Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016

 Θύμηση

Η πρώτη μου θύμηση από τα παιδικά μου χρόνια είναι οι βόλτες που μου έκανε η Ελένη κρατώντας με στην αγκαλιά της. Ήμουν ενός με ενάμισι χρονών. Εκείνη κοριτσόπουλο δεκάξη-δεκαεφτά. Γειτόνισσα και πανέμορφη, με έπαιρνε τα βραδάκια και με πήγαινε αγκαλιά ως την αρχή του ελαιώνα, εκεί που ήτανε ο τάφος του  παλιού βασιλιά. Δεξιά κι αριστερά του δρόμου ήτανε χωράφια σπαρμένα με στάρι. Η Ελένη έκοβε ένα δυο, καθάριζε ένα ένα τα σπυριά τους, έτρωγε κι αυτή και μου έβαζε κι εμένα στο στόμα ένα ένα. Όταν τελείωνε το φαγητό, η Ελένη μου κατέβαζε το βρακάκι μου και μού χάιδευε και μού φιλούσε τα γεννητικά μου όργανα. Θυμάμαι την ευχαρίστηση που ένιωθα στα χάδια και στα φιλιά της, θυμάμαι που έλεγα μέσα μου λίγο πριν κάθε φορά με χαϊδέψει ή με φιλήσει: «κοίτα, τώρα θα το κάνει…»
Και με είχε μάθει να λέω «σαγαπώ» όταν με ρωτούσε «μ’ αγαπάς;». Και μου είχε μάθει ανοίγοντας τα χέρια μου όσο έπαιρνε, να απαντάω «τόοοοσο» στην ερώτησή της «πόσο;» Τις ερωταποκρίσεις αυτές τις διασκέδαζα, όπως και τα χάδια της, πραγματικά.
Μου άρεσαν όλα αυτά. Καμιά φορά, όταν μεγάλωσα, σκεπτόμουν ότι έχουν δίκιο εκείνοι που λένε ότι την αίσθηση του ωραίου τη φέρνουμε μέσα μας όταν γεννιόμαστε. Αμέσως όμως μετά από αυτή τη σκέψη ακολουθούσε το ερώτημα ήταν η Ελένη όμορφη γιατί ήταν όμορφη ή γιατί αυτό που κάναμε μου άρεσε; Και μέχρι σήμερα δεν βρίσκω απάντηση στα ερωτήματά μου αυτά. Όταν μάλιστα σύγκρινα την ομορφιά της Ελένης με την ασχήμια της αδερφής της τής Αθηνάς, το πράγμα μπερδευόταν χειρότερα, επειδή η Αθηνά δεν είχε τέτοιες σχέσεις και επαφές μαζί μου.
Τα στάχυα γύρω από τον καρπό τους έχουν τα άγανα, τα οποία έπρεπε να καθαριστούν πριν το σπυρί του σταχυού φαγωθεί. Θυμάμαι τη μητέρα μου να λέει στην Ελένη καθώς αυτή, με μένα αγκαλιά έβγαινε από το σπίτι μας, “μην του δώσεις στάχυα του παιδιού, θα πνιγεί”. Καταλάβαινα ότι πνιγμός είναι κάτι πολύ κακό και πάντοτε όταν η Ελένη με τάγιζε τα στάχυα, ο φόβος του θανάτου με καταλάμβανε. Θυμάμαι, ναι, θυμάμαι και θυμάμαι, που γύριζα πολλή ώρα τα σπυριά στο στόμα μου πριν τα καταπιώ.  Και, αν και η Ελένη καθάριζε τα άγανα όσο μπορούσε και όσο της επέτρεπε η ανέγνοιαστη νιότη της, δυο τρεις φορές χρειάστηκε να χώσει κυριολεκτικά το δάχτυλό της στο στόμα μου για να βγάλει κάποιο άγανο που είχε σταθεί στο λαιμό μου και με έκανε να πνίγομαι.
Από τότε ταίριαξα μέσα μου τον Έρωτα με το Θάνατο. Η Φύση μας διδάσκει από μικρούς ότι αυτά πάνε μαζί-καλλίτερα πως είναι ένα και το ίδιο πράγμα.
Την Ελένη την έβλεπα μέχρι που έγινα έξη χρονών. Ύστερα η οικογένειά μου έφυγε από την πόλη. Έκτοτε δεν ξαναείδα την Ελένη. Την άκουσα στο τηλέφωνο μόνον, όταν την πήρα, γριά πια, για να της πω ποιος ήμουν και να της πω ότι ήθελα να την έβλεπα. Μου είπε πως θα με περίμενε. Δεν πήγα τελικά. Ίσως γιατί όπως  η ίδια μου είπε, είχε παντρευτεί και τώρα είχε και εγγόνια.
Όταν μου είπε ότι έχει παιδιά και εγγόνια, ένα βέλος ζήλειας πέρασε μέσα από την καρδιά μου.         
Άραγε αυτή ένιωσε κάτι όταν ξανάκουσε τη φωνή μου;
ΣΤΑ ΞΕΝΑ
(CAL L.A.)

Αγαπημένοι φίλοι μου για με μη βάζετε έγνοια.
Kαλά περνώ στην ξενιτιά. Πρόβλημα εδώ κανένα.
Εξέφυγα από τα μικρά κι από τα τιποτένια.
Σας ξαναλέω: μη γνοιάζεστε-μη σκέφτεστε για μένα.

Στο εργοστάσιο του ατσαλιού έχω σαράντα εργάτες.
Ο,τι διατάξω γίνεται. Με λογαριάζουν όλοι.
Έχω τους πλουσιότερους εμπόρους για πελάτες.
Είμαι γνωστός και σεβαστός σ’ ολόκληρη την πόλη.

Τρία αυτοκίνητα κρατώ κι ένα έχω παραγγείλει
απ’ τα μεγάλα κότερα για βόλτες στα πελάγη
(θα καίει δεκάξι τάλιρα σ’ ένα μονάχα μίλι)
για να ξεφεύγω απ’ της σκληρής ρουτίνας τα τενάγη.

Μες σε ντουλάπες δρύινες με ασημένια φύλλα-
που να ταιριάζουν μ’ όλες μου τις ψυχικές διαθέσεις-
έχω κοστούμια αμέτρητα με χρώματα ποικίλα.
Ναι! Ζω μια ξέχωρη ζωή με πλούτο και ανέσεις.

Η μέρα σπρώχνεται εύκολα. Τη νύχτα κουρασμένος
κοιμάμαι αμέσως-αύριο πρόγραμμα ίδιο πάλι.
Γι αυτό σας λέω, προβλήματα δεν έχω-ορισμένως
εγλίτωσα απ’ το άσχημο που ’χα εκεί πέρα χάλι.

