Και ενώ μου συνέβαιναν όλα αυτά δεν λειτούργησε καθόλου η αρχή του καλώς έχειν. Να σκεφτώ δηλαδή ότι όλα αυτά είναι ένα αρνητικό τίποτα μπροστά στο γεγονός ότι και σήμερα ούτε με χτύπησε ένα αυτοκίνητο, ούτε ανακάλυψα πως πάσχω από κάποια καινούργια αρρώστια, ούτε πόνεσα κάπου, ούτε ζαλίστηκα, ούτε με πόνεσαν τα πόδια μου, ούτε… ούτε…
Έτσι είναι ο άνθρωπος φτιαγμένος, να διυλίζει τον κώνωπα του κακού, ενώ καταπίνει την κάμηλον του καλού. (και α-προπό, θα πεθάνω χωρίς να μάθω-γιατί κανείς δεν ξέρει σίγουρα- τι στο διάολο ήταν αυτή η κάμηλος)
ΤΑ ΓΚΡΕΜΙΣΜΕΝΑ

Έπιπλα δεν είχε το δωμάτιο
και όσο να πεις
ένα τραπέζι
απαραιτήτως χρειάζονταν.

Δε θα ’τρωγε καλά για λίγες μέρες
το κάπνισμα θα εμετρίαζε
το φως νωρίς θα το ’σβηνε
λίγο από δω-λίγο από κει
θα τα κατάφερνε στο τέλος.

Και όχι πολυτέλειες.
Δεν ήθελε
ξύλο καλό. Ούτε μορφή και στυλ θα εκοιτούσε.
Ένα απλό τραπέζι.
Λίγο γυαλιστερό μόνο στην επιφάνεια
και κάπως, όσο γίνονταν
τα πόδια του κομψά
(μπορεί να το ’ντυνε και με χαρτί.
Έτσι κι η φθήνεια του θα κρύβονταν
και τακτικός θα έλεγαν πως είναι).

Τώρα θα πεις:
μεγάλη ανάγκη ήταν το τραπέζι;
Ανάγκη όχι, μα είναι κάποια συντροφιά.
Ένα δωμάτιο άδειο άσχημα χτυπάει.
Πάλι
κάποιος μπορεί να ’ρχόταν
και την κατάντια του να δει δε θ’ ανεχόταν.
Και τέλος είναι κάτι όρθιο
μέσα σε τόσα γκρεμισμένα.
ΩΡΑΙΑ ΠΟΥΝ’ Η ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ ΓΕΜΑΤΗ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ!

Ωραία πουν’ η αγάπη μου γεμάτη καλοκαίρι!
Δεμάτι το κορμάκι της και δρέπανο το χέρι
κι ο λίβας της ανάσας της δε στέλνει κατά μένα
τα ολόχρυσα μαλλάκια της μα στάχυα μεστωμένα.

Τα ποδαράκια της γυμνά σαν κρίνα σε γλαστρούλες.
Τα μπράτσα ολαξεσκέπαστα να καίνε τις καρδούλες.
Κι ο κόρφος της-α! ο κόρφος της!-δυο φρέσκες θημωνίτσες
μ’ ακόμα εντός τους τις μικρές πρωινές δροσοσταλίτσες.

Το φουστανάκι μια κολλά στο σώμα και με λιώνει
μια πλαταγίζει και πετά, μια πέφτει και διπλώνει-
βρε αγεράκι πονηρό τι πρόφαση ήβρες πάλι
για να χαρείς της θερινής κοπέλας μου τα κάλλη…

Ωραία πουν' η αγάπη μου τώρα το καλοκαίρι!
Σαν σε μιαν έρμη εκκλησιά το μοναχό αγιοκέρι.
Σαν πεταλούδα, σαν ανθός, σαν νύφη στολισμένη.
Ωραία πουν’ η αγάπη μου στα θερινά ντυμένη!
ΑΦΟΥ ΔΕ Μ’ ΑΓΑΠΗΣΕ
(CAL L. A. ΕΡΙΛΗ)

Αφού δε μ’ αγάπησε δεν κρύβουν τα σύθαμπα
σκιές ούτε μίσους.
Αφού δε μ’ αγάπησε δεν είχαν τα Σύμπαντα
ποτέ παραδείσους.
Αφού δε μ’ αγάπησε τα πάντα είναι ψέματα-
και πώς ναν’ αλήθεια
αφού τα δικά μου ταιριάζαν χαϊδέματα
στα δυο της τα στήθια.

Αφού δε σφιχτόκλεισαν οι πάλλευκοι κύκλοι της
τους μαύρους μου κύκλους
αφού αποστερήθηκαν τα δύο τα χείλη της
του μόνου μου χείλους
αφού δεν αγκάλιασαν οι δυο τεθλασμένες της
τις δυο μου ευθείες
αφού με το στήθος μου οι λαιμοκαδένες της
δεν κάναν φιλίες…

Αφού δε μ’ αγάπησε ειν’ όνειρο η ζήση μου
σβησμένου ονείρου.
Ποτέ δεν ανάτειλα και είναι η δύση μου
ογκάνισμα χοίρου.
Δεν ζω-δεν αισθάνομαι-στης πλάσης της άπλαστης
τα πλάτη δεν κείμαι.
Στης ζωής τον παλμό-στο φως-στη λαχτάρα της
δεν έχω μερίδιο-δεν είμαι.

Σάββατο, 30 Ιουλίου 2016

  ΤΟ ΑΣΑΝΣΕΡ

Η πολυκατοικία μας θα βάλει ασανσέρ!
Ας πούμε σαν να γίνονταν, άγγλος κανένας, σερ.
Αλήθεια είν' εξέλιξη αυτό για μας μεγάλη
κι εκτός απ' όσα έχει καλά, και σε μπελά ας μας βάλει.

Μα ας δούμε πρώτα τα καλά κι ύστερα τους μπελάδες
Πρώτο καλό-θα νιώθουμε εφεξής σαν δερβισάδες
γιατί ενώ πριν βογκάγαμε τις σκάλες ανεβαίνοντας
πια τώρα θ’ ανεβαίνουμε μες στο ασανσέρ, χορεύοντας.
Ύστερα αν ν’ ανεβάσουμε κάτι βαρύ χρειάζεται
κανείς μας για το πράγμα αυτό σαν πρώτα δε θα νοιάζεται:
ένα κουμπάκι κυκλικό μονάχα θα πατάμε
κι άκοπα όσο θέλουμε βάρος θα κουβαλάμε
χωρίς η γλώσσα πήχες τρεις να βγαίνει από το στόμα μας
ή κίτρινο να νιώθουμε πως έγινε το χρώμα μας.
Και χάρις στο μικρό αυτό και μαγικό κουμπί
στων φρούτων μας τον μακριό κατάλογο θα μπει
κι ένα που όσο κι αν πολύ η τιμή που έχει τσούζει
αλλά στη ζέστα την πολλή δροσίζει-το καρπούζι.
Ύστερα λίγο υπέρβαρον αν έχουμε ένα φίλο
και με μεγάλον να μας δει καμιά φορά έρθει ζήλο
ο ζήλος δε θα του κοπεί σα δει τις τόσες σκάλες
γιατί για να τις ανεβεί μεθόδους θα ’χει άλλες.
Μία γυναίκα που έρχεται σ’ έναν ψηλά που μένει
δε θα φοβάται μη τη δουν στις σκάλες ν’ ανεβαίνει.
Κι όταν γυρνώντας σπίτι μας σακούλες κουβαλώντας
ιδούμε πως ξεχάσαμε κάτι, κουτρουβαλώντας,
δε θα ’χουμε να κάνουμε την ίδια την πορεία
βρίζοντας πλην απ’ τ’ άθεα μαζί ίσως και τα θεία...

Πολιτισμός! Με μηχανές ήρθε και η σειρά μας
ν’ ανεβοκατεβάζουμε πλέον τα όνειρα μας
και να τα πνίγουν του σπιτιού όχι μονάχα οι χώροι,
αλλά και οι μεταλλικοί που ’χει το αναβατόρι!
(Και μα τον άγιο Πρόδρομο που εκαρατομήθηκε,
τώρα που η βαρύτητα απ’ την τεχνική νικήθηκε,
διόλου δεν είναι απίθανο να πάρω και ψυγείο
έτσι που εκτός από άφθονο νερό, να ’χω και κρύο,
μιας και δεν θα ’χω πρόβλημα πώς θα το ανεβάσω.
Μπορεί και τηλεόραση ακόμα ν’ αγοράσω!)
Αλλά η λίστα των καλών το ασανσέρ που έχει
δεν έχει τέλος για ένανε που η φαντασιά του τρέχει.
Γι αυτό ας δούμε αν κάτι τι στραβό έχει η υπόθεση
όπως ας πούμε αι κλειναί Αθήναι έχουν το Λιόπεσι.
Να ένα που ’χει άσχημο για όσους ψηλά καθόμαστε:
θα πάψουμε ανεβαίνοντας σκάλες, να γυμναζόμαστε.
Άλλο: θα λείψει η χαρά, μετά από τόση κούραση
κάτι να νιώσουμε καλό-την άγια την ξεκούραση.
Αλλά κι οι ανεπιθύμητοι δε θα ’χουν να σκεφτόνται
τις σκάλες τις κουραστικές, και τσουπ! θα μας ερχόνται.
(ενώ οι επιθυμητοί, με σκάλες ή χωρίς
ούτε ότι υπάρχουμε θα ξέρουνε, εμείς.)
Και τέλος να! Αιτία μια από τις πολλές που έχουμε
να λέμε τέτοια που είναι πως, τη ζωή δεν την αντέχουμε,
θα πάψει να υφίσταται, και πια δε θα κλαιγόμαστε,
και ούτε πια τους δύστυχους πολύ θα καμωνόμαστε.
Μα κείνο που το ασανσέρ θα μας στερήσει σίγουρα
είν’ τα συναπαντήματα στις σκάλες τα παρήγορα,
που δείχνανε πως μόνος μας καθένας μας δε ζούσε,
αφού είτε θέλοντας ή μη, κάποιος θα μας μιλούσε.

Όμως ας πάψουμε τα υπέρ και τα κατά-ο κόσμος
πάει μπροστά κι αγρίως ας, ποδοπατιέται ο δυόσμος.
Έτσι τα πράγματα έχουνε, ή θέλουμε ή δε θέ ’με
Κι ένα μεγάλο ευχαριστώ αλήθεια όλοι λέμε
στον κύριο Παναγιώτη μας, που όμορφα φερόμενος,
και τη δική του μα και ημών την κούραση σκεπτόμενος,
στην πολυκατοικία του θα βάλει ασανσέρ.
Και όπως λέει κι ο επίτιμος, θα ήτανε ανφέρ
μπράβο να μη του λέγαμε για την απόφαση του
που εξυπηρετεί κι αυτόν, αλλά και μας μαζί του.
ΞΕΡΙΖΩΜΕΝΟΙ

Αρίζωτοι στη νέα κι απ’ την παλιά τους
πατρίδα ολοσχερώς ξεριζωμένοι
χαμένοι, με χαμένη τη χαρά τους
περνούν οι μετανάστες εις την ξένη.

Και κάνουν συγκεντρώσεις οι καημένοι
και λεν: «η αγαπημένη μας πατρίδα…»
Όμως πολύ δεν είναι αγαπημένη
κι όλο λιγότερο είναι πατρίδα.
ΤΟ ΣΑΛΙ ΣΟΥ ΕΙΝΑΙ ΖΩΝΤΑΝΟ.

Το σάλι σου είναι ζωντανό.
Κι ερχότανε κοντά μου.
Κι ας μου ερχόταν ορφανό
ζέσταινε την καρδιά μου.
Κάθε μου ’λεγε νιο μυστικό σου.
Μ’ αγαπούσε κι ας ήταν δικό σου.

Μου έλεγε ποιον αγαπάς
πότε είσαι λυπημένη
πού κάθε βράδυ θε να πας
και ποιος σε περιμένει.
Και μαζί του όταν συ είχες φύγει
της μονάξας μας δέρναν τα ρίγη.

Τώρα όμως έφυγε κι αυτό
και μόνος μου θα μείνω.
Μα ούτε σε σένα-τι κακό-
δεν έρχεται πια εκείνο:
έχει φύγει απ’ τους άσπρους σου ώμους
και μονάχο του παίρνει τους δρόμους.
ΣΑ ΝΑ ’ΧΑ
(CAL L.A. ΕΡΙΛΗ)

Ήρθε και μου ’πε: «πώς εσύ
νιώθεις μελαγχολία
με τέτoια μια ηλιοφάνεια
και μια φωτομαγεία;

Και πώς στη νύχτα συ να ζεις -
πώς σκότος σε διπλώνει
αφού η μέρα ξεκινά
κι η φύση ξανανιώνει;»

Τι να της έλεγα εγώ;
Πως κλείνω μες στα στήθια
καημό για την αγάπη της;
Λέγεται τέτοια αλήθεια;

Κάτι σιγομουρμούρισα
και από κει και πέρα
για να μη νιώσει φέρθηκα
κι εγώ σαν να ’χα μέρα.

Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2016

Φώτη, αν πας στη Γιωργία δος της κι αυτούς τους αποψινούς μου στίχους. Και αν συμφωνείς ταίριαξε όσα θα της πεις με το νόημα, αν έχει, αυτών των στίχων. Δεν έχει ασχοληθεί με λογοτεχνία καθόλου λόγω των περιστάσεων-έπρεπε να κρατήσει οικογένεια στα ξένα και εσύ ξέρεις πόσες θυσίες απαιτεί αυτό-, είναι όμως ευαισθητότατη σε αυτά. Και ξέρεις ότι κρίνω τους ανθρώπους όχι από το τι είναι, αλλά από το τι θα ήσαν αν οι συνθήκες της ζωής ήσαν διαφορετικές.

Γιωργία εζήσαμε κι εμείς.
Του ήλιου είδαμε το φως.
Μάθαμε τι θα πει ζωή,
θάλασσα, ουρανός.

Παιδιά μικρά επαίξαμε,
επέσαμε, ματώσαμε,
και  με μεγάλων, συντροφιά,
πολέμους μεγαλώσαμε.

Τ’ είναι χαρά εμάθαμε
στο λίγο που μας ήρθε
και τ’ είναι λύπη νιώσαμε
που πάντοτε μας είχε.

Άλλους ανθρώπους είδαμε
και τόσους άλλους τόπους.
Γνωρίσαμε κι ανάπαυσες
και βάσανα και κόπους.

Παράπονο δεν έχουμε.
Εζήσαμε κι εμείς.
Και όπως όλοι, κάποτε
αντί ακριβής τιμής,

τον τίτλο εκερδίσαμε
του γέρου ή της γριάς
(έτσι πια δε μας λέει καθείς
της γειτονιάς γαυριάς;)

Για να σωθούμε απ’ όποιανε
ανθρώπινη λεπίδα
δόρυ δεν εσηκώσαμε
παρά μονάχα ασπίδα.

Δεν επιδιώξαμε ποτέ
το ματωμένο χρήμα
σ’ ανθρώπων πάνω πτώματα
κάνοντας ούτε βήμα.

Δεν εζητήσαμε ποτέ
στην ταπεινή μας ζήση
άλλος κανείς, αδούλευτα,
Να ’ρθει να μας ταϊσει.

Μ’ αίμα και δάκρυ ότι έχουμε
το ’χουμε αποχτημένο.
Δεν εκαταδεχτήκαμε
χρήμα ούτε δανεισμένο.

Ήρθαν αρρώστιες. Γερατειά.
Καλώς τα μας και κείνα
είτε μας βρήκαν στο Νιου Γιορκ
είτε και στην Αθήνα.

Θα τα παλέψουμε κι αυτά
με θάρρος και γαλήνη
έτσι που όταν και για μας
θα έρθει η ώρα εκείνη,

απέναντί της όμορφοι
κι άφοβοι να σταθούμε.
Γιατί αν κάτι μάθαμε
πολύ καλά όσο ζούμε,

είναι πως ένας μοναχά
πορθμέας είναι κι ο Χάρος
για να μας πάει σε μια γη 
που δεν θα έχει βάρος

κι εμείς εκεί δε θα ’μαστε
κρέατα αιματωμένα
παρά αιθέρια πλάσματα
με όλα ταιριασμένα,

και θ’ απορούμε: τι όνειρο
ήταν κακό που είδαμε
σαν σ’ ένα μέρος ξενικό
για χρόνια εβρεθήκαμε…

Και θα γελάμε ανέμελα
με τα καμώματά μας,
που κάναν όταν ήμασταν
στη γη, τα σώματά μας.

Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2016

ΤΟ ΣΥΝΝΕΦΑΚΙ

-Σύννεφο συννεφάκι μικρούλι, λευκωπό
πώς βρέθηκες μονάχο στον γαλανό ουρανό
και πας με τ' αγεράκι που πνέει απαλό
και μια φτερά αγγέλου θυμίζεις, μια σταυρό;
Γωνιά καμιά δεν έχεις-σκιά για να σταθείς
ο ήλιος θα σε κάψει-θα σβήσεις-θα χαθείς.

-Αφού εν' αδέρφι βρήκα στης γης την απλωσιά
χαρά δε θέλω άλλη-δε θέλω άλλη δροσιά.
Και τόπο αν κανένα δε θα ’βρω να σταθώ
κι αν σβήσω κι αν διαλύσω, ποτέ δε θα χαθώ:
η έγνοια στη φωνή σου κι η ζέστα στη ματιά
παντοτινή μου ασπίδα στου χρόνου τα σπαθιά.
ΔΕ ΘΑ ΞΑΝΑΡΘΩ ΝΑ ΣΕ ΔΩ

Δε θα ξανάρθω να σε δω
και ας το θέλω τόσο.
Την τελευταία εικόνα σου
δε θέλω να προδώσω.