Όλα καλά. Μονάχα να! υπάρχουν κάτι βράδια-
καθώς αυτά τα βροχερά βράδια τα ρημαγμένα,
που όπως τα ψάρια σπαρταρούν πιαστά στα παραγάδια
κι ο ταύρος ο δικέρατος πεσμένος στην αρένα,

έτσι εντός τους σπαρταρούν κάτι ψυχές θλιμμένες. 
Κάτι βραδιές που τις βαθιές κουτάλες τους αρπάζουν
οι υπηρέτες του Θεού που πίσσα ειν’ αλειμμένες,
με φόβο τις γεμίζουνε και μέσα τις αδειάζουν

στις θλιβερές έτσι ψυχές αυτών που ζουν στα ξένα.
Τέτοιες βραδιές που μέσα τους η ελπίδα δεν αντέχει-
τέτοιες βραδιές -πώς να την πει την πεθυμιά η πέννα...
να!.. θα ’θελα να ήμουνα κοντά σας όταν βρέχει.
Η Ιστορία δε γίνεται επιστήμη παρά όταν οι άνθρωποι έχουν θελήσει να διευθύνουν καθαρά την Ιστορία τους.
Χέγκελ, Φιλοσοφία της Φύσης


Από τον αληθινό αντίπαλο παίρνεις άπειρο θάρρος.
Φ. Κάφκα, Τα μπλε τετράδια

ΠΩΣ ΠΕΘΑΙΝΑΝ ΟΙ ΚΟΥΜΟΥΝΙΣΤΡΙΕΣ

ΜΑΡΙΑ ΡΕΠΑ

Δεκατετράχρονη. Κλειστό μπουμπούκι.
"Βαμμένη" ο επίτροπος την είπε.
Τίτλος τιμής! Βαμμένη! Που σημαίνει
σε λευτεριά, σε δίκιο, πρωτοπόρα!

Όταν τη στήσανε κι αυτήν στον τοίχο
ο επικεφαλής πάει και της λέει:
"Επειδή είσαι νέα, το δικαστήριο αποφάσισε να σου χαρίσει τη ζωή, αν υπογράψεις δήλωση έστω και τώρα".
Και η Μαρία περήφανα του λέει:
"Μη χάνεις τα λόγια σου φίλε. Προχώρα! Κάτι θα χρησιμέψει και το δικό μου αίμα στη λευτεριά."

Όταν τη χτύπησαν οι δολοφόνοι
δεν έπεσε στο χώμα το κορμί της.
Mόνο τα ρούχα της σαν ανοιγμένη
από αέρα κάποιονε ομπρέλα
σαν ροδοπέταλα πέσανε κάτω,
ενώ ζωφόρο άρωμα εκείνη
στη γη μας και στο σύμπαν διαχυνόταν.
ΥΠΝΕ ΓΛΥΚΕ ΒΑΣΙΛΙΑ

Ύπνε γλυκέ βασιλιά
στα παλάτια σου τ’ άφωτα πάρε με πάλι απόψε.
Στα παλάτια σου τα χιλιοφωτισμένα
οδήγησε με πάλι απόψε.
Και φέρε στο θέατρο σου
τα πιο μαγευτικά σου σκηνικά
τους πιο αστείους κλόουν και θεατρίνους σου
και τ’ ομορφότερο κορίτσι του θιάσου.
Η μέρα ήτανε σκληρή. Μόνον εσύ
τη μνήμη της μπορείς να μου απαλύνεις.
ΕΝΑΣ ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
(συνέχεια)


ΓΚΕΟΡΓΚΙ ΝΙΤΟΓΙΟΥ
Εγκώ μισό. Άλλο μισό κάτονται άλλοι;

ΑΛΕΞΕΙ
(δείχνοντας τους συγγενείς)
Ναι, μερικοί από τους κυρίους…

ΓΚΕΟΡΓΚΙ ΝΙΤΟΓΙΟΥ
Ευκαριστώ κύριο Αλεξέι Κιρίλοβιτς!

ΑΛΕΞΕΙ
(στον δικηγόρο)
Τώρα Νικολάι Μπουλγκάνωφ μπορούμε να κάνουμε τη μεταβίβαση των χρημάτων;

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ
Βεβαίως.

ΑΛΕΞΕΙ
Έχω εδώ χαρτί και στυλό. Πέστε μου τι γράφω.

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ
Δεν έχει γίνει καμία αλλαγή  στη χτεσινή σας απόφαση;

ΑΛΕΞΕΙ
Καμία.

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ
Γράψτε. «Εγώ, ο Αλεξέι Κιρίλοβιτς, σήμερα την… βάλτε τη σημερινή ημερομηνία… έχοντας σώας τας φρένας μου, δηλώνω ενώπιον του δικηγόρου κυρίου...το όνομά μου, και του γιατρού Ιβάν Αμπράμοβιτς, ότι αφήνω όλα μου τα χρήματα, συμποσούμενα εις το ποσόν των τεσσαράκοντα εκατομμυρίων δολαρίων, στην Άννα Κουρίσοβα…
(βοή, ξεφωνητά και αποδοκιμασίες από τους συγγενείς) Ξεχωρίζουν λέξεις όπως «σπιτωμένη», «εμάς, το αίμα σου», «παλιάνθρωπε», «ανώμαλε»)

ΝΤΑΡΙΑ
(φωναχτά)
Δεν έχει το δικαίωμα να μη μας αφήσει τίποτα!
(σηκώνεται και πλησιάζει απειλητικά τον Αλεξέι. Ο Ερμίρ Μένικο βγάζει ένα μαχαίρι από τη ζώνη του και στέκεται μεταξύ του Αλεξέι και της Ντάρια. Το ίδιο κάνει και ο Γκεόργκι Νιτόγιου με ένα πιστόλι. Η Ντάρια σταματάει)

ΑΛΕΞΕΙ
(στους Ερμίρ και Γκεόργκι, δυνατά, επιτιμητικά)
Ε! Βάλτε τα μέσα αυτά! Εδώ ήρθατε για να πάρετε σπίτια και όχι για να κλείσετε!..)
(Οι Ερμίρ και Γκεόργκι συμμορφώνονται)

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ
(στη Ντάρια)
Παρακαλώ καθίστε κυρία μου. Μπορείτε να προσβάλετε τη διαθήκη. Αλλά και τότε ο Κύριος Αλεξέι Κιρίλοβιτς είναι το πιο πιθανό ότι θα υποχρεωθεί να αφήσει σε όλους σας από ένα δολάριο. Καθίστε σας παρακαλώ.
(Η Ντάρια κάθεται μουρμουρίζοντας)

ΜΑΞΙΜ
(στον Αλεξέι)
Μόνο μπράβους δεν είχες μέχρι τώρα. Όλα τα άλλα τα είχες βρωμερέ.

ΑΛΕΞΕΙ
(στο δικηγόρο)
Συνεχίζουμε.

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ
Είχαμε μείνει;..  Στην Άννα Κουρίσοβα! Γράψε τη διεύθυνση κατοικίας της.

ΑΛΕΞΕΙ
«…μόνιμη κάτοικο Αμερικής, οδός Όουενσμάουθ αριθμός 8741,  Κανόγκα Πάρκ, Λος ΄Αντζελες, Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής»
(Γυρίζει ερωτηματικά στον δικηγόρο)

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ
Τίποτε άλλο. «Ο δηλών» και υπογράψτε.
(Ο Αλεξέι το κάνει. Δίνει τη διαθήκη στον δικηγόρο)

ΑΛΕΞΕΙ
Ορίστε!

ΑΝΝΑ
Κύριε Νικολάι Μπουλγκάνοβιτς μου δίνετε αυτή τη δήλωση;
(Ο δικηγόρος της τη δίνει)
(Στο δικηγόρο)
Ποτέ δεν μου άρεσαν τα χρήματα. Ούτε αυτά θέλω. Εκείνο που εγώ θέλω είναι ετούτος ο φάκελος…
(παίρνει ένα φάκελο πάνω από τον μπουφέ στον οποίο τον είχε ακουμπήσει μπαίνοντας)
…που έχει μέσα τα ποιήματα του Αλέξη και που ελπίζω να περιλάβει και όσα άλλα γραφτά του ο Αλέξης θα μου κάνει τη μεγάλη χάρη να μου εμπιστευτεί. Ξέρω ότι ο Αλέξης έπρεπε να κάνει αυτή τη μεταβίβαση σε μένα, για να είναι σίγουρος ότι και τυπικά έκανε ό,τι μπορούσε για να με αφήσει στη Ρωσία. Όμως εγώ δε θα μείνω εδώ. Όσο ο Αλέξης με θέλει θα είμαι πάντα μαζί του. Γι αυτό και θα σκίσω αυτό το χαρτί που δε λέει τίποτα σε μένα.
(Σχίζει τη διαθήκη και ρίχνει τα κομμάτια της στο τζάκι. Απόλυτη σιγή)

ΑΛΕΞΕΙ
(στην Άννα)
Σ’ ευχαριστώ.
(στον Γκεόργκι)
Γκεόργκι, φέρε το κουτί από μέσα σε παρακαλώ.
(Ο Γκεόργκι βγαίνει και μπαίνει γρήγορα κρατώντας ένα χαρτόδεμα που δίνει στον Αλεξέι. Στον Γκεόργκι)
Ευχαριστώ.
(Ανοίγει το κουτί και αποκαλύπτονται παχιές δέσμες δολαρίων.
Στο δικηγόρο)
Και για μένα βάρος είναι το χρήμα Νικολάι Μπουλγκάνοβιτς. Έτσι δε μου μένει να κάνω παρά αυτό…
(Παίρνει μια καρέκλα και την τοποθετεί κοντά στο τζάκι. Κάθεται σ’ αυτήν και ρίχνει μια δεσμίδα δολαρίων στη φωτιά. Αυτή καίγεται με ζωηρές φλόγες. Αναταραχή στους συγγενείς. Φωνές, έκπληκτα επιφωνήματα και βρισιές ακούγονται.

ΝΤΑΡΙΑ
(έξαλλη)
Τι κάνεις εκεί βρωμιάρη;
(στο δικηγόρο)
Πώς τον αφήνετε;..

ΜΙΣΑ
Έτσι να καείς κι εσύ σκατόγερε! Πατέρας είσαι συ;…

ΜΑΞΙΜ
(δυνατά)
Κύριε δικηγόρε πώς τον αφήνετε να καίει την περιουσία του κράτους;

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ
Είναι δική του περιουσία κύριε!

(Ο Αλεξέι εξακολουθεί να ρίχνει στη φωτιά τα χρήματα κάτω από τη φασαρία, τις αποδοκιμασίες, τα παρακάλια και τις βρισιές των συγγενών. Οι αλλοδαποί πλησιάζουν τον Αλεξέι)

ΓΚΕΟΡΓΚΙ ΝΙΤΟΓΙΟΥ
Δώσε μας από ένα τούβλο αφεντικό…

ΑΛΕΞΕΙ
Θα βρείτε πολλά τούβλα στα σπίτια που θα μείνετε.
(Η Άννα πηγαίνει δίπλα στον Αλεξέι και του δίνει μία μία τις δεσμίδες τις οποίες αυτός με τη σειρά του ρίχνει στη φωτιά, ώσπου καίγονται όλες. Ο Αλεξέι σηκώνεται και γυρίζει προς τους συγγενείς)
(Βλέποντας προς τον Βασίλι)
Γεια σου Βασίλι!

ΒΑΣΙΛΙ
(όρθιος, κινώντας το χέρι σε χαιρετισμό)
Γεια σου παππού Αλεξέι Κιρίλοβιτς!

(Βγαίνουν ο δικηγόρος, η Άννα , οι δύο αλλοδαποί και πίσω τους ο Αλεξέι)

ΙΒΑΝ
(στους συγγενείς)
Σας υποσχέθηκα να τον πείσω να σας δεχτεί. Και το έκανα. Δεν μπόρεσα να κάνω τίποτε άλλο. Γεια σας.
(βγαίνει)

                                                 ΑΥΛΑΙΑ

Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

Η ΜΙΚΡΗ ΧΩΡΙΑΤΟΠΟΥΛΑ
(CAL L.A.)

-Μικρή χωριατοπούλα απ’ το Μαϊάμι
γιατί σε τρίχινο ξαπλώνεις χράμι;
-To τρυφερό τρυπάει το κορμί μου
και κόβει τη φωτιά και την ορμή μου.

Κι αν λύσεις της ποδιάς μου το φιογκάκι
καυτό θα σου χαρίσω ένα φιλάκι.
Και μόνο να μου άγγιζες το χέρι
λαμπρό θα σου εχάριζα εν’ αστέρι.

-Μικρή χωριατοπούλα γιατί τρέχεις;
γιατί ολόημερα στασό δεν έχεις;
-’ποσταίνοντας τις μέρες στα λαγκάδια
πιο ήρεμα διαβαίνουνε τα βράδια.

Κι αν έρθεις στη στιγμή θα σου χαρίσω
τα’ ωραίο το πουλί το παραδείσιο
και όλα θα ’ν’ της Άνοιξης τα μύρα
δικά σου σα θα κρούσεις μου τη θύρα.

-Μικρούλα μου, άφησέ με να βοηθήσω
εγώ τα ξύλα σου να κουβαλήσω.
-Αψήφιστο αυτό μπροστά στο άλλο
τ’ αβάσταγο το βάρος-το μεγάλο.