Θέλω ως αυτήνε τη νυχτιά
σ’ είδα να σε κρατήσω
όταν στα χρόνια που θα ’ρθουν
γυρνάει η μνήμη πίσω.

Πάνω στον σκούρο καναπέ.
Πίσω μισογερμένη.
Σε κάμψη κνήμες και μηροί.
Γύρω τους κλειδωμένη

η ποθαγκάλη των χεριών.
Να διίστανται λιγάκι
οι θείες κνήμες, κι από κει
σα δροσερό ανθάκι

να ξεπροβάλει θριαμβικό
το τρυφερό σου αιδοίο
σπαργούν, αυθάδες, καυτερό
και σαν βελούδο λείο.
Και με καλούσε ως με καλεί
στη μνήμη μου και τώρα
να τ’ αλαφρώσω απ’ τα βαριά
κι ολάκριβά του δώρα.

Όχι! Δε θα ’ρθω να σε δω
και τ’ όνειρο να σβήσει-
η μνήμη ως κείνη τη βραδιά
σ’  είδα θα σε κρατήσει.
ΑΞΕΤΙΜΗΤΟ
(CAL L.A. ΕΡΙΛΗ)

Όταν πεθαίνει μιας μικρής κοπέλας ο πατέρας
τη λύπη την αβάσταχτη εκείνης της ημέρας
ας την εμέτριαζε αυτή λίγο με το να μένει
με κάθε φίλο ή συγγενή για λίγο αγκαλιασμένη.

Έτσι και όταν πέθανε ο πατέρας ο καλός της
θα στέγνωνα απ’ τα δάκρυα τ’ ωραίο πρόσωπό της
και θα τη σφιχταγκάλιαζα. Εκείνη έτσι αγνούλα
της λύπης θα ενόμιζε την τόση μου τρεμούλα.

Αλλά εμένα μι’ άλληνε από τη δική της μέθη
θα μ’ έπαιρνε-για μένανε τα μαύρα μου τα πένθη
αντίθετα, θα λύνονταν. Ό,τι καιρό ποθούσα
τη μέρα αυτή-αλίμονο-ακέριο θα τρυγούσα:

γερτό στον κυρτωμένο μου ώμο της το κεφάλι
τόσο κοντά μου όλα της τα μυρωμένα κάλλη.
Και ας την είχε σπρώξει εκεί μονάχα μια ανημπόρια-
στην αγκαλιά μου ας ζήταγε μόνο την παρηγόρια.

Για μένανε δε θ' άλλαζε τίποτα. Και στον Άδη
Κρατώντας γι αξετίμητο τη μνήμη αυτή πετράδι
μ’ ακράτηγη θα φώναζα χαρά στο μαύρο χώμα:
"Τ’ αγκάλιασα!-Τ’ αγκάλιασα το λατρεμένο σώμα!"
Φώτη όλο λέω να σου γράψω και όλο βαριέμαι.  Η ζέστη με έχει σμπαραλιάσει.
Πες της Ζέτας να ετοιμάζεται για κάτου.
Η Γιωργία είναι πολύ άρρωστη. Αν μπορούσες να τη δεις θα της έκανες πολύ καλό.
Λίγα για τη Ν.: Δεν είναι χαριτωμένα επιπόλαιη όπως νόμιζες. Η κοπέλα χάνει. Για το ίδιο πράγμα άλλα λέει τη μια στιγμή άλλα την άλλη.  Και τα λέει πάντα σαν και τις δύο φορές να έχει δίκιο ή σαν να είναι ίδιο εκείνο που είπε πριν με εκείνο που λέει ύστερα. Και αυτό γίνεται όχι μια φορά κάθε μια ώρα αλλά κάθε στιγμή και για ότι λέει. Και αν ακόμα κάτι που θα πει δεν έχει κάτι αντίθετό του, θα βρει ένα αντίθετο να πει αυτή για να τηρήσει τον κανόνα που σου λέω.
Ο φίλος της, έλληνας αυτός, τα έχει παίξει μαζί της. Από ότι μου λέει αυτή η ίδια, τα ίδια παράπονα έχει κι αυτός από κείνη όπως κι εγώ. Τόσο που μου λέει πολλές φορές με το Βασίλη μιλάω εγώ τώρα ή με το Γιώργο; Και εγώ τη βλέπω κάθε βράδυ για μια βόλτα. Σκέψου αυτόν που την λούζεται περισσότερες ώρες-όσο κι αυτόν τον αφήνει η δουλειά του.
Η φράση που ακούω συχνότερα τα τελευταία χρόνια είναι «δεν έχω λεφτά». [αυτό και από τη Ν. αλλά και από τις Α. κα Νλ. (στα γράφω έτσι τα ονόματα για να μην τύχει και διαβάσουν αυτό το κείμενο)]
Η Ν. : «Γαμότο τελείωσε η κάρτα και δεν έχω λεφτά να πάρω άλλη-θέλω να φτιάξω τα νύχια μου και δεν έχω λεφτά-ήθελα να πάρω εκείνο το παντελόνι αλλά δεν έχω λεφτά- το μεροκάματό μου το δίνω στους γονείς μου (ψέματα) κι εγώ δεν έχω να πάρω μια μπλουζίτσα-έπεσε κάτω το τηλέφωνό μου και έγινε δέκα κομμάτια, με τι λεφτά να πάρω άλλο κλπ»
Η αντίδρασή μου είναι σιωπή σε όλα αυτά. Στο τέλος καταλήγει: μήπως έχεις ψιλά να πάρω ένα σάντουιτς; Τότε έχω λεφτά και τρώει το σάντουιτς.
Το ότι αργεί πάντοτε να ετοιμαστεί για να βγούμε, ισχύει για όλες τις γυναίκες βέβαια. «Σε πέντε λεπτά θα είμαι έτοιμη.» Τα πέντε λεπτά όμως γίνονται εικοσιπέντε. Εγώ έχω πάει μια βόλτα για να περάσει η ώρα. Γυρίζω και ακόμα εκείνη βρίσκεται στα πέντε λεπτά.
Εκείνα τα παπούτσια της πόσο δύσκολο είναι να φορεθούν! Γιατί πολλές φορές μου λέει τα παπούτσια μου να βάλω και έφτασα. Λέω κι εγώ, δύο πόδια έχει, όσο και να δυσκολευτεί της δίνω διορία πέντε λεφτά για το ένα πόδι και πέντε λεφτά για το άλλο. Μένα μου λες; Σε μισή ώρα είναι έτοιμη! Και όταν έρχεται: δεν άργησα, ε;
Λεφτά όπως σου είπα ζητάει, όμως καταλήγουμε και ικανοποιείται με κανένα δίευρο.
Και δεν ζητάει με την καρδιά της λες. Ή δεν τα θέλει πράγματι. Αλλά γιατί; θα πεις. Δεν ξέρω. Από συνήθεια; Επειδή απλά είναι θηλυκό;
Και όταν στις γαλαντομίες μου της δίνω κανένα δεκάρικο, έχω παρατηρήσει πως ύστερα το μετανιώνει που ζήτησε. Και αρχίζει να δικαιολογεί την αποδοχή του δεκάρικου από αυτήν με κάποια μεγάλη ανάγκη που είχε, και να με ρωτάει: μήπως δεν έχεις τώρα να περάσεις; Μήπως θέλεις να σου το δώσω πίσω; Και τέτοια. Πρόσεξε, όχι τα πουτανίστικα που κάνει συνήθως μια που θα ήτανε κοκότα. Τα λέει αληθινά. Το έχω δοκιμάσει -της είπα μια φορά ναι, αν θέλεις δος το  μου γιατί μου έλειψε πράγματι. Μου το έδωσε αμέσως και χωρίς άλλο κάτι.
Απόψε είχα πάει στη δουλειά της.
Μου είπε πως έχει μια άφθα στα χείλη της κάτω μέσα (μου θύμισε τη Ντόρα, όμως μόνο ως προς την πάθηση) και με ρώτησε τι να κάνει. Της ειίπα αυτό που λέει η Ιατρική: να βάλει σόδα. «Μήπως να βάλω καλλίτερα λίγη σκόνη ΟΜΟ;» Ό,τι και να της έλεγα, δεν θα την έπειθα ότι έχω δίκιο, ότι αυτό είναι το γιατρικό. Της είπα λοιπόν βάλε και ΟΜΟ. Και μπορεί να βάλει!
Αυτή είναι η Ν.
Της είπα να μου φέρει ένα μπουκαλάκι νερό. Μου έφερε, μαζί και την απόδειξη των 50 λεπτών. Της δίνω δίευρο και της λέω κράτα τα ρέστα. Δε θέλω δύο, θέλω δέκα ευρώ, μου λέει. Αφού δε θέλεις δος το μου πίσω, της είπα. Αμέσως μου το έδωσε.
Έτσι, πολύ απλά. Χωρίς αυτό να επηρεάσει καμία κατάσταση-συνεχίσαμε την κουβέντα που είχαμε πριν της ζητήσω το νερό.
Αυτή είναι η Ν.
Πάω να πάρω ένα σάντουιτς να φάω. Θέλεις κι εσύ; Της λέω. Ότι θέλεις, μου λέει. Το «ό,τι θέλεις» της Ν. σημαίνει ό,τι έχει βάλει αυτή στο μυαλό της. Δηλαδή ή ναι ή όχι. Της έφερα ένα κι αυτηνής. Ωραίο σάντουιτς από κατάστημα που σέβεται τον εαυτό του. Το βλέπει. «Κοίτα πόσο κίτρινο είναι το τυρί. Δεν μ’ αρέσει.» Το έβαλα στα πράγματά μου. Δεν πειράζει, της είπα, θα το φάω εγώ αύριο. Έμεινε νηστική.
Αυτή είναι η Ν.
Και ξέρεις κι εσύ ότι δεν έχει ούτε να πάρει ψωμί να φάει.
Το τελευταίο απόψε. Ενώ έκλεινε τη βαριά πόρτα του μαγαζιού,
χτύπησε στο μεγάλο δάχτυλο του δεξιού ποδιού. Το νύχι ολόκληρο αποκολλήθηκε και το αίμα ήταν πολύ. Η Ν. λιποθύμησε. Όταν τη συνέφερα πονούσε πολύ. Κλαίγοντας από τον πόνο (πρώτη φορά την είδα να κλαίει), έβαλε μια χαρτοπετσέτα επάνω και κάπως σταμάτησε η αιμορραγία.
Της εξήγησα με λεπτομέρειες τι πρέπει να κάνει όταν πάει στο σπίτι της. Είμαι σίγουρος ότι δεν θα κάνει τίποτε από αυτά και θα πονάει και θα κλαίει για μέρες.
Αυτή είναι η Ν.
Και τώρα τα ξέρεις όλα γι αυτήν; Όχι βέβαια. Έχει και άλλες… κρυφές πτυχές ο χαρακτήρας της. Περίπου κατάλαβες όμως χοντρικά τι εστί Ν., που την έβλεπες χωρίς να την έχεις γνωρίσει. Και σε παρόμοιο στυλ είναι κομμένοι και όσοι συγγενείς της έχω γνωρίσει: πατέρας, μητέρα, αδερφός, θείος, θεία, ανήψια. Είναι οικογενειακό τους το «χάσιμο».
Τα αμερικάνικα τσεκς δεν τα δέχονται πλέον οι ελληνικές Τράπεζες. Τους έδωσα τα στοιχεία να μου στέλνουν το τσεκ μου κατευθείαν στο λογαριασμό μου. Ελπίζω να το κάνουν. Αλλιώς θα σου αναθέσω το θέμα. Γεια.
ΝΑ ΤΑ ΦΥΛΑΤΕ


Όταν δείτε ένα κομμένο
άνθος κάτω πεταμένο
μη καλοί μου το πατήστε
κι ούτε κάτω να τ’ αφήστε.

Και τα δυο τα χέρια απλώστε
στοργικά να το σηκώστε
και να το χετε μαζί σας
σα χαρά και σα γιορτή σας.

Κι αν σας βρουν κακές ημέρες
κι αν η βάρκα βγει σε ξέρες
κι αν σας θλίβουν όλοι οι τόποι
κι αν σας διώχνουν οι ανθρώποι

τότε βγάλτε και μυρίστε
το λουλούδι-θ’ απορήστε
πώς λησμόνια και γαλήνη
ένα ανθάκι τόση δίνει.

Και οι πόνοι σας θα γιάνουν
και οι θλίψες θα μαράνουν
και θα γίνουν ευωχία
τ’ άσημά σας τα ψιχία.

Σημασία λίγη δώστε
κι ότι λέω φίλοι νιώστε:
τ’ άνθη μη-μην τα πετάτε-
στην ψυχή να τα φυλάτε.
(Του Γουσταύου Φλωμπέρ) 
ΠΕΝΗΝΤΑ ΔΥΟ ΣΦΑΙΡΕΣ ΔΕΧΤΗΚΕ

Πενήντα δύο σφαίρες δέχτηκε
και δεν τον πλήγωσε καμία.
Μα σ’ άλλου είδους φασαρία
ο γερο-αρκούδος τώρα μπλέχτηκε.

Μια μαχαιριά κάτω τον ξάπλωσε.
Κι αν τώρα ξέρω για τις σφαίρες
είναι επειδή στις δυο του χέρες
πάνω πεθαίνοντας τις άπλωσε.
ΑΛΛΟΙ

Εκείνοι που βαφτίζουνε ή γάμο έχουν κανένα
φτωχούς να βρούνε τίποτε τραγουδιστές κοιτάνε
κι από ’να ξεροκόμματο πετώντας στον καθένα
αυτοί όλη μέρα πίνουνε, χορεύουν και γλεντάνε.

Ένας φτωχός τραγουδιστής είμαι στο πανηγύρι
που στη γιορτή τους έστησαν τ’ ανείπωτά σου κάλλη.
Και σ’ ένα πιάτο ανάμεσα κι ένα αδειανό ποτήρι
ότι εγώ τραγούδησα θα το χαρούνε άλλοι.

Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2016

ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑ

Εκείνο το πρωί o κύριος Κορντέν, ο μοναδικός γιατρός της μικρής πόλης, ξύπνησε στις έξη παρά τέταρτο. Και ήξερε πως δε θα ξανακοιμόταν, γιατί το προηγούμενο βράδυ είχε πέσει για ύπνο νωρίς. Αλλά και για έναν ακόμα λόγο. Γιατί η σκέψη του πήγε αμέσως στο θέμα που εδώ και δυο εβδομάδες τώρα απασχολούσε τη μικρή πόλη στην οποία ζούσε. Και τέτοια θέματα τραβάνε σαν μαγνήτης .
Το θέμα ήτανε η δολοφονία του γέρο-Πέτρου.
Ο γέρο-Πέτρος, ένας εβδομηνταπεντάχρονος ανήμπορος γέρος, που έμενε με μια μακρινή ανεψιά του που τόνε φρόντιζε, βρέθηκε μια μέρα από αυτήν νεκρός, μ’ ένα μαχαίρι στο στήθος του.
Το σπίτι της Κάτιας, αυτό ήτανε το όνομα της ανεψιάς του γέρο-Πέτρου, ήτανε μόλις εκατό μέτρα από το δικό του, στον ίδιο απόκεντρο δρόμο, ένα δρόμο από κείνους τους δρόμους των επαρχιακών γαλλικών πόλεων που θα θεωρούνταν περιττή πολυτέλεια αν φωτίζονταν τις νύχτες.
Οι φήμες έλεγαν πως ο γέρος είχε πολλά λεφτά και πως αυτή ήταν η αιτία της δολοφονίας του, μιας και τα λεφτά δεν βρέθηκαν στο σπίτι του όπου ήταν γνωστό σε όλους ότι τα φύλαγε.

Στην κηδεία του πήγαν όλοι οι φίλοι και οι γνωστοί του, πολλοί δηλαδή άνθρωποι, που εκτός από τη λύπη τους για το θάνατό του, είχαν την ευκαιρία να κουτσομπολέψουν και λίγο σχετικά με τα πιθανά αίτια της δολοφονίας και τις λεπτομέρειες του φόνου.
Ο παπάς, αν και ο μακαρίτης δεν πατούσε στην εκκλησία παρά μόνο το Πάσχα και τα Χριστούγεννα, έκανε μια ολοκληρωμένη κηδεία, χωρίς να περάσει καμία ευχή αδιάβαστη και χωρίς να παραλείψει κανέναν μακαρισμό. Ίσως επειδή ήξερε ότι θα καλοπληρωνόταν από τα ανίψια του μακαρίτη. Γιατί η Κάτια είχε και έναν αδερφό, που ήταν ο δάσκαλος του μοναδικού σχολείου της πόλης, και που μάλιστα έχαιρε της άκρας εκτιμήσεως γονέων και μαθητών, αλλά και όλης της κοινωνίας της πόλης.
Ούτε όμως η καλή κηδεία δεν μπόρεσε να σιγάσει τις συζητήσεις που είχαν ανάψει σχετικά με τον φόνο, αντίθετα ο θόρυβος γι αυτόν συνέχιζε την τρελή κούρσα του ανάμεσα και μέσα στα σπίτια, στους δρόμους και στο καταστήματα της πόλης.
Γιατί η πόλη είχε αναστατωθεί και όλοι μόνο γι αυτό μιλούσαν. Όχι τόσο γιατί χάθηκε ένας γέρος έστω άνθρωπος, αλλά επειδή είχε δολοφονηθεί και επειδή ακόμα απόλυτο σκοτάδι κάλυπτε τις έρευνες για τον φόνο, κάτι που πυροδοτούσε πιθανότητες από τις πιο λογικοφανείς μέχρι τις πιο παράδοξες και ανυπόστατες.
Η αστυνομία, αν και η Κάτια ήταν υπεράνω κάθε υποψίας και αν και, όπως όλοι ήξεραν υπεραγαπούσε τον μακαρίτη, δεν παρέλειψε να ανακρίνει και αυτήν. «Για λόγους τυπικούς», όπως έγραψε και η μοναδική εφημερίδα της πόλης, γιατί κανενός η σκέψη δεν πήγε ούτε για μια στιγμή ότι η Κάτια θα μπορούσε να έχει την παραμικρή σχέση με τον φόνο.
Και το ίδιο ίσχυε και για τον αδερφό της και ανεψιό του γέρο-Πέτρου.
Τα ίδια θα έλεγε και ο κύριος  Κορντέν και για τους δυο τους αν τον ρωτούσε κανείς. Σαν ο μόνος γιατρός της πόλης, είχε γνωρίσει και τους δυο και τίποτε δεν είχε διαπιστώσει στους χαρακτήρες τους, που να μπορούσε να οδηγήσει τη σκέψη στην υποψία όχι μόνο διάπραξης φόνου, αλλά και οποιασδήποτε συμμετοχής τους σε κάτι τέτοιο.
Το μόνο που ήξερε καλά, ήτανε ότι η Κάτια, εκτός από σεμνή και υπεράνω πάσης υποψίας, ήτανε και πολύ όμορφη. Αυτά θα έλεγε, αν και το τελευταίο ίσως δεν ενδιέφερε την αστυνομία.