Κι αν λύτρωση από κείνο θα μου φέρεις
θα μάθεις μυστικά που δεν τα ξέρεις. 
Κι αν λύσεις των μαλλιών μου τις πλεξίδες
τα χάδια θα σου δώσω που δεν είδες.
Η Ιστορία δε γίνεται επιστήμη παρά όταν οι άνθρωποι έχουν θελήσει να διευθύνουν καθαρά την Ιστορία τους.
Χέγκελ, Φιλοσοφία της Φύσης


Από τον αληθινό αντίπαλο παίρνεις άπειρο θάρρος.
Φ. Κάφκα, Τα μπλε τετράδια

ΠΩΣ ΠΕΘΑΙΝΑΝ ΟΙ ΚΟΥΜΟΥΝΙΣΤΡΙΕΣ

ΓΙΑΓΙΑ ΒΑΪΤΣΑ

Η γιαγιά Βαϊτσα, εξηντάχρονη,
επιάστηκε γιατ’ ήταν τα παιδιά της
στο βουνό αντάρτες με τον Άρη.
Εστράφηκε στους δύο φύλακές της
και στό απόσπασμα που έτοιμο ήταν:
"Φονιάδες, όταν ήτανε να πολεμήσετε τους γερμανούς, μου καθόσαστε στην Αθήνα καλοπερνώντας. Τώρα τα βάζετε με τις γριές ψοφίμια. Και πάλι όχι μόνοι σας μα με τις πλάτες των αφεντικών σας των αμερκανών. Α! Και να ’μουνα είκοσι χρονώνε, σας το λέω, δε θα γλίτωνε κανείς σας από μένα. Μα και τώρα..."
Και όρμησε στο απόσπασμα ενάντια.
Ω! ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΡΑΜΜΗ

Ω! Φωτεινή γραμμή
που μες στο σκότιο δώμα το ίχνος σου αφήνεις
σαν μία νότα απ' τη μεγάλη συναυλία
σαν μια πετρούλα απ’ την απέραντη οροσειρά,
σαν ένα φύλλο απ' το ατέλειωτο το δάσος!

Ω! Φωτεινή γραμμή!
Δε θέλω εγώ
δάσος κι οροσειρά και συναυλία
Αρκείς εσύ γραμμούλα φωτεινή
που μες στο σκότιο δώμα μου το ίχνος σου αφήνεις-
αρκείς εσύ γραμμούλα φωτεινή
για να φλογίσεις τη μικρή ζωή μου.

Τρίτη, 28 Ιουνίου 2016

ΘΑΝΑΤΟΣ-12
Η Αγγλία έξω από την Ευρώπη. Ένας κρίκος ακόμη στην αλυσίδα που δένει τους λαούς, συμμαζεύοντάς τους από τις ρούγες, τα πορνεία και τις κρουαζιέρες στις οποίες είχαν απλωθεί.
Οι γραμμές των συνόρων που η αχρηστία τις είχε ξεθωριάσει ξαναχαράζονται βαθύτερα τώρα.
Οι ευγενικοί κλέφτες δίνουν τη σκυτάλη σε μικροαπατεώνες, η ήρεμη, σκόπιμα και υποβολιμαία σιγανή φωνή της Βουλής γίνεται εκφρασμένο μίσος και ελεύθερη κραυγή  στους δρόμους και στα πεζοδρόμια.
Κορώνες βάφονται, θυρεοί ξεσκονίζονται, η Πείνα φοράει τα καλά της.
Ο Πόλεμος χασμουριέται αγουροξυπνημένος, κοιτάει το ρολόι, μουρμουρίζει «παρακοιμήθηκα!..» και ξυρίζεται βιαστικά για να μην αργήσει στο ραντεβού του με τη Δυστυχία. Από τώρα έχουν συμφωνήσει για το όνομα του παιδιού: Πάντα.
ΣΤΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ

Στους χρόνους της ειρήνης
οι κρότοι ήταν του κάρου
που έρχονταν πολύχρωμο πάνω στο καλντερίμι
με τραγουδώντας τους αρμούς του.
Στα χρόνια της ειρήνης οι καπνοί
ήταν απ’ τις φωτιές του Αη-Γιαννιού
στ’ αλώνια.
Στα χρόνια της ειρήνης
το αίμα
μας το θυμίζανε οι κόκκινες σημαίες.

Στα χρόνια της ειρήνης
οι πληγές ήταν αγάπης μόνο.

Μα τόσο ήταν οι πληγές βαθιές
και τόσο επονούσαν και δαγκώναν
που λέω καλώς τόνε τον πόλεμο
που καιρό για τέτοια δεν αφήνει.
ΕΝΑΣ ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
(συνέχεια)

ΝΤΑΡΙΑ
(στη Μίσα)
Σκας που μ’ αγαπάει, ε; Πουτάνα!

ΜΙΣΑ
Πουτάνες είναι οι κόρες σου.

ΒΕΡΟΥΣΚΑ
(στη Ντάρια)
Άντε, έκλαψες, τον λιβάνισες, έχεις κι άλλα να πεις;

ΝΤΑΡΙΑ
Εγώ αμαρτία εξομολογημένη είναι και συχωρεμένη. Εσύ μωρή και ο άντρας σου τι ήρθατε να κάνετε; Όσο και να του παρακαλεθείτε, ξεχνιέται που του πήρατε το σπίτι και τον αναγκάσατε να φύγει από την πατρίδα; Ε; ξεχνιέται αυτό; Ή επειδή τα σκαρώνατε μαζί με τον άντρα σου νομίζεις ότι έχεις μισή την ευθύνη; Όλοι ξέρουνε ότι τον κάνεις ό,τι θέλεις τον χαμένο.

ΒΕΡΟΥΣΚΑ
Ναι. Είμαστε ταιριαστό ζευγάρι. Γι αυτό το σπιτικό μας πάει καλά. Και αν είχαμε πραγματικούς σοσιαλιστές πολιτικούς και δεν ερχόταν η καταραμένη η κρίση, τώρα δεν θα ήμασταν εδώ.
Άντε, γλείψε όσο έχεις να γλείψεις να πούμε κι εμείς δυο λόγια.

ΝΤΑΡΙΑ
Τελείωσα. Εσύ είσαι που ποτέ δε θα πάψεις να μιλάς για πολιτικά λέγοντας μανιακές αρλούμπες κάθε τόσο γι αυτά.
(γυρίζει στον άντρα της)
Εσύ θέλεις να πεις κάτι;

ΜΠΟΡΙΣ
Έχω να πω Αλεξέι Κιρίλοβιτς ότι αν σε ειρωνευόμουνα για την άγνοιά σου σε πράγματα της καθημερινότητας, δεν το έκανα από κακία-έτσι είμαι φτιαγμένος, όλους τους ειρωνεύομαι. Και συ έδειχνες σαν να είσαι φερμένος από άλλον πλανήτη μωρέ αδερφέ μου...

ΝΌΡΑ
(στον Μπόρις)
Μπα, μη λυπάσαι παππού γιατί ο θείος στα ψέλνει σε δυο του ποιήματα. Και η μαμά μάς είπε να μη σου το πούμε. Το ένα το γλίτωσα από τη φωτιά. Όταν πάμε στο σπίτι θα σου το διαβάσω.

ΝΤΑΡΙΑ
(Στη Νόρα)
Για τόλμα!..

ΜΠΟΡΙΣ
Αποκλείεται. Εγώ δεν έχω κανένα ψεγάδι. Είμαι ο ένας, ο μοναδικός, ο καλλίτερος σε όλα.

ΟΛΓΚΑ
(στον Μπόρις)
Ξέχασες να πεις και μετριόφρων παππού…

ΒΕΡΟΥΣΚΑ
Εντάξει μοναδικέ, τώρα να μιλήσουμε κι εμείς.
(στον άντρα της)
Πες του Μαξίμ μου!..

ΜΑΞΙΜ
(στον Αλεξέι)
Ώστε περίμενες να σε αφήσω να μείνεις στο σπίτι; Πρώτα πρώτα αν μπορούσε, η μάνα μου δε θα σου άφηνε τίποτα. Μα ο νόμος την υποχρέωνε και δεν γινόταν αλλιώς. Και γιατί να στο άφηνε; Την κοίταξες καθόλου; Της πήρες εσύ χρυσή αλατιέρα στη γιορτή της; Της έκανες δώρο εσύ ταξίδι στην Ινδία; Της έφερνες τα καινούργια φορέματα από το Παρίσι πριν ακόμα φορεθούν εδώ; Όχι. Και με τι λεφτά;  Ένας κακομοίρης και ένας ανεπρόκοπος ήσουνα. Για σένα μόνον ο πατέρας σου υπήρχε. Ξέρεις πώς σκέφτηκα και σε έδιωξα από το σπίτι; Θα σου το πω. Έλεγα πως έτσι αρρωστιάρης που ήσουνα θα ψόφαγες γρήγορα και το σπίτι θα έμενε στο γιο μου που τον αγαπώ.
(προς τον Αντρέι σπαραξικάρδια)
Σ’ αγαπώ μωράκι μου!

ΑΝΤΡΈΙ
(ίδια)
Και εγώ σε αγαπάω μπαμπάκα μου γλυκέ!

ΜΑΞΙΜ
(συνεχίζει)
Δεν ψόφησες. Εύχομαι γρήγορα να γίνει αυτό για να λείψει από τη γη ένας ονειροπαρμένος ποιητάκος ακόμα. Για να σου πω αυτά ήρθα εδώ, όχι για τα λεφτά σου. Όχι γιατί δεν θέλω λεφτά, με ξέρω τι καθίκι είσαι και πως ό,τι κι αν κάνω δε θα μου δώσεις τίποτα.

ΒΕΡΟΥΣΚΑ
Τι λες βρε χαζέ; Έτσι είχαμε συμφωνήσει; Ήθελες να του τα πεις,  ωραία, του τα είπες, μα όχι να του λες ότι δε θέλεις λεφτά… Τι θα τα κάνει; όλα αυτή η σπιτωμένη θα του τα φάει; Ας όψονται οι πολιτικοί μας που επιτρέπουν τέτοιες συνυπάρξεις… Όμως και ο νόμος ακόμα λέει πως κάτι πρέπει να δώσει στ’ αδέρφια του.

ΝΑΤΑΛΙΑ
Ναι θείε, θέλουμε λεφτά. Σε παρακαλώ δώσε σε μένα κάτι αν όχι στον πατέρα μου και στη μάνα μου. Έχω παιδί πνευματικά καθυστερημένο. Το κράτος δεν φροντίζει.
(σιωπή)

ΜΙΣΑ
(στον άντρα της)
Η σειρά μας είναι. Μίλα!
(τον σκουντάει)
Μίλα ρε κοιμισμένε! Γιος του είσαι! Και το παιδί σου εγγόνι του! Μίλα!
(ο Αντόνι κοιτάζει κάτω φανερά στενοχωρημένος που του λένε να κάνει κάτι που δεν το θέλει ή δεν το μπορεί)
Μίλα ρε! Αχ! Που αν δεν ήμουνα εγώ θα ήσουνα στην ψάθα τώρα! Με άλλους ξέρω να τα βγάζω πέρα και να σε ξελασπώνω κάθε που τα σκατώνεις. Μα εδώ δεν πιάνει ο λόγος μου. Εσύ πρέπει να του τα πεις. Μίλα ρε χαμένε! Πες του κάτι!..

ΑΝΤΟΝΙ
(με δυσκολία βγάζοντας τα λόγια από το στόμα του)
…Θα σκεφτώ…

ΜΙΣΑ
Ωχ! Θα σκεφτεί! Σκέψου βλάκα! Σκέψου και σε είκοσι χρόνια που ίσως τον ξαναδείς του ζητάς! Βλάκα! Ε βλάκα! Από τις σκέψεις σου τα έχουμε πάθει όλα-που πάντοτε σκέφτεσαι και κάνεις εκείνο που καταστρέφει εσένα πρώτα κι εμάς μαζί σου. Σκέψου!.. Βλάκα!

(Ο Βασίλι σηκώνεται και πηγαίνει προς τον Αλεξέι. Η Ντάρια τον μαλώνει)

ΝΤΑΡΙΑ
(σιγά και επιτακτικά)
Κάτσε εδώ! Μην πας! Κάτσε κάτω!
(Ο Βασίλι δεν την ακούει. Πηγαίνει και στέκεται μπροστά στον Αλεξέι. Ο Αλεξέι γυρνά προς αυτόν)

ΒΑΣΙΛΙ
Παππού Αλεξέι Κιρίλοβιτς, ντρέπομαι για το πώς σου φέρονται όλοι τους και για όσα λένε για σένα στο σπίτι. Και ούτε που πίστεψα ποτέ τίποτε από αυτά. Ξέρω ότι είναι ψέματα. Και λυπάμαι για όσα σου έκαναν.
(Βγάζει από την τσέπη του ένα χαρτί. Το δίνει στον Αλεξέι)
Γράφω κι εγώ ποιήματα.
(Ο Αλεξέι παίρνει το χαρτί και με ύφος σοβαρό το διαβάζει. Με το χέρι του αγγίζει το κεφάλι του Βασίλι)

ΑΛΕΞΕΙ
Να έχεις την ευχή και την ευλογία μου. Θα γίνεις μεγάλος ποιητής. Αν μπορέσεις και ξεφύγεις από τα νύχια τους και θελήσεις να έρθεις στην Αμερική, θα σε περιμένω για να σε βοηθήσω σε ό,τι θελήσεις.
(Του δίνει το χαρτί. Σκύβει και τον φιλάει)

Βασίλι
(Αγκαλιάζει τον Αλεξέι)
Σ’ ευχαριστώ παππού Αλεξέι Κιρίλοβιτς.
(Πηγαίνει στη θέση του)