Μα εκτός αυτών που θα έλεγε αν τον ρωτούσαν για την ανεψιά και τον ανεψιό, η συμβολή του στην προσπάθεια εξιχνίασης του εγκλήματος από την αστυνομία επεκτάθηκε και στην ιατροδικαστική έκθεση που έκανε ύστερα από την νεκροψία στο πτώμα. Και όχι για να παινευτεί, όμως θα τολμούσε να πει πως ποτέ δεν είχε γίνει ακριβέστερη και πληρέστερη ιατροδικαστική έκθεση από εκείνην που έδωσε αυτός στην αστυνομία για την περίπτωση της εγκληματικής ενέργειας που στοίχισε τη ζωή στον καλό αυτόν γεράκο.
Η τοπική εφημερίδα πάλι δεν πρόσφερε καμιά καινούργια εκδοχή ή πιθανότητα, πέραν από εκείνες που κυκλοφορούσαν σαν φήμες από στόμα σε στόμα, όπως γίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις στις μικρές κοινωνίες. Μα και να είχαν πει κάτι του κυρ-Μαθιού, του εκδότη της εφημερίδας, πάλι δεν θα υπήρχαν πολλές πιθανότητες να το γράψει γιατί δεν θα το είχε ακούσει-ήτανε θεόκουφος ο κακομοίρης.
Λέγονταν δηλαδή πως ίσως κάποιος περαστικός από την πόλη να έμαθε για τα λεφτά και να έκανε το κακό φεύγοντας αμέσως μετά. Άλλοι μιλούσαν για κάποιους γύφτους που τελευταία είχαν εμφανιστεί στην περιοχή. Το κουτσομπολιό δεν άφησε απείραχτους ούτε τους γειτονικούς με το σπίτι του μακαρίτη εμπόρους. Ίσως κάποιος από αυτούς να έφυγε για λίγο από το μαγαζί, να πήγε μέχρι το σπίτι του γέρου, να έκανε το έγκλημα και σαν κύριος να ξαναγύρισε στη δουλειά του.

Επίσημα όμως η αστυνομία, η οποία είχε και τον κύριο λόγο στην υπόθεση, δεν είχε ανακοινώσει τίποτε. Ακόμα και οι αστυνομικοί που είχαν έρθει από την πρωτεύουσα για να βοηθήσουν στην διαλεύκανση της υπόθεσης , έφυγαν κι αυτοί χωρίς αποτέλεσμα, και η υπόθεση τελικά κατάληξε στο αρχείο.
Όλα αυτά περνούσαν από τη σκέψη του γιατρού Κορντέν όσο ακόμα μισοξυπνημένος καθόταν στην άκρη του κρεβατιού του.

Κοίταξε έξω.
Απόλυτο σκοτάδι ακόμα.
Ξαφνικά μια μεγάλη επιθυμία που ένιωσε, έκανε να αστράψει στο μυαλό του μια τρελή όσο και παράτολμη ιδέα.
Έβαλε γρήγορα τα ρούχα του και βγήκε. Έξω δεν ήταν κανένας, όπως άλλωστε ήτανε φυσικό μια τέτοια ώρα σ’ ένα τέτοιο μέρος μιας μικρής πόλης. Σκυλιά γαύγιζαν μακριά. Αργά περπατώντας, έτσι που αν παρ’ ελπίδα τύχαινε να τον έβλεπε κανείς, να σκέφτονταν πως βγήκε για μια μικρή πρωινή βόλτα, έφτασε ως έξω από το σπίτι του μακαρίτη γέρο-Πέτρου.
Η Κάτια έμενε πάλι τώρα στο σπίτι αυτό. Τις πρώτες μέρες μετά τη δολοφονία είχε πάει να μείνει στου αδερφού της, από γυναικείο φόβο να μείνει στο σπίτι εκείνο μόνη της, με την ανάσα του νεκρού ζεστή ακόμα μέσα εκεί. Μετά από λίγες μέρες όμως, ξαναπήγε και έκατσε στο σπίτι εκείνο, γιατί έπρεπε να γίνει μνημόσυνο κάποια μέρα κοντά, και αυτό έπρεπε να γίνει μόνο στο σπίτι του νεκρού και κάποιος έπρεπε να κάνει τις ετοιμασίες. Γυναίκες από τη γειτονιά ή γνωστές του πεθαμένου έκαναν συντροφιά τα βράδια στην Κάτια ώστε να έχει παρέα μέχρι να έρθει η ώρα του ύπνου.

Η καρδιά του χτύπησε δυνατά.
Κοίταξε δεξιά και αριστερά.
Κανείς.
Έσκυψε, πήρε ένα χαλίκι και το πέταξε στο τζάμι του μικρού παραθύρου του δωματίου όπου ξάπλωνε η Κάτια.
Δεν περίμενε πολύ.
Η πόρτα μισάνοιξε και το πρόσωπό της ανεψιάς του μακαρίτη γέρο-Πέτρου φάνηκε στο άνοιγμα, σαν ένα γλυκό φως που ο κύριος Κορντέν μόνον έβλεπε.
Πλησίασε και αγκάλιασε την Κάτια.
«Τρελός είσαι;» έκανε εκείνη.
«Δεν μπορούσα! Ήθελα πολύ να σε δω!.. Μου έχεις λείψει τόσο!..»
«Μη!..Φύγε!..Θα μας πάρει κανένα μάτι…» του είπε προσπαθώντας να ξεφύγει από την αγκαλιά του.
Τον έσπρωξε ήρεμα μα αποφασιστικά. Τότε μόνο, ακούγοντας τα λόγια της και νιώθοντας το σπρώξιμό της ο κύριος Κορντέν συνήλθε. Το χέρι του πήγε ασυναίσθητα και έστρωσε τα αχτένιστα μαλλιά του.
"Έλα στο ιατρείο να με δεις..."
"Ούτε αυτό γίνεται ακόμα-φύγε..."
"Σαν άρρωστή μου να έρθεις...»
«Κι αν το τολμούσα, ο πόθος μες στα μάτια μου όταν θα ’ρχομαι ή το αδειανό τους όταν φεύγω από κει, θα με προδώσουν σε όποιον με δει...» του είπε αυτή σχεδόν ψιθυριστά κοιτάζοντάς τον απελπισμένα. «Θέλεις λοιπόν να χαλάσουνε όλα; Πήγαινε αγάπη μου. Σε λίγες μέρες θα είμαστε μαζί για πάντα.»
«Έχεις δίκιο, δεν έπρεπε να έρθω. Πες μου όμως, όλα καλά;»
«Ναι. Κανείς δεν υποψιάζεται τίποτα. Ούτε που πάει το μυαλό κανενός σε μας. Έκανες την αίτηση;»
«Ναι, χτες έφυγε για το υπουργείο. Τους λέω πως πολύ
κάθισα εδώ και αν δε με μεταθέσουν θα παραιτηθώ.
Καταλαβαίνεις, είτε έτσι είτε αλλιώς σε λίγες μέρες
είμαι ελεύθερος να φύγω».
«Κι εγώ σε άλλες λίγες σε ακολουθώ. Φύγε όμως τώρα!
Πήγαινε!..»
Τη φίλησε βιαστικά:
«Θα έχω στρωμένο το καινούργιο σπίτι μας με τα λεφτά περιμένοντάς σε. Σ’ αγαπώ. Γεια σου.»
«Γεια σου!".
Η Κάτια έκλεισε σιγά την πόρτα στέλνοντάς του πρώτα ένα άηχο φιλί.
Ο κύριος Κορντέν γύρισε με το ίδιο αργό και αδιάφορο βήμα στο σπίτι του.
Σε λίγη ώρα θα ξημέρωνε μια καινούργια μέρα που θα
τον έφερνε ακόμα πιο κοντά στην ευτυχία.
ΕΓΝΩΡΙΣΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ


Εγνώρισα το θάνατο μέσα
στο ποδοβολητό των σπίνων του Ιουνίου.
Εγνώρισα το θάνατο
στις κρύες νύχτες του χειμώνα
και στις ζεστές μέσα νύχτες του καλοκαιριού.
Εγνώρισα το θάνατο
μέσα στα πράσινα φύτρα των πρώτων σκίνων
μέσα στα μάτια πληγωμένου ελαφιού
μέσα σε καλοκαίρια ολόκληρα βουτηγμένα σε άσκοπον ιδρώτα.
Μέσα σε νερά γαλήνια, νύχτα ανάστερη
το σοβαρό και αμέτοχο πρόσωπό του μου γελούσε.

Εγνώρισα το θάνατο
στα επιφωνήματα των άστρων όταν πέφτουν,
στο κρυφομίλημα παρθένων,
στο γέλιο των πορνών.
Κατω από λέξεις χωματένιες
βαριές ακόμα από σίδερο και ιλύν
εγνώρισα το θάνατο.

Εγνώρισα το θάνατο
μέσα στου πέπλου της σιωπής τις παχιές δίπλες.
Μέσα στην άτολμη οργή και την αμηχανία.
Μέσα στην πλήρη επάρσεως άρνηση
και στην τυφλή μέσα κατάφαση και την υπακοή.

Εγνώρισα το θάνατο
μέσα στων αηδονιών το γλυκολάλημα
μες στην καρδιά και μέσα μέσα
στις έλικες τις ευφυείς του εγκεφάλου.
Μέσα κι ανάμεσα σε δυο κορμιά αγκαλιασμένα
εγνώρισα το θάνατο.

Εγνώρισα το θάνατο μέσα στο μέγα άδειο
της ώρας που ο ύπνος του μεσημεριού χωρίζει από το σώμα.

Μες στων παιδιών το βύζαγμα-στο δέσιμο χειλιών και ρόγας
εγνώρισα το θάνατο.
ΌΠΩΣ ΜΕ ΜΙΑ ΜΟΝΑΧΑ ΓΕΝΝΗΣΗ

Όπως με μια μονάχα γέννηση
γεννάει πολύδυμα μια μήτρα,
από μεγάλη λεν μια έκρηξη
δημιουργήθηκε το σύμπαν.

Και με τεράστιες λεν, ταχύτητες,
απομακρύνονται αλλήλων
αστέρες νάνοι, αστέρες γίγαντες
και τα συστήματα των ήλιων.

Και στη ζωή τα ίδια γίνονται. 
Μετά τη γέννα τους καθένα
τ' αδέρφια όλο απομακρύνονται
ώσπου μια μέρα να ’ναι ξένα.
ΝΑ ΞΕΡΕΙΣ
(CAL L.A. ΕΡΙΛΗ)

Από τον πόνο το βαθύ
κι απ’ τα πολλά σου πάθη
τ’ άθλιο κορμί μου θα χαθεί
για τη δική σου αγάπη.

Όμως τα λόγια σου καλά
θα πρέπει να προσέχεις
όταν να με ’δεις για φορά
στερνή στον τάφο μου έρθεις.

Μετάνοιας λέξεις μην εβγούν
απ’ τα γλυκά σου χείλη-
μη να γυρίσω μου ζητάν
απ’ όπου μ’ έχουν στείλει.

Μην τώρα πεις ότι πονάς
και θέλεις να ’ρθω πίσω
γιατί σα δω πως με ζητάς,
να ξέρεις: θ’ αναστήσω.

Τρίτη, 26 Ιουλίου 2016

ΞΑΝΑ


Είχε δυο χρόνια να τη δει.
Είχε δυο χρόνια να τον δει.

Τυχαία συναντήθηκαν.

Εκείνη κάποιον άλλον εσυνόδευε.
Εκείνος κάποιαν άλλη κουβαλούσε.

Στη μνήμη των οι νύκτες ήλθαν
οι ατελείωτες
που πέρασαν μαζί
αναλλοίωτες.

Τους διώξαν και τους δυο το ίδιο βράδυ
κι ενώθηκαν ξανά το ίδιο βράδυ.
The superintendent: each theater excellancy, is built for one play and one play only.
(The Blind, Maeterlinck)

ΚΑΘΕ ΔΕΝΤΡΙ ΓΙΑ ΕΝΑ ΕΙΝ' ΑΝΘΟΣ.

Κάθε δεντρί για ένα ειν' άνθος.
Κάθε κορμί για μια φωτιά.
Κάθε ψυχή για ένα πάθος.
Για έναν μόνον η πρωτιά.

Για στόλισμα ένα η γιρλάντα
για ένα αγρίμι η μονιά
για έναν Δόγη η Ινφάντα
για ένα λεφτό η νια χρονιά.

Γι ένα σύννεφο το δείλι
για ένα δάκρυο η αυγή
για ένα φίλημα τα χείλη
για ένα αντίο το πρωί.
ΤΗ ΣΚΛΗΡΟΤΗ
(CAL L.A. ΕΡΙΛΗ)

Μέσα κι ανάμεσα σε δυο φωτολουσμένους λόφους
και κείνη μέσα στ' άφωτα-και κείνη μες στους ζόφους.
Mέσα κι ανάμεσα η καρδιά στα δυο της τα στηθάκια
κι ούτε το πάθος πήρε τους ούτε και τα μεράκια.

Καίγονται αυτά, λιγώνονται, παίζουν, γλυκά γελούνε
στους χτύπους της πασίχαρα-τρελά χοροπηδούνε
αλλά εκείνη αν και κοντά-και δίπλα τους βαλμένη
πάντοτε μένει αδειανή και πάντα παγωμένη.

Νιώθουν εκείνα. φλέγονται και τα δονούν οι πόθοι,
μα εκείνη μέσα-δίπλα τους και τίποτα δε νιώθει.
Α! Στα στηθάκια της τα δυο-στην καυτερή τους μέση
μία καρδιά ολόκρυα η φύση έχει δέσει.

Δεκάξι χρόνων συντροφιά καθόλου δε μετράει.
Ότι εκείνα είχαν κρατούν κι ότ’ είχε αυτή κρατάει.
Μόνο-και μη γνωρίζοντας ποιο την κατείχε πρώτη-
το ένα δώρο έκανε στο άλλο τη σκληρότη.

Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2016

ΒΥΖΑΝΤΙΟ 1439

"Πόσο μας κούρασαν κι αυτοί οι Λατίνοι..
Για να μας δώσουνε λίγη βοήθεια
ζητούσαν να ξεχάσουμε την πίστη μας.
Καθόλου δεν τους άγγιξε η λαμπρότητα κι ο όγκος
της αντιπροσωπείας μας: εφτακόσοι! Ό,τι καλλίτερο
το πνεύμα κι η εξουσία μας είχε να δείξει.
Και επικεφαλής ο βασιλιάς μας!

Τίποτα αυτοί. Ανυποχώρητοι.

Εμείς από την άλλη τι να κάναμε;
Πώς να φυλάξουμε ορθή την πίστη
με τον Μουράτ απέξω από την Πόλη;

Δυο χρόνια κράτησαν οι συζητήσεις.
Και συσκεφτόμασταν... και συσκεφτόμασταν…
(κουράστηκα στο τέλος).

Και φύγαμε ατιμασμένοι απ’ τη Φερράρα-
υποχωρήσαμε στο σπουδαιότερο:
δεχτήκαμε πως "εκ" σημαίνει "δια".
Πώς χάρηκαν οι βρωμεροί που μας ταπείνωσαν…

Όμως στην Πόλη σαν ξαναβρεθήκαμε,
μες στις εικόνες μας και στα λιβάνια
κι όταν βυθίσαμε στους ύμνους πάλι
και στα τροπάρια της Ορθοδοξίας μας
αλλάξαμε απόφαση αμέσως:
έτσι κι αλλιώς θα χάνονταν η Πόλη:
καλλίτεροι οι Τούρκοι απ’τους παλιο-Λατίνους".
ΑΘΡΟΙΣΜΑ ΣΑΡΚΩΝ ΚΑΙ ΟΣΤΕΩΝ ΕΙΜΑΙ

Άθροισμα σαρκών και οστέων είμαι
δίχως τίποτε πάνω τους να τραβάει το μάτι.
Προεξοχές ανώμαλες που απωθούνε
εντυπώματα ανάρμοστα που ασχημαίνουν.