ΑΛΕΞΕΙ
(στους συγγενείς)
Θέλει άλλος να πει κάτι;
(Οι συγγενείς δεν μιλούν. Ο Αλεξέι βγάζει δυο χαρτιά από την τσέπη του. Στο δικηγόρο)
Κύριε Νικολάι Μπουλγκάνωφ, όπως σας έλεγα και χτες, ορίζω το μισό από κάθε ένα από δύο σπίτια. Το ένα μισό το παραχωρώ στον κύριο Ερμίρ Μένικο και το άλλο στον κύριο Γκεόργκι Νιτόγιου. Αυτά τα χαρτιά είναι φωτοτυπίες των διαβατηρίων τους και τα τηλέφωνά τους.
(Του τις δίνει. Στρέφεται στους δύο αλλοδαπούς)
Αυτά είναι τα στοιχεία του δικηγόρου με τον οποίο θα συνεργαστείτε. Τον έχω ήδη κάνει πληρεξούσιό μου.
(διαλέγει το ένα χαρτί και το δίνει στον Ερμίρ Μένικο)
Αυτό είναι για σένα…

ΕΡΜΙΡΜΕΝΙΚΟ
Ευκαριστώ κύριο Αλεξέι Κιρίλοβιτς.

ΑΛΕΞΕΙ
Και αυτό για σένα Γκεόργκι…
(του το δίνει)

ΓΚΕΟΡΓΚΙ
Ευκαριστώ.

ΕΡΜΙΡ-ΜΕΝΙΚΟ
(στον δικηγόρο)
Εγκώ ντεν έχει χαρτιά Ρωσία…

ΑΛΕΞΕΙ
Δεν πειράζει Ερμίρ αφού έχεις διαβατήριο. Το ξέρει ο δικηγόρος. Τον έχω ενημερώσει για όλα σχετικά με σας.

ΓΚΕΟΡΓΚΙ ΝΙΤΟΓΙΟΥ
Πότε τα κάτσουμε σπίτι μέσα;

ΑΛΕΞΕΙ
Αμέσως όταν γίνει η μεταβίβαση.
(συνέχεια)
                            ΞΕΦΤΑ
                           (CAL L.A.)

Τα πρωινά οι φωνές σα σβήνουν των πραγμάτων
κι ακόμα πριν καλά καλά η ηχώ τους να χαθεί
έρχεται η ώρα των πολλών μικρών πικρών θανάτων
την πόρτα της ανίας μας να κρούσει την κλειστή.

Σαν βόμβος από μέλισσες, σα μούρμουρο ρυακιού
διαβαίνει από μέσα μας και στους ανέμους πάει
και κάποιο ρίγος μας περνά σαν παίξιμο ματιού
μες στις αισθήσεις μας καθώς τυφλά φτεροκοπάει.

Κι ως βγαίνει από μέσα μας κάτι μας έχει πάρει
κι η μέρα μας πιο άχρωμη κι ασήμαντη αρχινά
όπως η μέρα μιας κλωστής που από το κουβάρι
χρόνια κομμένη, όλο και πιο καθημερνά ξεφτά.
Η Ιστορία δε γίνεται επιστήμη παρά όταν οι άνθρωποι έχουν θελήσει να διευθύνουν καθαρά την Ιστορία τους.
Χέγκελ, Φιλοσοφία της Φύσης


Από τον αληθινό αντίπαλο παίρνεις άπειρο θάρρος.
Φ. Κάφκα, Τα μπλε τετράδια

ΠΩΣ ΠΕΘΑΙΝΑΝ ΟΙ ΚΟΥΜΟΥΝΙΣΤΡΙΕΣ

ΕΛΛΑ ΣΒΩΡΟΥ

Της φιλοσοφίας φοιτήτρια.
Στέγνωσε τα γυαλιά της τα σπασμένα
κι είπε με μια φωνή γεμάτη νεύρο
που ’λεγες: πώς και μέταλλο ένα τέτοιο
βγαίνει απ’ αυτό τo αδύνατο κορμάκι:
«Συντρόφισσες!
Η Γλυκερία, η Νίκη κι η Θαϊς θα εκτελεστούνε χωρίς το δικαστήριο να ’χει στοιχεία εναντίον τους. Ο βασιλικός επίτροπος είπε στη δίκη ότι "δε χρειάζονται στοιχεία, αρκεί να οσφραινώμεθα ότι είναι ένοχοι".
Συντρόφισσες, πεθαίνω όχι για να μη σκέπτονται έτσι οι βασιλικοί επίτροποι κι ούτε μόνο για να μην υπάρχουν βασιλικοί επίτροποι. Πεθαίνω για να μην υπάρχουν δικαστήρια συντρόφισσες. Ας μη λυγίσει καμιά σας στην τέτοια ώρα της. Καλύτερα ο θάνατος με το κεφάλι ψηλά, παρά το σούρσιμο στο χώμα.»
Ο ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΟΣ

XII5-XII14
Χάθηκαν κτήνη και πτηνά γιατί εκείνοι λέγαν:
Α! Δε θα τους ιδεί ο θεός τους δρόμους τους δικούς μας.
"Τα πόδια σου όλο τρέχουνε και σ’ έχουνε κουράσει.
Πώς μ’ άλογα θα παραβγείς; Κι αν όντας στης ειρήνης
Τον τόπο συ απόκαμες, πώς θ' αντιμετωπίσεις
Του Ιορδάνη τη βοή; Γιατί οι αδερφοί σου
Κι ο οίκος του πατέρα σου κι αυτοί σε κορόιδεψαν-
Κι αυτοί εβόησαν-κι αυτοί πίσω σου μαζευτήκαν
Για να σε κυνηγήσουνε. Καλά κι ας σου μιλάνε,
Μη τους πιστεύεις ούτε αυτούς".

Το σπίτι μου το άφησα και την κληρονομιά μου.
Και την αγαπημένη μου την έχω παραδώσει
Σε κείνους που είναι της εχθροί. Για με η κληρονομιά μου
Λιόντας στο δάσος έγινε κι ενάντια μου βρουχιόταν.
Γι αυτό και την εμίσησα. Μήπως για μένα είναι
Σπήλαιο τάχα ύαινας αυτή η κληρονομιά μου;
Ή μες σε σπήλαιο βρίσκεται; Πηγαίνετε μαζέψτε
Από παντού τ’ άγρια θεριά κι ας έρθουν να τη φάνε.
Πολλοί βοσκοί τ’ αμπέλι μου το ’χουνε καταστρέψει
Και το αγαπημένο μου μολύνανε μερίδιο
Και το ’χουνε απάτητη έρημο καταντήσει.
Εχάθηκε. Αφανίστηκε. Για μένα η χώρα όλη
Έχει τελείως αφανιστεί γιατί άνθρωποι δεν είναι
Που να τους βάλεις στην καρδιά. Μες από της έρημου
Το κάθε πέρασμα ήρθανε και κάναν λεηλασίες.
Γι αυτό από τα ένα της μέχρι το άλλο άκρο
θα καταφάει τη χώρα αυτή μαχαίρι του Κυρίου.
Παντού όπου βρίσκεται ζωή, δε θα υπάρχει ειρήνη.
Ενώ σιτάρι εσπείρανε θερίσανε αγκάθια.
Δε θα τους ωφελήσουνε αυτούς τα μερίδια τους
Κι αντί να καυχηθούν, ντροπή θα νιώσουνε μονάχα
Σαν τους μαλώσει ο Κύριος.