Ξένος προς ότι θυμίζει καλαισθησία
γέννημα και λεία ζοφερής ώρας
μέλη δυσανάλογα προς ότι αρέσει,
κορμί δυσανάλογο προς ότι ελπίζει.

Κόσμημα τέλειο ενός άλλου κόσμου
φλάμπουρο ανίκητο άλλης ιδέας
ελπίδες και πάθη όπου δεν πρέπει 
ερείσματα όπου θέση δεν έχουν.

Μόνη μου ελπίδα εδώ που στέκω
ξένες-βάρβαρες λέξεις εγώ ν’ αρθρώσω,
κάτοχος να γίνω της εντόπιας αξίας
και, σαν άλλος εγώ, να σ’ αγοράσω.
ΤΗ ΦΩΝΗ ΣΟΥ
(CAL L.A. ΕΡΙΛΗ)

Όταν μου στέκεις σταυροπόδι
σαν ανοιγμένο μοιάζεις ρόδι.
οι όμορφές σου γάμπες οι ίσες
κορφούλες μοιάζουνε καμπίσες.

Τη φούστα σου κατέβασέ τη-
κάτω απ το γόνα τράβηξέ τη
μοσχάτο εσύ γαρίφαλό μου
το θέλω ακόμα το μυαλό μου.

Μπροστά μου όταν σεργιανίζεις
μη σαν πουλάκι πεταρίζεις
μην περπατάς σαν να χορεύεις
μη το κορμί μου το παιδεύεις.

Και με τα μαύρα σου ματάκια
μη-μη με κάνεις κομματάκια-
μη με κοιτάς με τόση γλύκα
ποθόπλαστή μου πιτσιρίκα.

Μα πιο πολύ παρακαλώ σε
το μαρτύριό μου λίγο νιώσε
και όταν βρίσκομαι μαζί σου
μη μου τσακίζεις τη φωνή σου.

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2016

ΟΙ ΦΙΛΟΙ

"Τους φίλους τους μικρούς θα παραιτήσω
και συντροφιές μεγάλες θα ’βρω-
στο νουν και στην ευγένειαν και στα ήθη-
κι εις το εξής μ’ ομοίους μου και μόνο θα μιλώ".
Έτσι σκεπτόταν, έτσι επάσκιζε
έτσι του ’πρεπε πραγματικά.

Μα όταν έφθανε της μοναξιάς το χάος
εις φίλους έτρεχε μικρούς να το πληρώσουν.
Και τα κοινότατα άρχιζαν-
οι γυναίκες
τα χαρτιά.

Αυτούς τους φίλους τότε τους ευγνωμονούσε.
Καλά που βρίσκονταν κι αυτοί-
στις τέτοιες του στιγμές
ποιος θα τον δέχονταν
μεγάλος…
THE RABBLE… “LAERTES KING!...”
(Σαίξπηρ, Άμλετ)

The rabble… “Laertes King!...”

Μπορεί ένας δίκαιος βασιλιάς τη ζωή του ν’ αναλώσει
στην ευτυχία των πιστών, καθώς θαρρεί, υπηκόων, 
όμως κι εκείνος κάποτε το σώμα του θα νιώσει
φίδια να σφίγγουνε γερά, σαν άλλος Λαοκόων.

Ακόμα κι αν στη χώρα του όλοι θα ευτυχούνε
πάντα απ’ αυτόνε το λαό θα βγει ένας εθνεγέρτης
κι οι άδικοι αλαλαγμοί στον αέρα θ’ αντηχούνε:
"Λαέρτης! Λαέρτης βασιλιάς! Για βασιλιάς Λαέρτης!..."
ΤΟΣΑ ΧΑΔΙΑ
(CAL L.A. ΕΡΙΛΗ)

Το σώμα της γλιστράει στο φουστάνι;..
Το φουστανάκι της πάνω στο σώμα;..
Κι εκείνο έτσι ρόδινη την κάνει
ή αυτή το τέτοιο ροζ του δίνει χρώμα;

Κινείται κι ερωτεύεται μαζί της.
Ανάλαφρα το σώμα της χαϊδεύει.
Στήθη, κοιλίτσα της, γοφοί, μηροί της
παιδεύουν το κι εκείνο τα παιδεύει.

Και άλλοτε την καίει και τη φλογίζει
κι άλλοτε σαν νεράκι αργοκυλάει.
Και πάλι η απορία με ζαλίζει:
αυτή είναι ή εκείνο που μιλάει;

Α! ποια της το εκέντησε νεράιδα
κι έτσι το σώμα της αιθέρια ντύνει
που μέσα του φτερώνουν τόσα χάδια
και τόσα εκεί φωλιάζουν πόθων σμήνη;

Α! Δυάδα μαγική! Φόρεμα! Σώμα!
Α! Που όταν μες στα χέρια μου σας κλείσω
όπως και τώρα δα και τότε ακόμα
τι πρώτο δεν θα ξέρω να φιλήσω.
ΜΠΑΣΚΑΛ

Σήμερα η Μπασκάλ γιορτάζει.

Να σας γνωρίσω όμως τη Μπασκάλ.
Η Μπασκάλ είναι χώρα νοτιοβαλκανική.
Την ονομασία της την έχει πάρει από τα αρχικά γράμματα των λέξεων μπάτε σκύλοι αλέστε.
Και είναι όνομα και πράμα. Όποιες σκυλοπαρέες καταφέρουν και μπούνε στο μύλο, αλέθουν όπως ακριβώς αναφέρει και η συνέχεια της παροιμίας: χωρίς να δίνουν αλεστικά.
Η μεταπολεμική ιστορία της Μπασκάλ έχει να δείξει πολλές σκυλοπαρέες που μετά από έναν σκυλοκαυγά διαδέχεται η μία την άλλη στο μακέλεμα του μύλου της.
Η κάθε φορά νικημένη σκυλοπαρέα κάθεται για λίγο στην πάντα ώσπου σκυλοβαριέται και αρχίζει πάλι την σκυλοπροσπάθεια για αυτό που μόνο ξέρει να κάνει-το απλήρωτο μπασκάλεμα του μύλου.
Το παραδοσιακό μπασκαλικό σκυλολόι που άλεθε για δεκαετίες στη Μπασκάλ ήτανε το δεξιό σκυλολόι.
Το 1967 ήρθε το φασιστικό σκυλολόι, μια δυναμικότερη μερίδα του δεξιού σκυλολογιού που κατάφερε να αυτονομηθεί και να επικρατήσει.
Το 1981 ήρθε το αυτοαποκαλούμενο σοσιαλιστικό σκυλολόι.
Ακολούθησε μια εναλλαγή των δεξιών με τα αυτοαποκαλούμενα σοσιαλιστικά σκυλολόγια.
Σήμερα στη Μπασκάλ αλέθει το αυτοαποκαλούμενο αριστερό σκυλολόι.
Όλα τα σκυλιά της Μπασκάλ σκυλοτρώγονται και σκυλοβρίζονται μεταξύ τους στους αγώνες τους για την κατοχή του μύλου, τόσο που η χώρα είναι συνέχεια αναστατωμένη από αυτούς.
Και δεν ανήκουν σε ένα είδος σκυλιών τα σκυλιά που λυμαίνονται τη Μπασκάλ. Μετέχουν στους αγώνες και σκυλοπαλεύουν αναμεταξύ τους ό,τι είδους σκυλιά βάλει ο νους σου: αγριόσκυλα, καραβόσκυλα, κοπρόσκυλα, κυνηγόσκυλα, λυκόσκυλα, μαντρόσκυλα.
Καθώς ανάφερα στην αρχή, σήμερα η Μπασκάλ γιορτάζει.
Γιορτάζει τη Μετασκυλίτευση.
Μετασκυλίτευση ονόμασε την περίοδο της νεότερης ιστορίας της, μετά την ήττα του φασιστικού σκυλολογιού το 1974.
Η περίοδος στην οποία εντάσσεται η Μετσκυλίτευση, αναφέρεται στην μπασκαλική ιστοριογραφία σαν Τρίτη Μπασκαλική Σκυλοκρατία.

Σάββατο, 23 Ιουλίου 2016

Φώτη είμαι στο καφενείο με τον άγγελο-σερβιτόρα που δεν ξέρω το όνομά της να την πω.
Μου έφερε τον καφέ.
Πάνω σε κάθε τραπέζι υπάρχει ένα ψεύτικο κλαρί ανθισμένο, μέσα σε ένα ψεύτικο γλαστράκι. Τη ρωτάω: ροδακινιά είναι αυτό; Το κοιτάζει, σκέφτεται, μουρμούρισε τριαντάφυλλο, της είπα ό,τι και να είναι είναι ωραίο.
Γιατί στα γράφω όλα αυτά.
Γιατί είμαι ερωτευμένος με αυτήν.
Αυτό θέλει ερμηνεία.
Είμαι ερωτευμένος για μένα σημαίνει ότι ζω γιατί αυτή υπάρχει. Της λέω χαίρετε όταν πηγαίνω και όταν φεύγω, είναι ευγενική μαζί μου, χαμογελάει όταν μου απευθύνει τα λόγια που σου είπα παραπάνω. Κι αν όλα αυτά τα κάνουν όλες οι σερβιτόρες, μα με αυτήν είμαι ερωτευμένος!!! Το γιατί βρέστο εσύ να πάρεις και το Νόμπελ.
 Λόγω αυτής σήμερα  ζω.
Γι αυτήν και μόνο.
Όλα τα άλλα μου λένε τι θέλεις πια από τη ζωή; Φύγε! Χάσου! Πέθανε!
Ο έρωτάς μου γι αυτήν παίρνει τη φωνή από όλα τα άλλα και με τη δύναμή τους γιγαντώνει τη δική του φωνή που μου λέει: Ζήσε γιατί την αγαπάς!
Πόσο θα κρατήσει αν ρωτήσεις, ποιος ξέρει, θα σου πω.
Όσο όμως κρατήσει θα κρατιέμαι κι εγώ στη ζωή.
Και είναι ένας έρωτας τόσο μεγάλος όσο και πολύ εύθραυστος.
Τρέμω μην προκαλέσω κάτι που όλα θα τα γκρεμίσει.
Θα ήθελα να μη την ξανάβλεπα και να ζω πάντα όσο ερωτευμένος είμαι σήμερα. Μα πώς; Ποιος ερωτευμένος αντέχει να μη βλέπει την αγαπημένη του; Έτσι, όσον αφορά σε μένα και θα τη βλέπω και θα τήνε χαιρετάω.
Τρέμω μη κάποια φορά δεν μου ανταποδώσει τον χαιρετισμό μου ή δεν μου χαμογελάσει μιλώντας μου. Όσο και αν κάτι τέτοιο θα δικαιολογείται από την πολλή δουλειά που θα έχει το καφενείο εκείνη την ώρα, για μένα όλα θα γκρεμιστούν. Οι άγγελοι δεν εξαρτούν το χαμόγελό τους από τη δουλειά. Γι αυτό και τότε πάει ο έρωτάς μου στο νεκροταφείο των ερώτων. Και εγώ στο νεκροταφείο των ανθρώπων. Γιατί τι αξιζει άλλο για κάποιον που ζει μόνο γιατί η γυναίκα που αγαπάει του μιλάει και του χαμογελάει;
Όμως κάτι τέτοιο-να γκρεμιστούν όλα- δεν θα γίνει. Γιατί μ’ αγαπάει κι αυτή, μόνο που διστάζει να μου το πει. Όχι, δεν παραλογίζομαι, είναι κι αυτή ερωτευμένη μαζί μου. Και εσύ που με ξέρεις, ξέρεις ότι δεν πέφτω έξω σε τέτοια.
Δεν είμαι μόνος πια. Αγαπώ και αγαπιέμαι. Δεν είμαι ο χωρίς σπίτι, ο χωρίς οικογένεια, ο χωρίς φίλους, ο χωρίς υπόσταση.
Πηγαίνοντας για καφέ είναι όπως γυρίζω στο σπίτι μου. Και η γυναίκα μου μου φέρνει τον καφέ.
Είμαι.
Υπάρχω.
Και τι γυναίκα; Είκοσι χρόνων, πανέμορφη, πάντοτε περιποιημένη, σεμνή, αισθαντική, σοβαρή, ευγενική, γλυκά χαμογελαστή,..μα τι κάνω; Προσπαθώ να περιγράψω το απερίγραπτο, να ορίσω το τέλειο… Ο χαζός εγώ.
Τώρα που γράφω βγήκε και στάθηκε στην πόρτα του καφενείου, όπως κάνουν οι υπάλληλοι όταν δεν υπάρχει πολλή δουλειά. Εγώ πριν βγει κοιτούσα προς τα εκεί. Όταν βγήκε πήρα τα μάτια μου από εκεί. Ποιος ξέρει τι θα έβλεπα στα δικά της… 
Εύχομαι να μην είναι εδώ όταν θα έρχομαι. Έτσι εγώ θα μείνω με τις σημερινές μου σκέψεις κι ο έρωτάς μου γι αυτήν και ο δικός της για μένα θα μείνουν για πάντα στην ώρα αυτή, την ευτυχισμένη και για τους δυο μας. Κι αν λείπει συνεχώς όταν εγώ πηγαίνω εκεί και δεν θα ξέρω το γιατί, γιατί και δεν θα μπορώ να ρωτήσω κανέναν να μου το πει, μα θα σκαρφιστώ κάτι για να εξηγήσω την απουσία της, κάτι ανώδυνο. Τέτοιο που να είναι ανεξάρτητο από τη θέλησή της να βρίσκεται έστω για λίγο κι αυτή κοντά μου.
ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ

Και πια δεν ξέρουν τι να κάνουν
και τι τεχνάσματα να επινοήσουν
και κάνουνε τα ίδια και τα ίδια κάθε μέρα
λιγάκι μόνο αλλάζοντας κάθε φορά
τις λέξεις, τις κινήσεις, τις εκφράσεις.

Οι άλλοι πάλι χειροκροτούν
σαν να ’τανε το θέαμα κάτι νέο.
Και παν και ξαναπάνε και το βλέπουν
και γράφουν κριτικές επωφελείς,
και παν και ξαναπάνε και το βλέπουν
κι εκφράζουν "ανυπόκριτον χαράν"
και λεν: "αυτή
ήτο μια νέα ερμηνεία τω όντι"
και το επαινούν και το αινούν και το θαυμάζουν
γιατί τι άλλο να ’καναν
και πώς να πούνε
πως όλ’ αυτά είναι μιαν άρνηση κι ένα κενό
που τότε το κενό θα ’παιρνε εκδίκηση
αποκαλύπτοντας αυτοστιγμεί
πως ούτε η Τέχνη είναι καταφύγιο.
ΑΥΤΟ ΠΟΥ Η ΑΙΣΘΗΣΗ ΜΟΝΟ ΚΡΑΤΕΙ

Αυτό που η αίσθηση μόνο κρατεί
κι αδύνατο είναι τα λόγια να εκφράσουν
αυτό πρέπει να ’ναι για έναn ποιητή
το ύψος που οι στίχοι του πρέπει να φτάσουν.
Κι ούτε είναι απαραίτητο θριαμβική
δομή είτε ουσία να έχει το ποίημα.
Μα ειν’ απαραίτητη η μουσική
κι αυτό είναι πάντα το δύσκολο βήμα.
ΑΓΡΙΟΣ
(CAL L.A. ΕΡΙΛΗ)

Μου είπε: "κοίτα τι έχω δω… τι να του βάλω επάνω;"
και μίαν άφθα μου ’δειξε στο κάτω της ’σωχείλι.
Ζαλίστηκα. Κιτρίνισα. Tαράχτηκα. Tα χάνω.
Τόσο κοντά πρώτη φορά βλέπω τα δυο της χείλη.

Η θέα τους με συγκλόνισε. Του πόθου μου το κύμα
άγριος εγίνει ωκεανός. Το ρυάκι του ποτάμι.
Τρέξιμο ξέφρενο έγινε το ανήσυχό του βήμα
και το θολό το χρώμα του μαύρο έγινε κατράμι.

Στα χέρια μου την άρπαξα και στο μικρό της στόμα
τα χείλια μου εκόλλησα και ήπια σαν ροσόλι
και άφθα και τα χείλια της κι ακόμ’ ακόμ’ ακόμα
λαιμό και στήθη και γλουτούς ώσπου την ήπια όλη.

Μα όχι-αλίμονο-αυτά είν’ όλα παραμύθια.
Μονάχα το μελένιο της τ’ αχείλι όταν το ’δα
βύθισα ακόμα πιο βαθιά τη φονική αλήθεια
και μ’ ένα ύφος σοβαρό της είπα: "βάλε σόδα!"
Ο ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΟΣ
(συνέχεια)
XV8-XV13

Τους νεαρούς έστρεψα γιους ενάντια στη μητέρα.
Έκανα να κουράζονται το μεσημέρι κιόλας.
Έριξα τρόμο ξαφνικό πάνω τους κι αγωνία.
Η εφτάπαιδη έμεινε έρημη κι ειν’ αποκαμωμένη. 
Γι αυτήν ο ήλιος έδυσε στη μέση της ημέρας.
Την έχουν η ταπείνωση και η ντροπή σκεπάσει.
Και όσους μείνουν απ’ αυτούς θα κάνω να χαθούνε
Από μαχαίρι εχθρικό.»

Αλίμονό μου μάνα μου-άνθρωπο έχεις γεννήσει
Που διαφορές και τσακωμοί παντού τον κυνηγάνε.
Ούτε μ’ ωφέλησε κανείς ούτε ωφελήσει έχω.
Σ’ όσους με καταριόντανε χάθηκε η δύναμη μου.
Ας γίνει έτσι δέσποτα και με την προκοπή τους.
«Εμεσολάβησα να μη κακό ο εχθρός σου κάνει
Της θλίψης και της συφοράς σαν έρθει η ώρα. Όμως
Χαλκή μπροστά στο σίδερο η δύναμη σου θα ’ναι.
Τους θησαυρούς σου λάφυρα γι αντάλλαγμα θα δώσω
Για όλες τις αμαρτίες σου, σε όλους σου τους τόπους.
Οι εχθροί θα είναι γύρω σου και συ στη μέση δούλος
Σε άγνωστή σου μία γη. Γιατί από το θυμό μου 
Φωτιά  μεγάλη άναψε κι εσένα που θα κάψει».

Θυμήσου μου κι έλα σε με, και δίκιωσέ με Κύριε
Σ’ όσους με καταδιώκουνε. Και μην αργείς μαζί τους.
Ξέρεις ότι για σένανε με ονείδισαν εκείνοι
Που δεν ακούν τα λόγια σου. Κάνε τους να χαθούνε.
Όμως χαρά τα λόγια σου φέρνουνε κι ευφροσύνη
Μες στη δική μου την καρδιά, γιατί είναι τ’ όνομά σου
Κύριε παντοκράτορα, και όνομα δικό μου.
Ούτε έκατσα μαζί μ’ αυτούς όταν σε κοροϊδεύαν
Γιατί φοβόμουνα πολύ τη δύναμη που έχεις.
Μονάχος εκαθόμουνα και πίκρα ήμουν γεμάτος.

Γιατί αυτοί που με λυπούν πάντοτε υπερισχύουν;
Μεγάλη μου είναι η πληγή και ποιος θα με γιατρέψει;
Νερό εκείνη είναι για με που όμως δεν ξεδιψάει
Γιατί η πίστη του ’λειψε.

Γι αυτό λέει ο Κύριος αυτά: «Σε με αν ξανάρθεις
Σαν πριν θα σ’ έχω και κοντά σε μένανε θα στέκεις.
Κι αν το ακάθαρτο εσύ απ’ το καθαρό χωρίσεις
Θα είσαι όπως το στόμα μου. Κι αυτοί θα ’ρθουν σε σένα
Κι όχι εσύ θα πας σ’ αυτούς. Και για το λαό ετούτο
Χάλκινο εγώ και οχυρό ένα τείχος θα σε κάνω.
Και θα σε πολεμήσουνε και δε θα σε νικήσουν.
Γιατί κοντά θα βρίσκομαι σε σε για να σε σώζω
Κι από τα χέρια των κακών για να σε προστατεύω.
Κι απ’ τους ολέθριους εγώ θα σε φυλάξω ανθρώπους.

16. Ο ανύπαντρος προφήτης

Και συ μην παντρευτείς και μη ή γιους ή κόρες κάνεις»
Λέει ο Κύριος του Ισραήλ ο θεός «σ’ αυτό τον τόπο.
Γιατί», λέει ο Κύριος, «οι γιοί κι οι θυγατέρες
Που γεννηθούν στον τόπο αυτό, κι οι μάνες κι οι πατέρες
Που στη ζωή τούς φέρανε πάνω σ’ αυτό τον τόπο,
(συνέχεια)

Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2016

ΤΑ ΚΡΥΑ ΜΑΣ ΘΥΜΩΝΟΥΝΕ

Τα κρύα μας θυμώνουνε
μας τυραννούν τα χιόνια
οι νύχτες άγριες έρχονται
και λες κρατούν αιώνια.

Γλιστρήματα, σπασίματα
κι αρρώστιες χίλιες δύο
κάθε χειμώνα κάνουνε
το σπίτι φαρμακείο.

Χρήματα για τη θέρμανση
για ρούχα, για ομπρέλες,
α! Το χειμώνα χίλιες δυο
βυζαίνουν μας αβδέλλες.

Και όλοι ενώ πασχίζοντας
λίγο να ζεσταθούμε
το καλοκαίρι το καυτό
με λύσσα νοσταλγούμε,

όταν θα 'ρθει ανάποδο 
αρχίζουμε αγώνα:
Αχού! Τι ζέστη φοβερή!
Ζητούμε το χειμώνα…
ΤΟ ΑΤΥΧΟ


Είχε ανοίξει ένα μαγαζί
κι αυτό πήρε φωτιά. Μαζί
κάηκαν όλα τα λεφτά του
που είχε πάντοτε κοντά του.

Αυτό στα είκοσι δύο του.
Μετά πήρε απ’ το θείο του
δάνειο χιλιάδες εκατό
κι άνοιξε άλλο. Μα κι αυτό

έπεσε έξω. Διόλου δουλειά.
Και το ’κλεισε. Ύστερα πουλιά
με κάποιον άλλον επουλούσε
όμως ο άλλος τον γελούσε.

Κάτι ψευτοεπαγγέλματα
κάτι ύποπτα μπερδέματα
εκαταπιάστηκε μετά
όμως δεν έβγαζε αρκετά.

Τώρα σαράντα ετών φυτοζωεί.
Πώς να την πεις αυτή ζωή…
και μια κυρά που ’χε γνωρίσει
τώρα κι αυτή τον έχει αφήσει.

Ο κύκλος φαίνεται έκλεισε.
Λίγο νωρίς αλλά έκλεισε.
Άνοδο πλέον δεν καρτερεί
αυτό το άτυχο παιδί.
ΘΑΝΑΤΟΣ-14

«Είναι παράδοση του ελληνικού λαού η προσήλωση στους νόμους και στο σύνταγμα» είπε ο Χαζοχαρούμενος, ο κατ’ εικόνα και ομοίωση του λαού πλασμένος. 
Προσήλωση του έλληνα στους νόμους. Του έλληνα που μόνο στην τύχη κάνει κάτι νόμιμο μια φορά την εβδομάδα.
Προσήλωση του έλληνα στο Σύνταγμα. Του έλληνα που ούτε στον ύπνο του δεν ξέρει τι λέει το Σύνταγμα.
Ο Χαζοχαρούμενος ψεύδεται.
Μήπως πρέπει σαν πρωθυπουργός να πει ψέματα για το καλό της Ελλάδας;
Μήπως αν έλεγε στον Ερντογκάν ότι «αν και δεν είναι παράδοση του ελληνικού λαού η προσήλωση στους νόμους και στο Σύνταγμα, θα προσπαθήσουμε αυτή τη φορά να φερθούμε νόμιμα και σύμφωνα με το Σύνταγμα», δηλαδή αν έλεγε την αλήθεια, τότε… τότε τι;
Είναι καλό για μια χώρα να ψεύδεται ο πρωθυπουργός της μιλώντας σε έναν άλλο πρωθυπουργό;
Και ο έλληνας πολίτης ακούγοντας τον πρωθυπουργό  του να υμνεί την παροιμιώδη παρανομία του, δεν θα υποθέσει μετά βεβαιότητος ότι υπακοή στους νόμους είναι αυτό που και εκείνος κάνει, δηλαδή η μη υπακοή στους νόμους;
Και αφού έτσι αντιστρεφόμενα, αληθοφανώς όλα είναι καλά, ποιος και γιατί θα σκεφτεί ότι πρέπει κάτι να αλλάξει στη χώρα; 
Μήπως το αποτέλεσμα της λεκτικής διαστρέβλωσης της πραγματικότητας είναι η υιοθέτηση της διαστρέβλωσης σαν της σωστής εκδοχής, άσχετα αν κοιταγμένης από τη λάθος πλευρά της;
Η γλώσσα έχει μεγάλη δύναμη και όταν αυτή υπερβαίνει τη δύναμη του νου η δυστυχία είναι σίγουρη για ένα άτομο ή για ένα λαό.
Να θεωρήσουμε το τυχαία παρμένο παραπάνω ψέμα του Χαζοχαρούμενου σαν ένα από τα κατά συνθήκην ψεύδη και να το καταπιούμε όπως καταπίνουμε το μέγα κοινωνικό ψέμα του γάμου, ή το άλλο, σύμφωνα με το οποίο ο Τύπος εκφράζει την κοινή γνώμη ενώ στην ουσία την διαμορφώνει;
Να θεωρήσουμε τη διαστρέβλωση της αλήθειας σαν θεμέλιο της ύπαρξής μας και να συνεχίσουμε να ζούμε έτσι;
Αυτό κάνουμε.
Ένας θάνατος ακόμα μέσα στους τόσους άλλους.

Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2016

ΦΤΗΝΟ
(CAL L.A.)

"Θα φύγω", του 'λεγε
"με άλλους θα γυρίζω
και σα σκυλί θα σέρνεσαι
να με ζητάς.
θα μ' έχουνε ντυμένη στα μεταξωτά
και στα χρυσάφια
και τα μαλλιά μου ο πρώτος
θα τα κτενίζει κομμωτής.
Θα τρώω στο Πικαντίλλυ
κι οι εκδρομές μου θα 'ναι στο Παρίσι.
Σ’ άλλους θα πάω να με προσέχουν
και μονάχα εμένα ν’ αγαπούν.
Θα φύγω και σ’ εσέ
ποτέ δε θα ξανάλθω".
Είπε πολλά ακόμα
τα έμορφα χέρια της λικνίζουσα
και το θεσπέσιο σείουσα κορμί της.

Αυτός στο μεταξύ
το δεύτερο τσιγάρο είχε ανάψει
κι ένα βιβλίο εδιάβαζε φτηνό.

Όταν αυτή τελείωσε τα λόγια
πήρε την τσάντα της,
μισάνοιξε την πόρτα,
για λίγο δίπλα της εστάθη,
μετά την έκλεισε, εγδύθη βιαστικά
και το κορμί της άφησε άψυχο να πέσει
στου εραστού την αγκαλιά.

Και κει,
κάτω απ’ των σεντονιών των άπλυτων
τη μυρωδιά ξινίλας
και μέσα στους καπνούς απ’ τα τσιγάρα
ανέβηκε γι ακόμα μια φορά ως τον ουρανό.
Και κει ψηλά βεβαίως όλα λησμονούνται.
ΆΝΘΡΩΠΟΙ ΡΙΞΤΕ ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ

Άνθρωποι ρίξτε μια ματιά
τριγύρω σας και δείτε
όσα ο θεός απλόχερα
σας δίνει, και σκεφτείτε.

Λιμοί, σεισμοί, καταστροφές,
πείνα, κατολισθήσεις,
 αρρώστιες, πόνοι αβάσταγοι...
Κι αν κάτι αναζητήσεις

που δε χωρούσε να σταθεί
μέσα στο γύρω χώρο
ο θεός μες στην ανθρώπινη
ψυχή το ’δωσε δώρο.

Φόβος και άγχος μας κρατεί
κι απελπισιά μας δέρνει.
Της νύχτας τα φαντάσματα
τρων ό, τι η μέρα φέρνει.

Κακία ψέμα κι αδικιά,
 βία, συκοφαντία,
μίσος και περιφρόνηση,
απάτη, προδοσία,

και ολ’ αυτά κι άλλα πολλά
η θεϊκή η κρίση
στον λογικό τον άνθρωπο
έχει σοφά χαρίσει.

Έτσι λοιπόν πρέπει και σεις
στους άλλους τους ανθρώπους:
με του θεού να φέρεστε
τους ταιριαστούς τους τρόπους.

Δώστε μαχαίρι και φωτιά
σ’ όποιον θα δείτε μπρος σας
και μη φροντίζετε άλλονε
παρά τον εαυτό σας.

Πολέμους κάντε φονικούς
και κάθε εχθρό αφανίστε
κι ύστερα το μαχαίρι σας
στο φίλο σας γυρίστε.

Κλέψτε του αδύνατου το βίος
και πάρτε του απ’ το στόμα
ό, τι με δάκρυ έβγαλε
και κόπους απ’ το χώμα.

Λεφτά αποκτήσετε πολλά
κι όσα μπορείτε πλούτη
κι ας έχετε για είκοσι
ζωές όπως ετούτη.

Άνθρωποι πράττοντας αυτά
κι η ορμή αν δε σας λείψει
ο θεός που σας τα δίδαξε
γενναία θα σας αμείψει.

Όπως οι λύκοι ορμούν στ’ αρνιά
και σεις γινείτε λύκοι
αν θέτε να 'στε άτρωτοι
από τη Θεία Δίκη.
ΝΑ ΔΩ
(CAL L.A. ΕΡΙΛΗ)

Με μάγια εγώ θα μαρμαρώσω
ζώα μεγάλα και μικρά
(η αγάπη κάνει τέτοια θάματα)
και τους ανθρώπους θα πετρώσω.
Να δω για ποιόνε θα χτυπά
τότε η καρδιά σου-για τ’ αγάλματα;

Να δεις ετότε πώς θα τρέχεις
και πώς θα μου ’ρχεσαι κοντά…
πώς την καρδιά μου που ’χες δούλα σου
τώρα κυρά σου θα την έχεις…
πώς με φλογίτσες θα κεντά
το σούρουπό μου η αυγούλα σου...

Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

KYPΙE ΚΑΠΛΑΝ
(CAL L.A.)

Κύριε Κάπλαν
κύριε Κάπλαν
το γραφείο σου έχει άπλαν
το δικό μας ειν’ στενό
το κεφάλι μας κενό.

Κύριε Κάπλαν
κύριε Κάπλαν
όλη μέρα είσαι ξάπλαν
και δουλεύουμε εμείς
αντί γλίσχρας αμοιβής.

Κύριε Κάπλαν
κύριε Κάπλαν
α! και να ’χα μίαν τάβλαν
και να χτύπαγα μ’ ορμή
το χοντρό σου το κορμί!
ΜΙΑ ΚΑΛΟΚΑΜΩΤΗ ΕΡΧΕΤΑΙ ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ ΣΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΜΟΥ.

Μια καλοκάμωτη έρχεται τα βράδια στα όνειρα
μου.
Χυμούς γεμάτη μια μικρή μυριόχαρη μικρούλα.
Σεμνή κι ωραία έρχεται και στέκεται κοντά μου
λαχταριστή κι ολάνθιστη, ευώδης και γλυκούλα.

Κα σ’ όλα ένα βάλσαμο σκορπά και μια λαμπρότη.
Και μπρος μου βλέπω ιδεατά, πυρέσσοντα δυο στήθια
δύο χειλάκια δροσερά στη λάμψη τους την πρώτη
κι ένα κορμί λαγνόπλαστο γεμάτο δώρα πλήθια.

Και βλέπω μες στο βλέμμα της το πάθος να ’χει
απλώσει.
Και βλέπω μες στο βλέμμα της της ηδονής τ’ αχνάρι.
Και βλέπω μες στο βλέμμα της τον πόθο της να δώσει.
Και βλέπω μες στο βλέμμα της τον πόθο της να πάρει.

Όλο το είναι της Φωτιά Λαχτάρισμα και Ζήση.
Όλη η ύπαρξη της Πεθυμιά και Δόσιμο και Μύρο.
Και ώσπου τ’ όνειρο άλυπο κι ανάλγητο να
σβήσει
γεμάτος είμαι απ’ αυτό κι εγώ και όλα γύρω.

Κι ας με καλεί με όλα της εκτός απ’ τη μιλιά της,
Κι εγώ τη σάρκα ορέγοντας τη ροδαλή ας λιώνω.
Κάποιος αναίτιος δισταγμός με κάνει στης
δροσάτης
της μυγδαλίτσας τους γλυκούς καρπούς να μην
απλώνω.

Νομίζω του ονείρου μου ξέρω τη σημασία.
Λόγο δεν έχω άλλονε κανέναν να ρωτήσω.
Αυτή η ανείπωτα γλυκιά, ονειρώδης παρουσία,
ειν’ Ζωή που με καλεί να στέρξω να τη ζήσω.
Ω! ΚΙ ΕΓΩ!
(CAL L.A. ΕΡΙΛΗ)

Μ’ αγαπάει-και το ξέρω-ο καλός μου.
Το διαβάζω στη ματιά του τη θολή
όταν όμορφος σα ζώο στέκει μπρος μου
λίγο πριν μου ξεριζώσει το φιλί.

Μ’ αγαπάει ο καλός μου-και το ξέρω-
το διαβάζω στου κορμιού του τη φωτιά
σα με κόβει σαν το στάχυ μες στο θέρο
σα με καίει όπως κλαδάκι η πυρκαγιά.

Μ’ αγαπάει ο καλός μου δίχως άλλο:
αν σηκώσω τη φουστίτσα μου ψηλά
κάτι ανάμεσα στα πόδια του μεγάλο
με ορμή το παντελόνι του ζουλά.

Κι αν το μπούστο μου λιγάκι ξεκουμπώσω
πρέπει πρώτα δυο φορές να το σκεφτώ
αν δε θέλω πριν την κίνηση τελειώσω
στην αγκάλη του κλεισμένη να βρεθώ.

Σας το είπα-ο καλός μου μ’ αγαπάει.
Μα κι εμένα-και ας είμαι εγώ μικρό-
α! κι εμένα ίδιο νέκταρ με μεθάει
ω! κι εγώ ίδια πολύ τον αγαπώ.