Γιατί λέει ο Κύριος: "Τους πονηρούς γειτόνους
Που θέλουν στην κληρονομιά να βάλουν χέρι, εκείνη
Που στο λαό μου τον Ισραήλ έχω εγώ μοιράσει
Ιδού! Από τη χώρα τους αυτούς εγώ τους παίρνω
Και απ’ ανάμεσα απ’ αυτούς θα βγάλω τον Ιούδα.
Κι αφού τους βγάλω έξω αυτούς, ύστερα θα γυρίσω
Και θα τους δείξω έλεος. Και θα τους βάλω τότε
Καθένα τους να κατοικεί μες στην κληρονομιά του 
Και μες στην ίδια του τη γη. Και αν εκείνοι μάθουν
Και του λαού μου πάρουνε το δρόμο, και «ζει Κύριος!»
Σε μένα όρκο πάρουνε, όπως εκείνοι μάθαν
Το λαό μου να ορκίζεται στη Βάαλ, τότε εκείνους
Στο μέσον θα τους βάλω εγώ να στέκουν του λαού μου.
Αλλ’ αν δεν επιστρέψουνε, τότε αυτό το έθνος
Σε τέλεια μια καταστροφή κι ένα χαμό θα δώσω".
Αυτά λέει  ο Κύριος: "Λινή  μια ζώνη πάρε
Και   ζωσ’   τη  μέση  σου  μ’   αυτή  χωρίς  να
τήνε   βρέξεις".
Και  όπως είπε ο Κύριος  επήρα μία ζώνη
Και  ζώστηκα στη  μέση  μου. Κι  ο Κύριος μου είπε:
"Πάρε τη  ζώνη  που ’βαλες   στη   μέση   σου   τριγύρω
Και σήκω και  περπάτησε και  τράβα στον Ευφράτη
(συνεχίζεται)

Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2016

                    "ΣΩΠΑ"

Τη νύχτα προς τις δυόμισι με τρεις
σαν μεθυσμένος μ'  αϋπνία μπεκρής
στον ουρανό κοιτάζω κι αντικρίζω
το φεγγαράκι το ασημί και γκρίζο.

Μόνο καθώς εμένα περπατεί
στον ουρανό τον έρμο και πλατύ
χλωμό σαν άρρωστο ένα παιδάκι
και με πικρό-αγέλαστο χειλάκι.

Και λέω: "τι να κάναμε κι οι δυο
και μια ζωή περνάμε ρημαδιό.."
και λέω: "ποιος τους δρόμους μας χαράζει
και οδοιπόρους μέσα τους μας βάζει.."

Και λέω: "όποιος κι αν είναι, όσο ζει
χαρούμενη μια μέρα να μη δει-
του πόνου η φωτιά να τονε καίει
και όλο να θρηνεί, κι όλο να κλαίει..."

Μα πριν ο λόγος μου κιωθεί ο φριχτός
"σώπα!",  μου λέει του φεγγαριού το φως,
"έτσι που εκεί θερμά παρακαλιέσαι
τον εαυτό σου αδέρφι καταριέσαι".
ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ
(CAL L.A.)

Οι γυναίκες ντύνονται με τ’ ακριβά τους ρούχα
στολίζονται με τα χρυσάφια και με τα διαμάντια τους
και στα σαλόνια πάνε
και συζητούν "δια τέχνην υψηλήν"
και παίζουν πιάνο...
Και κάθονται στον καναπέ σαν να λένε:
"κοιτάξτε με πόσο ντυμένη είμαι-
και φαντασθείτε με γυμνή..."
Και σηκώνουν το ποτήρι της σαμπάνιας
με λεπτές κινήσεις των δακτύλων σα να λένε:
"δέστε αυτά τα χέρια…
δεν πιάνουν άλλο τίποτε από το ποτήρι.
Και φαντασθείτε…"
Και: "κύριε βαρόνε", λένε,
"παρακαλώ μπορώ να έχω…"
ενώ ταυτόχρονα βλέπουν τριγύρω σα να λεν:
"ακούτε; λόγια τόσο μόνο ευγενικά
λέει το στόμα μου.
Και φαντασθείτε..."

Ύστερα γυρίζουνε στο σπίτι
αφού προσεκτικά τινάξουνε πριν μπουν
τις νότες που ’χουνε σκαλώσει επάνω τους
κι η ηδονή γι αυτές είναι η πρώτη,
να βγάλουν τόσα ρούχα.

Μετά πατούν στον Πούσκιν για ν’ ανέβουν στο κρεβάτι
όπου η δεύτερη τις περιμένει
μακριά από ψεύτικες ευγένειες και μασκαρέματα.

Και όταν αποκοιμηθούν
ο Σαίξπηρ ένα ράκος
ανάμεσα στα πόδια τους.
Η Ιστορία δε γίνεται επιστήμη παρά όταν οι άνθρωποι έχουν θελήσει να διευθύνουν καθαρά την Ιστορία τους.
Χέγκελ, Φιλοσοφία της Φύσης

Από τον αληθινό αντίπαλο παίρνεις άπειρο θάρρος.
Φ. Κάφκα, Τα μπλε τετράδια

ΠΩΣ ΠΕΘΑΙΝΑΝ ΟΙ ΚΟΥΜΟΥΝΙΣΤΡΙΕΣ

ΜΑΙΡΗ ΛΕΟΝΤΙΑΔΟΥ

Τα τελευταία λόγια της:
"Αν είναι να χορτάσει ο κόσμος ψωμί όπως δεν το χόρτασα εγώ, ας πάει και το δικό μου το κορμί."
ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΡΩΤΟΣ; ΠΟΙΟΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΕΙ

Ποιος είναι ο πρώτος; Ποιος μπορεί να πει
ποιος είναι ο πρώτος που έφτιαξε
μεγάλα έργα θαυμαστά;
Ποιος είναι ο πρώτος  που επέταξε;
Που φώτισε με το ήλεκτρο τα πλήθη,
που εζωγράφισε, που έχτισε, που είπε,
πρώτος στην ιστορία της γης;

Ω! Αν τιμούμε ήρωες, σοφούς και πρωτοπόρους,
τιμούμε την ατίμητη μικρότητα μας μόνο
και τη ματαιοδοξία μας τιμούμε.
Γιατί κανείς δεν είναι πρώτος-όλα αυτά
έχουνε γίνει κι έχουν ξαναγίνει
σ' άλλους καιρούς,
προτού οι άνθρωποι πλάσουν το χρόνο,
σε άλλους τόπους, σ’ άλλες σφαίρες,
κι αυτά τα λόγια εδώ
έχουν γραφτεί ποιος ξέρει φορές πόσες
πριν να τυπωθούν σε τούτο το χαρτί...
όλα προϋπήρχαν-άνθρωποι
δημιουργοί και πλάστες δεν υπάρχουν.