Τρίτη, 19 Ιουλίου 2016

Και λοιπόν; Επειδή δεν με χαιρετάει κανείς στο δρόμο, θα πει αυτό ότι δεν υπάρχω;
Και δε θα επικαλεστώ το ανόητο «σκέπτομαι άρα υπάρχω» που πάνω του στηρίχτηκε-για φαντάσου- ολόκληρη φιλοσοφία.
Αλλά να! Εκεί που το αυτοκίνητό μου είναι παρκαρισμένο δεν χωράει κανένα άλλο αυτοκίνητο ή αντικείμενο. 
Στον δρόμο οι άνθρωποι περπατώντας παραμερίζουν λίγο για να μην πέσουν απάνω μου.
Ο εστιάτορας με ρωτάει «τι θα πάρετε;»
Λοιπόν δεν υπάρχω; Υπάρχω και μάλιστα δημιουργώντας και καθορίζοντας μαζί με τους άλλους ανθρώπους την πορεία του κόσμου. 
Και όμως δεν θα με γράψει η ιστορία. Μα ποια ιστορία;
Αυτή που παρακολουθεί έναν στρατηλάτη και απαριθμεί τις κατακτήσεις του;
Είναι αυτή ιστορία;
Πού είναι μέσα της οι φωνές του ζευγαριού που μάλωνε προχτές και το άκουγε όλη η πολυκατοικία; 
Πού είναι μέσα της το σημερινό πιάσιμο του ποντικιού από τη γάτα του κυρ-Παναγιώτη;
Ιστορία!.. Πού είναι τα δισεκατομμύρια γεγονότα κάθε στιγμής;
Ή μήπως τάχα δεν είναι αυτά που συνθέτουν και δεν είναι αυτά που καθορίζουν την πορεία της ανθρωπότητας;   
Πού είναι το κοριτσάκι που απόψε-ναι, απόψε, μισή ώρα πριν,  έχυσε πάνω στο φορεματάκι του την κόκα κόλα που έπινε και η μητέρα το κατσάδιασε;
Ιστορία! Ένα ακόμα λειψό ανθρώπινο δημιούργημα, ένα ακόμα δυσανάλογα μικροσκοπικό καθρέφτισμα μιας άπειρης σειράς γεγονότων του θεάτρου της ανθρωπότητας.
ΤΑ ΑΜΦΙΒΙΑ
(CAL L.A.)

Μια στο νερό και πότε στην ξηρά
περνούν τ’ αμφίβια τη μικρή ζωή τους
αλλάζοντας πατρίδα στη σειρά
μιας γεννηθούνε κι ως τη θανή τους.

Ανάπαψη ποτέ τους δε θα βρουν.
Στους θάμνους μια και μια στα φύκια.
Ποτέ τους δε θ’ αναπαυτούν
σ’ ενός στοιχείου την επιείκεια.

Τα διώχνει σαν προδότες το νερό-
σαν κατασκόπους η ξηρά τα διώχνει
και τα τρυπά κι εκεί κι εδώ
του ανεπιθύμητου η λόγχη.

Του αέρα τ' απειλούν τα ζωντανά
στη λίμνη να σωθούνε τρέχουν
μα άλλοι εχθροί κι εκεί ξανά-
ω! τέτοια μοίρα πώς αντέχουν!..

Και δίχως την αγάπη τη γλυκιά
και δίχως της φιλίας τ’ άγιο δώρο
τρέχουν από το χώμα στα νερά
κυνηγημένα σε κάθε χώρο.

Να πείσουν δεν μπορούν-κι αλήθεια πώς;-
πως έχουνε καρδιά έτσι πλασμένη
που έχει ο τρυφερός τους ο παλμός
και για τα δυο αγάπη φυλαγμένη.
ΜΕΣ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΗΤΑΝΕ ΠΛΗΘΗ ΟΙ ΕΠΙΔΟΞΟΙ ΝΥΜΦΙΟΙ.

Μες στο δωμάτιο ήτανε πλήθη οι επίδοξοι νυμφίοι.
Εσύ, σκορπώντας χάρη κι ευωδιά,
μπήκες σαν άυλη και κρυστάλλινη-
σαν οπτασία.
Τους προσπέρασες όλους χαμογέλια σκορπώντας
και στο πλάι μου ήρθες κι εστάθης.
Και μου πήρες το χέρι
και το ύψωσες έτσι
σαν ιαχή νικητήρια.

Όλοι βλέπαν.

Και κρυστάλλινη έτσι και άυλη
κι έτσι σαν οπτασία
αγκαλιά μου σε σήκωσα.

Και το πλήθος εμέριασε να διαβούμε.

Κι έτσι σαν ιαχή νικητήρια
το μυστήριο του έρωτα σ’ όλους μπρος φανερώθη.
Μόνο εγώ απορούσα
πώς τρισμέγιστος όντας
στις μικρές σου λεξούλες χωρούσα
που απαλά με εκύκλωναν
που απαλά με αναμέριζαν
που απαλά με δονούσαν.
ΠΡΩΤΟΤΑΞΙΔΗ
(CAL L.A. ΕΡΙΛΗ)

Μέσα στα χέρια μου την πήρα
όπως τη ζήση παίρνει η Μοίρα.
Στα σκότια μου και κρύα βύθη
ζέστα και φως τα δυο της στήθη.

Σαν τρομασμένο ένα πουλάκι
έτρεμε τ’ άσπρο της κορμάκι
και, πρωτοτάξιδη βαρκούλα
από μια χάθηκε τρυπούλα.
Δισεκατομμύρια άνθρωποι Φώτη.
Και καθένας με τις ιδιαιτερότητές του.
Κουτοί-έξυπνοι, δολοφόνοι-αγγελικοί, γρήγοροι-βραδείς, φιλόζωοι εχθρόζωοι, μάγκες-σαλονάτοι, συναισθηματικοί-ανάλγητοι, μικροπρεπείς-μεγαλοπρεπείς, φωνακλάδες-ήρεμοι, βιβλιολάτρες-βιβλιομισητές, θρησκευόμενοι-άθρησκοι, σαδιστές-μαζοχιστές, καλόγνωμοι-κακόβουλοι, μορφωμένοι-αμόρφωτοι, και ότι άλλα αντιθετικά βάλει ο νους σου.
Πώς μπορεί κάποιος να επιζήσει μέσα σε μια θάλασσα με τέτοια κύματα και με τέτοια υποθαλάσσια ρεύματα; Ή πρέπει να είναι καρυδότσουφλο ή κάποιο γλοιώδες πλάσμα που προσκολλάται πάνω σε έναν ύφαλο ή σε κάποια στέρια δομή ενός βυθού.
Και πες μου, ποια η διαφορά των δύο; 
Όσοι πάλι πασκίζουν να αντισταθούν, καταπίνονται τρέφοντας με την «ανδρεία» τους εκείνους που τους κατάπιαν.
Η σύμπραξη πάλι ομοίων δήθεν με ομοίους, έχει την ίδια τύχη: ή αλληλοφάγωμα μελών της ίδιας σύμπραξης ή φάγωμα από ισχυρότερες θαλάσσιες συμπράξεις.
Σε κάθε περίπτωση η θάλασσα είναι ο «νικητής».
Που ή τρώει, ή, χορτάτη, σπρώχνει στην άκρη τα θύματά της περιμένοντας τη σειρά τους να καταβροχθιστούν.
Τι απ’ όλα είμαι εγώ; Τι απ’ όλα είσαι εσύ φίλε μου;
Κατάταξέ με κάπου αν μπορείς.
Κάθε μέρα ευχαριστώ που είδα πάλι τον ήλιο.
Ευχαριστώ τον σπιτονοικοκύρη μου που έχτισε σπίτι που μου το νοίκιασε και μένω.
Ευχαριστώ τους ντελιβεράδες που μου φέρνουν φαγητό και δεν μ’ αφήνουν να πεθάνω της πείνας.
Ευχαριστώ την κοπέλα που μου γράφει τα φάρμακα που με ζουν ακόμη. Και τον φαρμακοποιό που μου τα δίνει και τον γιατρό που μου τα γράφει.
Ευχαριστώ τα καφενεία που αντί ενός μικρού  ποσού μου προσφέρουν καφέ.
Ευχαριστώ τα σούπερ μάρκετ που διατηρούν μια τεράστια επιχείρηση που τόσες φροντίδες και τόσα έξοδα απαιτεί, για να έχω εγώ μικρού πρίασθαι ένα μήλο, ένα σταφύλι, ρεβίθια.
Ευχαριστώ και ευχαριστώ και ευχαριστώ.
Και ευχαριστώ τις Ν., Α., Νλ,. που, με παρόμοιο με τα παραπάνω σκεπτικό, όταν αφήνω μεγάλο πουρμπουάρ σε καφενεία, εστιατόρια, ντελίβερι, μου βάζουν τις φωνές ("Βλάκας είσαι; Ένα πενηνταράκι και πολύ είναι. Εμένα μου αφήνουν εικοσαλεπτάκια." ή "Με πέντε ευρώ εγώ περνάω δυο μέρες από φαγητό-μην είσαι χαζός." και τέτοια), γιατί δεν τις ακούω κι έτσι έχω να λέω πως αντιτίθεμαι κι εγώ σε κάποιον. Και δεν τους λέω ότι όσα λεφτά μου μένουν από τη σύνταξη στο τέλος του μηνός, τα δίνω στον τυχερό υπάλληλο εστιατορίου ή καφενείου της 30 ή 31 του μήνα, γιατί τότε θα άκουγα χειρότερα.
Γεια σου Φώτη και… ευχαριστώ που δέχεσαι και αλληλογραφείς μαζί μου

Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2016

Ο ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΟΣ
(συνέχεια)
XIV14-XV8
Μαντείες και οράματα ψεύτικα προφητεύουν
Κι ό,τι τους έρθει στο μυαλό. Και εξηγούν σημάδια.
Γι αυτό, λέει ο Κύριος, για κείνους τους προφήτες
Που λεν πως προφητεύουνε στ’ όνομα το δικό μου
Και που δεν έχω στείλει εγώ, και λένε πως μαχαίρι
Και πείνα η γη δε θα ’δει αυτή, θα πάνε από πείνα
Κι οδυνηρό ένα θάνατο θα ’χουν αυτοί οι προφήτες.
Και ο λαός όπου σ’ αυτόν εκείνοι προφητεύουν
Θα ’ναι στης Ιερουσαλήμ τους δρόμους πεταμένος
Από μαχαίρι όντας κι αυτοί χαμένοι κι από πείνα.
Κι ούτε κανένας θα βρεθεί να θάψει ούτε κείνους
Ούτε και τις γυναίκες τους, τις κόρες ή τους γιους τους.
Όλες τις αμαρτίες τους πάνω τους θα ξεχύσω.

Και να τους πεις το λόγο αυτό: νύχτα και μέρα δάκρυα
Να χύνουνε τα ματιά τους χωρίς να σταματάνε
Γιατ’ είχε μέγα συντριμμό η κόρη του λαού μου
Και η πληγή της ήτανε γεμάτη όλη πόνο.
Αν έξω στις πεδιάδες βγω, να! οι μαχαιρωμένοι
Και να! της πείνας το κακό. Κι αυτό γιατί προφήτες
Και ιερείς, βαδίσανε σε γη που δε γνωρίζαν".

Τελείως εγκατέλειψες τον Ιούδα; Κι η ψυχή σου
Έφυγε πια από τη Σιων; Γιατί έχεις χτυπήσει
Και γιατρειά δεν έδωσες. Προσμέναμε ειρήνη
Αλλά καλό δεν είδαμε. Κι αντί γιατρειά, να! πάθη.
Ξέρουμε τ’ αμαρτήματα που ’χουμε κάνει Κύριε
Και τις που οι πατέρες μας διαπράξαν αδικίες.
Αληθινά αμαρτήσαμε στο θέλημα σου ενάντια.
Μα μη της δόξας σου εσύ τον θρόνο καταστρέψεις.
Μη κάποιος απ’ τους ψεύτικους θεούς βροχή μας δίνει;
Κι αν ρίξει μπόρα ο ουρανός κι αυτό συ δεν το κάνεις;
Θα κάνουμε υπομονή και θα σε καρτερούμε
Γιατί συ είσαι Κύριε που όλα έχεις ποιήσει.


Κι είπε σε μένα ο Κύριος: «Κι ο Μωϋσής ακόμα
Κι ο Σαμουήλ αν έρθουνε και με παρακαλέσουν
Γνώμη δε θα μ’ αλλάξουνε. Το λαό ετούτον διώξ' τον
Κι ας φύγουν. Κι όταν θα σου πουν "Και πού να πάμε;" Πες τους
Αυτό λέει ο Κύριος. Όσοι για θάνατο είναι
Θα πάνε για το θάνατο. Όσοι για το μαχαίρι
Για κείνο θα τραβήξουνε. Στην πείνα όσοι για πείνα
Κι όσοι είναι για αιχμάλωτοι παν στην αιχμαλωσία.
Και τέσσερα είδη αφανισμού φυλάω εγώ για κείνους:
Τους σκύλους για κομμάτιασμα, για σφάξιμο μαχαίρι,
θηρία της γης για να τους φαν, όρνια να τους πληγιάζουν.
Και σ’ όλα τα βασίλεια της γης θα τους μοιράσω
Για να υποφέρουνε σ’ αυτά. Κι αυτό για όλα εκείνα
Που ’κανε στην Ιερουσαλήμ ο γιος του Εζεκία
Που ’ταν του Ιούδα βασιλιάς-ο Μανασσής εκείνος.


Και ποιος για σε Ιερουσαλήμ θα λυπηθεί; Ποιός είναι
Που θα ’κλαιγε για σένανε; Ποιός πίσω θα γυρνούσε
Να δει τι γίνεσαι; Εσύ μου έστρεψες τα νώτα",
λέει ο Κύριος, "Και γι αυτό, βάδιζε τώρα πίσω.
Κι απλώνοντας το χέρι μου θα σε καταχαλάσω.
Κι αυτούς δε θα τους λυπηθώ. Και θα τους εξορίσω
Μακριά από τούτηνε τη γη. Και άτεκνοι θα μείνουν.
 Ναι! Για τα τόσα του άδικα θα σβήσω το λαό μου.

Οι χήρες επληθύνανε σαν άμμος της θαλάσσης.
(συνέχεια)
DONT GIVE UP!
(CAL L.A.)

-"Don’t give up!"
–Τι εννοείς;
-"Don’t give up!"
–Μα πώς;..
ΘΕΛΩ ΝΑ ΣΒΗΣΩ ΤΟ "ΕΓΩ" ΑΠ' ΤΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΜΟΥ.

Θέλω να σβήσω το "εγώ" απ' το λεξιλόγιο μου.

Μα πώς αφού ό,τι βλέπω είναι τα μάτια μου 
αφού ό,τι ακούω είναι οι χτύποι της καρδιάς
πολλαπλασιασμένοι
αφού ό,τι πιάνουνε τα χέρια μου
είν’ η προέκταση τους
κι ό,τι οσμίζομαι δεν είναι πάρα
το άγουρο το χρώμα των ερώτων μου; 

Πώς αφού ό,τι γεύομαι δεν είναι
παρά των γευστικών θηλών μου οι πόθοι και οι σχεδιασμοί,
και ό,τι νιώθω
του εγκεφάλου μου είναι οι επιταγές
και τα κελεύσματα;

Πώς μπορώ
ν’ απαλλαγώ απ' τον εαυτό μου;
ΜΥΡΙΑ
(CAL L.A. ΕΡΙΛΗ)

Αν είχα βρει τέτοιες ακτίνες
που να τρυπάνε τις κουρτίνες
θα 'βλεπα μέσα στα σπιτάκια
της γειτονιάς τα κοριτσάκια-

πώς ξαναμμένα μέσα μπαίνουν
λίγα σκαλιά πώς ανεβαίνουν
και στο μικρό το δωματιάκι
πάνε να κάτσουνε λιγάκι.

Πώς στον καθρέφτη καμαρώνουν
τ’ άσπρο κορμάκι όταν γυμνώνουν
και πώς λυγίζουνε τη μέση
να πάρουν κάτι που έχει πέσει.

Έτσι αβρά κι έτσι αγνούλια
πώς τα στηθάκια τα μικρούλια
ψαύουν γλυκά. Στα ριζομήρια
χαδάκια πώς χαρίζουν μύρια.

Κυριακή, 17 Ιουλίου 2016

Ο ΜΠΟΥΡΛΟΤΙΕΡΗΣ TOY ΦΥΤΑΛΗ
(CAL L.A.)

Έτσι τον θέλαμε τον μπουρλοτιέρη μας
όπως τον έκανε ο Φυτάλης:
Καλόν, ολύμπιον, άλκιμόν τε.
Έτσι τον θέλαμε.

Να βλέπει όχι στα καράβια
κι ούτε δαυλό στο χέρι να κρατεί
αλλά ψηλά και μακριά να βλέπει
και με μιαν άλληνε φωτιά
όχι τους τούρκους μα τα πνεύματα να φλέγει.

Έτσι τον θέλαμε τον μπουρλοτιέρη μας-
μια σερνική Ελλάδα.
ΓΙΑ ΑΓΕΡΗΔΕΣ ΣΦΟΔΡΟΥΣ ΠΟΥ ΠΝΕΟΥΝ ΣΤΙΣ ΕΡΗΜΟΥΣ

Για αγέρηδες σφοδρούς που πνέουν στις ερήμους,
για ήρεμα μελτέμια,
για σκληρούς βοριάδες κρύους και τσουχτερούς,
για αύρες που η θάλασσα ξερνά,
για λίβες κοφτερούς έχω ακούσει.
Μα εμέ σε τούτονε τον κάμπο,
τον άχρωμο,
ο μόνος που με φυσάει αέρας
είναι ο αέρας που μου στέλνει αυτό το τραίνο
πελώριο και γοργό καθώς περνά.

Εν' αγριόχορτο είμαι
χωρίς αξία καμιά.
Μα ενόμιζα
πως όποιος άνεμος τύχαινε να με δέρνει
δε θα ’ταν άνεμος συμμετρικός
μεταλλικός και ξένος
σαν τεχνητός.
Τώρα ένα χέρι σπλαχνικό ας με ξεριζώσει
αφού ο θάνατος αυτός ο προγραμματισμένος
που τέσσερες φορές τη μέρα μ’ επισκέπτεται
αλλιώς δεν πρόκειται να σταματήσει-και το ξέρω.
Ο ΠΛΑΤΑΝΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΡΥΑΚΙ
(CAL L.A. ΕΡΙΛΗ)

Δισαίωνε γερο-πλάτανε με τον κορμό σαν δώμα
με τις βαθιές τις ρίζες σου θεμέλιο μες στο χώμα
και τα πλατιά τα φύλλα σου πράσινα κεραμίδια
πώς με το ρυάκι το μικρό τρελά κάνεις παιχνίδια..

Μικρούλι, γιορτορόδινο και μοσχομυρισμένο
κι άμαθο το 'βρες κι άμπορο να φύγει το καημένο
και της αψιάς του Ανατολής το ρόδινο μεθύσι
με τη δική σου εταίριαξες ’ματοβαμμένη Δύση.

Εκείνο, πρωταγάπητο, με μάτια λιγωμένα
στα γέρικά σου ορκίζεται κλαδιά τα ροζιασμένα
και τα δροσά και τα φιλά και τα γλυκοποτίζει
γιατ’ η σκιά σου η βαριά το νιο του νου ζαλίζει.

Και συ με πάθος το ρουφάς και το γλυκοδαγκώνεις
και τ’ αγκαλιάζεις, το φιλάς και μ’ έρωτα το ζώνεις
και τ’ αποσβηούν τα χάδια σου, το λιώνουν τα φιλιά σου
και όλη τη ζωντάνια του την πίνει η αγκαλιά σου.

Και δέχονται τα στήθη του την γέρική σου φλόγα
και χαίρονται τα χείλη σου τη μελαψή του ρόγα
και γδύνεις το απ’ τα ρούχα του και ντύνεις το με πάθος
που απ’ των ριζών σου τρίδιπλο-τετράδιπλο έχει βάθος.

Ανάμεσα στ’ αφρόπλαστα, κρουστά, ζεστά του πόδια
λεύτερο βρίσκεις το στρατί από γνιασιές κι εμπόδια
και παίρνεις την αγνότητα και κλέβεις τη δροσιά του
του ρυακιού όπου κυλά στα φύλλα σου αποκάτου.

Το σκέλεθρο κουφάρι σου απάνω του αργογέρνεις
τα’ αβρό κορμάκι του τρυγάς και τη δροσιά του παίρνεις
κι εντός του αγριοπλέκοντας τα καρπερά σου μήλα
θολώνεις το νεράκι του που κρύσταλλο εκύλα.

Κι ως το λιγαίνεις το φυράς και το γλυκοβατεύεις
κι ως τα ματάκια του τα δυο τα μαύρα δυναστεύεις
κι ως δεν τα’ αφήνεις σε στασό, ξεκούραση κι ανάσα
θα του γενεί το ξύλο σου η νεκρική του κάσσα.

Πλάτανε, η ευτυχία σου τη δυστυχιά μου αξαίνει
κι η ζήλεια από τον πόθο μου πιότερο με πεθαίνει.
Πλάτανε, το πριόνι μου θάνατος θα σου γίνει
αφού τα ίδια δεν μπορώ να κάνω εγώ με κείνη.
Φώτη,
στη Νίκαια άνθρωποι κάθονται μ’ ένα λουλούδι στο χέρι και δακρυσμένοι αναλογίζονται: «Γιατί τόσοι αθώοι;»… 
Αθώοι… 
Ήταν λοιπόν αθώοι οι νεκροί της Νίκαιας;
Ήταν όσο είμαι εγώ κι εσύ. Δηλαδή δεν ήταν.
Θα ήσαν αθώοι αν δεν συμπράττανε στην καταδυνάστευση των λαών της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής από την πατρίδα τους.
Ποιος άραγε από όσους σκοτώθηκαν ή από όσους στέκουν τώρα πάνω από τους τάφους των σκοτωμένων μυξοκλαίγοντας, είχε κατέβει σε μια πορεία διαμαρτυρίας κατά της κυβέρνησης της χώρας τους, που παίρνει το ψωμί από το στόμα των φτωχών μαύρων ή αράβων για να φτιάξει μ’ αυτό το παντεσπάνι με το οποίο θα ταϊσει τους δικούς της πολίτες-τους ίδιους αυτούς που τώρα μουρμουρίζουν τα περί αθωότητας;
Μήπως οι νεκροί νόμιζαν, και οι δακρυσμένοι πάνω από τους τάφους τους σήμερα θεωρούν, ότι έκαναν καλά να συμπεριφέρονται σαν η κλοπή του ξένου ιδρώτα να είναι κάτι φυσιολογικά ανθρώπινο;
Ας κλάψουν βέβαια τους φίλους και τους αγαπημένους που έχασαν, να έλειπε όμως το «Γιατί τόσοι αθώοι;»
Βλέπεις κάποιοι δεν μένουν στο να θεωρούν ότι το να τους κλέβουν το φαγητό από το στόμα είναι απαράδεκτο, αλλά θέλουν και να κάνουν κάτι γι αυτό.
Όπως ο οδηγός του φορτηγού.
Ή μήπως αυτός ήταν παράφρων και ήθελε να σκοτώσει μερικές δεκάδες ανθρώπων και ύστερα να χάσει τη ζωή του;
Οι υπεύθυνοι γάλλοι μας λένε το αντίθετο. Ότι ήτανε βαλτός από τον Άισις.
Και όλοι αυτοί του Άισις είναι παράφρονες και ξύπνησαν ένα πρωί και αποφάσισαν να σκοτώνουν ευρωπαίους έτσι για διασκέδαση;
Όχι. Απλά έφτασε η ώρα για τους φτωχούς κλεπτόμενους να διεκδικήσουν ότι νομίζουν πως είναι δίκαιο, κάνοντας γι αυτό ό,τι μπορούν να κάνουν. 
Και βέβαια όλοι ξέρουμε πως δεν θα σταματήσουν να κάνουν τέτοιες πράξεις-το λένε-και το προλέγουν και οι ίδιοι μάλιστα.
Θα με ρωτήσεις χαίρω πολύ, τα ξέρουμε όλοι αυτά που μας λες, όμως το πρέπει να γίνει;
Μα ποιος είμαι εγώ να δώσω λύση στο πρόβλημα;
Εγώ είμαι ένας από τα εκατομμύρια που βλέπουν το άδικο.
Το λόγο  για το τι θα κάνουν τον έχουν τώρα οι ευρωπαίοι. 
Θα δώσουν ένα τέλος στην βρωμερή αυτή κατάσταση ή θα συνεχίσουν να αγωνίζονται για το άδικο, σωρεύοντας δυστυχία στους μαύρους και στους άραβες και πτώματα στις Νίκαιές τους;

Σάββατο, 16 Ιουλίου 2016

Φώτη σήμερα πήγα και αγόρασα σαπούνια από τον Βασιλόπουλο. Τα πράσινα μεγάλα σαπούνια που μια ζωή τα συνιστούσα μαζί με άλλα σε αρρώστους με δερματοπάθειες.
Γυρίζω σε όλο και περισσότερα μαγαζιά ώσπου να βρω ένα που να διαθέτει τέτοια σαπούνια. Σήμερα όλοι και κυρίως όλες αγοράζουν και χρησιμοποιούν τα "αρωματικά".
Εκεί που τα έβγαζα από το καλάθι για να τα βάλω πάνω στο τσέκσταντ, ένας γέρος ωραίος και γερός μόλις τα είδε γυρίζει προς το μέρος μου και με λαχτάρα, σαν διψασμένος που είδε νερό, με ρωτάει "πού τα βρήκατε;" Του έδειξα το κάτω ράφι του τελευταίου διαδρόμου που τα είχαν βάλει σαν για να τα κρύψουνε. Έτρεξε προς τα εκεί, δεν τα βρήκε, πήγα και του τα έδειξα. Γύρισε κουβαλώντας έξη διάδες-όσο χωρούσαν τα χέρια του."Οι νέοι δεν τα προτιμούν", μου είπε. 
Όχι. Δεν τα προτιμούν. Προτιμούν ότι τους διαφημίζει η τηλεόραση.
*
Ξέρεις ότι ο Καζαντζάκης με το Σικελιανό ήθελαν με τις Δελφικές γιορτές τους να δώσουν μια νέα θρησκεία στο λαό.
Μα σε ποιον λαό; Στους δέκα που θα ήξεραν τι παν να κάνουν. Και τα υπόλοιπα εκατομμύρια έλληνες που δεν είχαν ιδέα από τέτοια τι; Τίποτα. Αυτοί θα γέμιζαν το χώρο που θα παίζονταν τα θεατρικά έργα ή που θα γίνονταν ι τελετές, μόνο για να περάσουν το απόγεμά τους.
Αν οι δυο κατάφεραν να χτίσουν μια θρησκεία καθένας μέσα τους τι άλλο θέλαν;
Δυο τραγικές φιγούρες παραπάνω μέσα σε ένα κόσμο που δεν τους καταλάβαινε, όπως και αυτοί δεν καταλάβαιναν τη θρησκεία που κάθε ένας από τα εκατομμύρια αυτών των ανθρώπων είχαν βρει και πίστευαν σε αυτήν και που η φύση τους είχε προικίσει με τη σοφία να μην επιχειρήσουν καν να προσηλυτίσουν άλλους. 
Πνευματικοί άνθρωποι! Που γίνονται καταγέλαστοι προσπαθώντας να αποκτήσουν «αναγνώριση» και  «δόξα».

*
Επιτρέπεται το ομιλείν. Αυτό είναι το καινούργιο πρόσωπο της ελευθερίας του ανθρώπου.
Μέχρι πριν λίγα χρόνια δεν τολμούσες να πεις ή να γράψεις για κάποιον που σε έκλεψε ότι είναι κλέφτης.
Σήμερα μπορείς να το κάνεις. Οι κατέχοντες μας έκαναν τη χάρη. Έτσι οι χαζοί εκτονώνονται κατονομάζοντας τον κλέφτη, και εκείνος χαίρεται ανενόχλητος πια τα κλοπιμαία.
Και έχει πολλά ακόμα εργαλεία η εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον άνθρωπο να χρησιμοποιήσει, προκειμένου αυτή να συνεχίσει να υπάρχει και να απολαμβάνει. 
FLAMINGOS
(CAL L.A.)

Κυρίες καλαίσθητες και καλαμένιες
ψηλές, μακρύλαιμες, δίχως έγνοιες
περνάνε τα flamingos τη ζωή τους
χαμένα στην ανία και στη σιωπή τους.

Γεννήσεις γίνονται, βαφτίσια, γάμοι
και σ’ όλα μάρτυρας το ποτάμι
που σέρνει τα ολοκάθαρα νερά του
απ’ τ’ άσπρο φτέρωμά τους από κάτου.

Ωραίες κυρίες μου ας ήταν να ’χα
μιαν ώρα ανέγνοια-μία μονάχα
α’' όσες ο Πανάγιος έχει δώσει
σε σας με τη σοφία του την τόση.
ΠΕΦΤΕΙ Η ΒΡΟΧΟΥΛΑ ΑΠΑΛΑ

Πέφτει η βροχούλα απαλά
πέφτει η βροχούλα σιγανή
και για τα σκότη μας μιλά
και μας μιλάει για τη θανή.

Πέφτει η βροχούλα απαλή
πέφτει η βροχούλα σιγανά,
τη διψασμένη γη φιλεί
κι αυτή ζωή και φως γεννά.
ΓΙΑΤΙ ΤΗΝ ΕΝΟΧΛΟΥΣΕ
(CL L.A. ΕΡΙΛΗ)

Εβγήκε απ’ την πισίνα. Το κορμί της το χυτό
δε χόρταινα κρυμμένος να κοιτώ.
Η Δύση έστελνε ολοπόρφυρες ανταύγειες
στις κάσσες των ελπίδων μου τις άδειες.

Έφερνε γύρω το δωμάτιο σκεφτική
(χωρίς να ξέρει ότι εγώ ήμουν εκεί)
και το στηθόδεσμο που πάνω της κολλούσε
τον τσίμπαγε γιατί την ενοχλούσε.

Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

ΚΑΤΟΡΖ ΖΙΛΙΕΤ 2016

Ωραίος που ήταν ο μικρός Ολάντ
ανάμεσα στους έφιππους στρατιώτες
στη γιορτή!
Επίσημος και σοβαρός.
Και ούτε που ’δειχνε τον τρόμο του καθόλου.
Και χειραψίες και ζητωκραυγές και ύμνοι εθνικοί!
Κι αεροπλάνα τόσο στοιχημένα όμορφα!

Και το βράδυ
στην εγγλέζικη οδό
εβδομήντα τρεις νεκροί.

Πού το περίμενες Βιλλαρδουίνε
να νικηθείς αιώνες ύστερα απ’ το θάνατό σου!

Όμως κοιμήσου ήσυχος.
Οι απόγονοί σου
αμέσως ύστερα απ’ το μακελειό
πάνω απ’ τα πτώματα και το άπηχτο ακόμα αίμα
ανάκραξαν περήφανα: «Είμαστε όλοι Γάλλοι!»
Και πια οι νεκροί αναστήθηκαν
και τρομοκρατημένος ο Άϊσις μετά απ’ αυτό
εζήτησε τρεμάμενος συγνώμη.

Και η Γαλλία πάει και γι άλλες δόξες.
ΠΡΕΠΕΙ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ
(CAL L.A.)

Πρέπει οι λέξεις να είναι μετρημένες
θάρρος να μη δίνουν πολύ στον πλησίον
οι εικόνες μέσα τους πρέπει να ’ναι κρυμμένες
καθώς στο απόστημα κρυμμένο είναι το πύον.

Αχ! Ό, τι αισθανόμαστε δεν πρέπει να λέμε
μπορεί ο πλησίον να παρανοήσει
αντί να γελάμε πρέπει να κλαίμε
αν αυτό η παρέα της στιγμής απαιτήσει.

Δεν πρέπει ν' αγκαλιάσουμε την Ιουλία
κι ας έχουμε χρόνια πολλά να τη δούμε
να βάλουμε πρόωρα πρέπει τελεία
στην πρόταση που είχαμε σχεδιάσει να πούμε.

Ω! Δεν πρέπει ν’ ανοίγουμε λεπτές συζητήσεις
γιατ’ ίσως πληγεί ο πλησίον καιρίως 
δεν πρέπει ν' ανοίγουμε τις καρδιές μας επίσης
ούτε κι όταν μιλάμε εναερίως.

Ας φεύγει ο πλησίον με γρήγορα βήματα
ας κλείνουν επάνω μας σαν τάφοι τα κύματα
τα λόγια μας πρέπει να κρύβουν τα αισθήματα
πρέπει-αχ πρέπει-να τηρηθούν τα προσχήματα.
Η ΖΩΗ Η ΛΙΓΗ ΕΙΝ' ΕΝΑΣ ΑΓΩΝΑΣ

Η ζωή η λίγη ειν’ ένας αγώνας
για να βρει καθείς κείνο το κρυφό
που όπως το έαρ το αβρό κρύβει ο χειμώνας
έτσι μες στη ζήση μας κρύβεται κι αυτό.

Μα κανείς δε βρήκε κείνο το κρυμμένο
κι ούτε και ποτέ κάποιος θα το βρει
γιατί η μέλισσα-ζωή το κρατεί κλεισμένο
κι ειν’ αυτό του θάνατου το ακριβό κεντρί.
 ΓΥΝΑΙΚΑ
(CAL L.A. ΕΡΙΛΗ)

Απ’ τη στιγμή που βάθυνε η ανάρηχη ματιά σου
απ’ τη στιγμή το παιδικό που έπαψε τραγούδι
απ’ τη στιγμή που πλάτυνε-που θέριεψε η άγνοιά σου
απ’ τη στιγμή που ξάνθινε το βελουδένιο χνούδι΄

απ’ τη στιγμή που αρώτητα δηλώνεις: "έχω φίλο!"
ενώ ουτ’ ανάσασμα αντρικό δε σ’ έχει ακόμa αγγίξει
απ’ τη στιγμή που τον Αδάμ ταυτίζεις με το μήλο,
το φόβο με το σκίρτημα, τον πόθο με την πλήξη΄

απ’ τη στιγμή που όταν κανείς τ’ ωραίο σου κορμάκι
κοιτάξει μ’ ένα νόημα ως τότε άγνωστό σου
εσύ μετέωρη στέκεσαι κι αμήχανη λιγάκι
πριν όλο ανίσχυρο θυμό κλειστείς στο δωμάτιό σου'

απ’ τη στιγμή που έξαφνα το σπίτι μεγαλώνει
κι η μάνα είναι βαρετή και ξένος ο πατέρας
απ' τη στιγμή που θα σκεφτείς το στήθος που αβγαταίνει
ότι δεν είναι κτήμα σου μα της αγάπης γέρας'

απ’ τη στιγμή που προσμετράς γυμνή τα θέλγητρά σου
κι ενώ είναι είκοσι εσύ τα βρίσκεις μόνο δέκα
αντίο τότε πες μικρή σ’ όλα τα παιδικά σου
και σ’ όλη την αξία σου: πια έγινες γυναίκα.
Ο ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΟΣ
(συνέχεια)

XIII23-XIV14
Κι η λιόπαρδη τις βούλες της, τότε και σεις μονάχα
Καλά θα κάνετε αφού  κακά έχετε μάθει.
«Σαν φρύγανα στην έρημο που ο αγέρας δέρνει 
Έτσι κι εγώ τους σκόρπισα. Αυτόν τον κλήρο έχουν-
Αυτό είναι της απείθειας τους το τίμημα σε μένα».
Λέει ο Κύριος. «Όπως συ μ’ έχεις τελείως ξεχάσει
Και έλπισες στα ψέματα, έτσι κι εγώ μπροστά σου
 θα φέρω όσα είναι πίσω σου και θα φανούνε τότε
Μοιχεία κι ατιμία σου και ξεχαλίνωμά σου
Κι η λύσσα της πορνείας σου. Σε όρη τις βρωμιές σου
Και σε πεδιάδες έχω δει. Ιερουσαλήμ αλί σου
Γιατί δεν καθαρίστηκες για να μ’ ακολουθήσεις".

Μήνυμα για την ανομβρία

Η Ιουδαία επένθησε. Οι πόλεις της αδειάσαν
Κι η γη κατασκοτείνιασε. Και η κραυγή στα ύψη
Ανέβη της Ιερουσαλήμ. Οι άρχοντες τους νέους
Στείλαν να φέρουνε νερό. Πήγανε στα πηγάδια
Και δεν εβρήκανε νερό κι άδειοι γύρισαν πίσω.
 Και να γεννά έπαψε η γη γιατί βροχή δεν είχε.
Κι οι γεωργοί τα χάσανε-καλύψαν τα κεφάλια
Και τα ελάφια γέννησαν και χόρτο δεν εβρήκαν
Κι εγκαταλείψαν τα μικρά. Τ’ άγρια τα γαϊδουράκια
Στα δάση εσταθήκανε,  μυρίσαν τον αέρα
Και σβήσανε τα μάτια τους γιατί δε βρήκαν χόρτο.

Οι αμαρτίες που κάναμε ενάντια μας στράφηκαν.
Κύριε, κάνε το καλό σε μας, για τ’ όνομά σου.
 Γιατί ενάντια σου πολύ έχουμε αμαρτήσει-
Ναι, αμαρτήσαμε πολύ. Όμως συ είσαι Κύριε 
Η απαντοχή του Ισραήλ και συ θα μας γλιτώσεις
Στης συφοράς μας τον καιρό. Γιατί στη γη επάνω
Σαν ξένος έχεις έρθει εσύ, ή σαν κανένας ντόπιος
που ψάχνει για κατάλυμα; Μήπως σαν κάποιος είσαι
Άνθρωπος που έχει κοιμηθεί, ή άντρας γεροδεμένος
Μα να βοηθήσει ανίκανος; Μα είσαι ανάμεσά μας
Και το δικό σου τ’ όνομά το ’χεις σε μας δοσμένο.
Μη μας ξεχάσεις Κύριε.

Για το λαό λέει αυτόν ο Κύριος : «Τους αρέσει  
Να ’ναι περιπλανώμενοι. Κι αυτό συνέχεια κάνουν.
Μα ο θεός το πράγμα αυτό δεν το ’χει ευλογήσει
Κι ήρθε ο καιρός να θυμηθούν τ’ άδικα που ’χουν κάνει».
Κι είπε σε μένα ο Κύριος: «Για το καλό ετούτου
Του λαού μη μου προσεύχεσαι. Γιατί και αν νηστέψουν
Τη δέηση που θα κάνουνε δε θα την εισακούσω.
Και αν ολοκαυτώματα μου κάνουν και θυσίες
Δε θα μ' ευχαριστήσουνε. Και πείνα και μαχαίρι
Και θάνατο θα δώσω εγώ σ’ αυτούς, για να χαθούνε».

Κι είπα: «Αιώνιε Κύριε, να! ότι προφητεύουν
Και λένε οι προφήτες τους «μαχαίρι δε θα δείτε
Και πείνα δε θα νιώσετε. Ειρήνη και αλήθεια
Θα δώσω εγώ πάνω στη γη-πάνω σ’ αυτό τον τόπο».
«Ψέματα προφητεύουνε οι προφήτες στ’ όνομά μου»
Είπε σε μένα ο Κύριος. «Ούτε εντολή έχω δώσει,
Ούτε τους μίλησα, ουτ’ εγώ αυτούς τους έχω στείλει.
(συνέχεια)

Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2016

ΤΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ
(συνέχεια)

ΖΩΗ
Ώστε ξέρετε σχετικά Αθανασία;

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
Πώς δεν ξέρω… Καλά κάνει το παιδί. Να παίζει... να
παίζει...(τσιμπάει το μάγουλο του Λογοθέτη) Να παίζει το παιδί. Καλά κάνει. Καλά δεν κάνει σκυλάκι μου;.. ναι λέει το σκυλάκι μου, καλά κάνει.

ΖΩΗ
Αθανασία μπορώ να σας μιλήσω για λίγο;

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
Μα ναι παιδί μου, γιατί όχι; (γελάει)

ΖΩΗ
Αθανασία το θέμα είναι σοβαρό.

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
(Το πρόσωπό της παίρνει μιαν έκφραση αθέλητα προσποιητής
σοβαρότητας)
Ω!

ΖΩΗ
Πολύ σοβαρό. Υπάρχει διάσταση απόψεων ανάμεσα σε μένα και στο Λογοθέτη για το ζήτημα των πιθήκων.

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
(Κοιτάζει αφηρημένα τον Λογοθέτη)
Να παίζει με τα πιθηκάκια…

ΖΩΗ
Αθανασία, μετά από μένα εσείς είστε εκείνη που πρέπει να
λάβει γνώση και να δώσει λύση. Είστε η Διευθύντρια.

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
Είμαι η Αθανασία.

ΖΩΗ
Είσαι η Αθανασία αλλά είσαι και η Διευθύντρια αυτού του
εργοστασίου.

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
(Με σοβαροφάνεια)
Ναι.

ΖΩΗ
Σε παρακαλώ να με προσέξεις. Το παιχνίδι του Λογοθέτη με τους πιθήκους είναι πολύ επικίνδυνο.

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
Να μην παίζει τότε το παιδί με τα πιθηκάκια. Μπορεί να πάθει
κακό. Να μην παίζει.

ΖΩΗ
Δεν κατάλαβες τι θέλω να πω.

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
(Πειραγμένη)
Πώς δεν κατάλαβα... Δε θέλεις να παίζει το παιδί με τα
πιθηκάκια.
(με νάζι)
Τι με πέρασες να μην καταλαβαίνω;

ΖΩΗ
Δεν πρόκειται για παιχνίδι Αθανασία. Πρόκειται για ενέργειες
που θα στοιχίσουν τη δυστυχία σε εκατομμύρια-σε δισεκατομμύρια πιθήκους.

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
Παιχνίδι είναι, παιχνίδι.
(Στο μηχανικό)
Σ' αρέσει αυτό το παιχνίδι παιδί μου;

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
(Που παρακολουθεί αδιάφορα όλη αυτή την ώρα, ξέροντας το
άσκοπο των αιτήσεων της Ζωής στην Αθανασία)
Ναι Αθανασία.

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
Ε, τότε παίζε παιδί μου.
(Στο σκυλάκι της)
Να παίζει; Πες κι εσύ σκυλάκι μου
(ακούγεται το μηχανικό γαύγισμα του σκυλιού. Θριαμβευτικά:) Να παίζει. Το λέει και το σκυλάκι μου.
(Στον Λογοθέτη:)
Παίζε παιδί μου.
(Γελάει. Στη Ζωή)
Τελείωσαν τα σοβαρά;

ΖΩΗ
(απελπισμένη)
Τελείωσαν Αθανασία.
(Μονολογεί;)
Κι όμως κάτι πρέπει να γίνει… κάτι πρέπει να γίνει…

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
(Γελάει)
Θα γίνει... θα γίνει...
(χαϊδεύει το σκυλάκι της)

ΖΩΗ
(Στο μηχανικό)
Θα θέσω το θέμα στην ιδιοκτήτρια.

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
(Θορυβημένη)
Πού είναι; Πού είναι;

ΖΩΗ
Δεν είναι εδώ Αθανασία.
(Η Αθανασία ησυχάζει)

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Το καλλίτερο που έχεις να κάνεις. Είναι η μόνη αρμόδια και
ικανή να αποφασίσει.

ΖΩΗ
Το καλλίτερο θα ήτανε να υπακούς στις εντολές των προϊσταμένων σου. Είμαι σ΄ αυτή τη θέση επειδή έχω πείρα, ευαισθησία και ορθή κρίση

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Κι εγώ είμαι σ' αυτή τη θέση επειδή είμαι ικανός μηχανικός.

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
Εγώ γιατί είμαι εδώ παιδί μου;

ΖΩΗ
Για την επιθεώρηση Αθανασία.
(Κάθεται απογοητευμένη)

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
Και ποιος θα κάνει επιθεώρηση παιδί μου;

ΖΩΗ
Η κυρία Ιδιοκτήτρια.

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
Ω!
(Συμμαζεύεται. Παύση)

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Αθανασία, κάθε μέρα ο Χάρωνας κουβαλάει σωρούς νεκρές
κούκλες. Πώς η Αθανασία επιτρέπει να πεθαίνουνε κούκλες στην επικράτειά της;

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
Να πεθαίνουνε; Ποιος είπε ότι πεθαίνουνε;
(Στο σκυλάκι της:)
Πεθαίνει τίποτα σκυλάκι μου;
(Ακούγεται το γαύγισμα του σκυλιού)
Όχι, τίποτα δεν πεθαίνει. Το λέει και το σκυλάκι μου.

(Απέξω ακούγονται βαριά χτυπήματα, σαν όπως χτυπάει κάτι βαρύ πάνω σε ξύλινο πάτωμα. Η Ζωή και ο Λογοθέτης σηκώνονται και διορθώνουν την εμφάνισή τους. Η Αθανασία προσπαθεί να καταλάβει τι γίνεται. Ανοίγει η πόρτα και η γραμματέας εμφανίζεται θορυβημένη. Με σιγανή, συνωμοτική φωνή:)

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έρχεται. Ανεβαίνει τις σκάλες.
(Βγαίνει και κλείνει την πόρτα πίσω της. Τα βαριά βήματα
πλησιάζουν. Κανείς δε μιλάει. Σε λίγο η πόρτα ανοίγει και εμφανίζεται η Ανάγκη. Φοράει μια βαριά πανοπλία που αφήνει να φαίνονται μόνο δυο λαμπερά και σκληρά μάτια. Μπαίνει στο δωμάτιο με αργά, βαριά βήματα και στέκεται στη μέση ώστε να βλέπει και τους τρεις).

ΑΝΑΓΚΗ
Γεια σας.

ΖΩΗ
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
(Όλοι μαζί:)
Χαίρετε κυρία Ιδιοκτήτρια.

ΑΝΑΓΚΗ
(Στη Ζωή)
Όλα καλά;

ΖΩΗ
Υπάρχει ένα πρόβλημα κυρία ιδιοκτήτρια…

ΑΝΑΓΚΗ
(Χωρίς να δείχνει ότι ακούει τι της λέει η Ζωή, στο μηχανικό)
Όλα καλά;

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Μάλιστα κυρία ιδιοκτήτρια.

ΑΝΑΓΚΗ (Στη Ζωή)
Ποιο είναι το πρόβλημα;

ΖΩΗ
...Θα καθίσετε;

ΑΝΑΓΚΗ
Και να το ’θελα, δεν μπορώ. Αλλά δεν υπάρχει λόγος. Είμαι άνετα εδώ μέσα. Ποιο είναι το πρόβλημα;

ΖΩΗ
Θα σας το θέσω με δυο λόγια. Πρόκειται για τους πιθήκους. Ο
μηχανικός θέλει να τους δώσει εκτός από ένστικτο και λογική. Σαν υπεύθυνη της Διευθύνσεως Παραγωγής κρίνω ότι κάτι τέτοιο θα ήτανε πηγή δυστυχίας για τους πιθήκους. Σας παρακαλώ…

ΑΗΑΓΚΗ
Αρκετά. Να προχωρήσει ο μηχανικός.

ΖΩΗ
… Κυρία ιδιοκτήτρια ξέρετε καλλίτερα από μένα τις φοβερές
συνέπειες που θα είχε μια τέτοια ενέργεια. Ξέρετε καλλίτερα από μένα τα μειονεκτήματα μιας τέτοιας εξέλιξης, καθώς και την κακή φήμη που θα αποκτήσει το εργοστάσιό μας, αφού αυτό θα θεωρηθεί υπεύθυνο για τα τόσα δεινά που περιμένουν έτσι τους δυστυχείς πιθήκους…
(Η Ζωή λέει τα παραπάνω ακολουθώντας από πίσω την Ανάγκη, η οποία με αργά, σταθερά και βροντερά βήματα κατευθύνεται προς το γραφείο της Ζωής. Όταν φτάνει εκεί, σηκώνει το δεξί της χέρι και το αφήνει να πέσει βαρύ πάνω στο γραφείο. Το γραφείο γίνεται κομμάτια και ό,τι βρίσκεται πάνω
του σκορπίζεται στο πάτωμα. Η τελευταία λέξη της Ζωής εκφέρεται όταν η Ανάγκη έχει σηκώσει το χέρι της πάνω από το γραφείο της Ζωής. Η Ζωή που καταλαβαίνει τι πρόκειται να επακολουθήσει παύει να μιλά και οπισθοχωρεί ένα βήμα.)

ΑΝΑΓΚΗ
(Αμέσως ύστερα από το χτύπημα στο γραφείο της Ζωής:)
Να προχωρήσει ο μηχανικός.
(Όλοι μένουν εμβρόντητοι. Η Ανάγκη κάνει μεταβολή και κατευθύνεται προς την πόρτα. Πριν βγει στρέφει όσο της επιτρέπει η πανοπλία της και απευθύνεται στη Ζωή)
Και να πάρεις άλλο γραφείο.
(Βγαίνει).
                                            ΑΥΛΑΙΑ
ΤΖΟΥΛΙΑ
(CAL L.A.)

Η Τζούλια η εβδομηντάχρονη είναι πρόσχαρη.
Η Τζούλια είναι αλαφροπάτητη και πάντα γελαστή.
Η Τζούλια έχει ένα μυοτήριο μες στα μάτια της να λάμπει.

Η Τζούλια η εβδομηντάχρονη
στα κόκκινα ντυμένη
μας πλησιάζει
κι ακροπατώντας
πετάει γύρω μας σαν το πουλί.

Κι αφού τον γύρο συμπληρώσει,
στέκει μπρος μας
και κάτι ασήμαντο και σαν τυχαίο δηλώνει κάτι-
ας πούμε: "Σήμερα δεν έβρεξε".

Πόρνη δεν ήταν η Θαϊς κι η Κλεοπάτρα
που με μισθούς παχείς δινόνταν στον καθένα-
πόρνη είναι η Τζούλια η ανυστερόβουλη,
που όπως ο αέρας όλους ζει,
έτσι κι αυτή χωρίς να ξέρει τίποτε για πορτοφόλια
και ηλικίες κι αξιώματα
μας περιβάλλει με την πορνική της αύρα-
θεσπέσιο άρωμα ζωογόνο.

Πόρνη δεν είναι η δεκατετράχρονη του Πέραν
ούτε η δεκάχρονη του Τζιμπουντί.
Πόρνη είν’ η Τζούλια η εβδομηντάχρονη-
η Τζούλια η ψυχή του Έρωτα
που αρκεί μόνο κανένας να τη δει
και να χαθεί όπως σε κρεβάτι του καημού την ώρα,
να εξυψωθεί σαν σε βωμό σε ώρα προσευχής,
να βυθιστεί στη γέννα του αδιάφθορος.

Πόρνη δεν είναι η γυναίκα που σε τρώει 
πόρνη είναι η γυναίκα που σε βλέπει μόνο κι αναλώνεσαι.

Η μόνη πόρνη είναι η Τζούλια και γι αυτό
η μόνη ποθητή κι αγαπημένη.
Η μόνη λατρευτή.
Η μόνη πόρνη είναι η Τζούλια και γι αυτό
η μόνη είναι Γυναίκα.
ΑΠ’ ΑΥΤΟ ΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ ΛΕΙΠΕΙ Η ΑΓΑΠΗ.

Απ’ αυτό το τραπέζι λείπει η αγάπη.
Απ’ αυτή τη ζωή λείπει η χαρά.
Απ’ ότι κανείς έχει πάντα λείπει κάτι
όπως απ’ το βάτραχο λείπουν τα φτερά.
ΔΙΣΤΑΚΤΙΚΗ
(CAL L.A. ΕΡΙΛΗ)

Μες στ’ όνειρό της θα ’θελα να μπω κι ένα φιλί
ερωτικό να έδινα στο ροζ μικρό της στόμα.
Να εξυπνούσε απότομα αυτή και πελιδνή
ν' αναζητούσε λυτρωμό απ’ το που θα ’καιε στρώμα.

Και το πρωί όταν θα ’ρχονταν θα ’θελα να κοιτά
φωνές και ήχους και μορφής σημάδια να ταιριάσει
και της νυχτιάς τον άλυπο εραστή καθώς ζητά
στις ρίζες της λατρείας μου της άπειρης να φτάσει.

Και να την έβλεπα ήθελα καθώς διστακτική
να σκαρφαλώνει θα ’ρχιζε γεμάτη δυσπιστίες
στο δέντρο μου-εδώ ’γγίζοντας, μυρίζοντας εκεί
τις άγνωστές της ψάχνοντας ν’ αναγνωρίσει αξίες.

Τ’ αλάθητα έτσι άμαθη χνάρια να προσπερνά
το τάσι άδειο να θαρρεί που έρωτα ’ξεχείλα
κι απελπισμένη απ’ του κορμού τη μέση να γυρνά
ενώ θα τρέμουν-θα πλαντούν-θα σκούζουνε τα φύλλα.