Κυριακή, 26 Ιουνίου 2016

ΕΝΑΣ ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
(συνέχεια)

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

Άντρες γυναίκες και παιδιά, οι συγγενείς του Αλεξέι, καθιστοί σε καρέκλες απέναντι από το τζάκι, περιμένοντας. Στα αριστερά τους κενές καρέκλες. Όλοι τους σιγοκουβεντιάζοντας και αδημονώντας)

ΑΛΙΝΑ
(στη μητέρα της)
Μαμά να κλαίω;

ΝΤΑΡΙΑ
Όχι. Δεν μπορείς να το κάνεις να φαίνεται αλήθεια.
(γυρνάει με κακία κατά τον αδερφό της, που κάθεται με την οικογένειά του πιο πέρα)
Εσείς γιατί ήρθατε; Δε σας φτάνουν δύο συντάξεις τέσσερα αυτοκίνητα τρία σπίτια και όσα κλέβει από τους πελάτες του ο σκαταδερφός μου;

ΜΑΞΙΜ
Πάψε τσόκαρο.

ΜΙΣΑ
 (στον άντρα της)
Είσαι ο γιος του! Αν δεν πάρεις εσύ ποιος θα πάρει; Να του κλαφτείς! Να μιλήσεις κακομοίρη μου. Μη σε πιάσει κι εδώ μουγγαμάρα… Χανόμαστε!
(Μπαίνει ο Ιβάν, ο Νικολάι Μπουλγκάνωφ, ο Εμίρ Μένικο, ο Γκεόργκι Νιτόγιου, η Άννα και ο Αλεξέι. Μια βοή και μια αναταραχή δημιουργείται. Όλοι σηκώνονται. Η Ντάρια προχωρεί προς το μέρος του Αλεξέι με τα χέρια απλωμένα προς αυτόν σε θεατρινίστικες κινήσεις)

ΝΤΑΡΙΑ
Αδερφούλη μου!
(Ο Αλεξέι απλώνει το χέρι του με την παλάμη κάθετη και στραμένη προς τη Ντάρια, σε κίνηση σταματήματός της. Εκείνη στέκει για λίγο αμήχανη και σιωπηλή. Κατόπιν οπισθοχωρεί προς τη θέση της και ξανακαθίζει σ’ αυτήν. Κάθονται και οι άλλοι)
Αδερφούλη μου, γιατί δε μ’ αφήνεις να σ’ αγκαλιάσω;
Είκοσι χρόνια είχα να σε δω. Ξέρεις πόσο υπόφερα που μας έφυγες; Όταν μάθαμε πως είχες αρρωστήσει δέκα μέρες έκανα να βάλω φαί στο στόμα μου. Κάποιος βλέπει ξανά την αδερφή του που έχει να τη δει λίγες μέρες και συγκινείται. Και συ μετά τόσα χρόνια δε νοιώθεις να ξεχειλίζει η αδερφική αγάπη μέσα σου; Πες μου, μίλα μου αδερφούλη μου…
(Σιωπή. Περιμένει μιαν απάντηση, τέλος καταλαβαίνει ότι ο Αλεξέι δεν θα της απαντήσει)
Δε λέω, έχεις και λόγους να είσαι κακιωμένος μαζί μου…
(ξαφνικά και προσπαθώντας να πείσει για ό,τι λέει)
Όμως τα λεφτά δε σου τα έκλεψα. Τα δανείστηκα. Πάντρευα τη μεγάλη εκείνο τον καιρό και είχα να δώσω προίκα και είχα έξοδα γάμου. Σκέφτηκα ότι ας τα πάρω τώρα που τα χρειάζομαι και θα τα βάλω στη θέση τους πριν ο αδερφούλης μου καταλάβει ότι λείπουν. Ήξερα ότι αν σου τα ζητούσα θα μου τα έδινες. Μα με τις δύσκολες μέρες που ήρθαν δεν μπόρεσα να τα βάλω πίσω. Δεν ήθελα εξαρχής να τα πάρω, καταλαβαίνεις… Ρώτα και τον Αντόνι, τα ίδια θα σου πει κι αυτός, που στο κάτω κάτω είναι παιδί σου! Ως για το αυτοκίνητο, δε φταίω εγώ. Ο Μπόρις μου είπε «τι; με γρατζουνισμένο αυτοκίνητο θα σε πηγαίνω βόλτα;» και μ’ έβαλε να πάρω λεφτά δικά σου από την τράπεζα για βάψιμο και για να κάνουμε όλο το αυτοκίνητο καινούργιο.

ΜΠΟΡΙΣ
Εσύ μου είπες «τον χαμένο, τι με πέρασε και μου έδωσε παλιό αμάξι;» Και όταν σου είπα ότι δε δικαιολογείσαι να πάρεις ενάμισυ εκατομμύριο από τα δικά του λεφτά για να του βάλεις ξέρω και γω τι αξεσουάρ και να το κάνεις να φαίνεται καινούργιο, μου είπες «Δεν πρόκειται να τον ρωτήσω. Δε θα μου πει τίποτα. Είναι ένας αχαϊρευτος, τον ξέρω. Προτιμάει να χάσει εκατομμύρια παρά να μαλώσει με κάποιον. Τέτοιος δειλός είναι! Ύστερα θέλει να τα ’χει καλά μαζί μου για να τον γεροκομήσω…»

ΝΤΑΡΙΑ
(στον άντρα της)
Και τώρα σε πίστεψε ο αδερφός μου! Ποιον θα πιστέψει μωρέ; Έναν ψευτοεργοστασιάρχη που από τους πρώτους έκλεισε το εργοστάσιό του με την κρίση, ή εμένα την αδερφή του;
(στον Αλεξέι)
Ρώτα και τον Αντόνι αν δεν πιστεύεις εμένα. Παιδί σου είναι και τα ίδια με μένα θα σου πει κι αυτός. Ο καλός μου με βοήθησε τόσο στις δύσκολες ώρες μου… γι αυτό κι εγώ τον λατρεύω…
(στον Αντόνι)
Γεια σου μωρό μου!
(Ο Αντόνι αντιχαιρετάει δειλά μ’ ένα νεύμα)

ΝΑΤΑΣΑ
(στον Αλεξέι)
Ναι θείε, έχει δίκιο η μαμά-ο μπαμπάς της είπε. Και για τα ποιήματα, αυτός της είπε και τα έκαψε.

ΝΤΑΡΙΑ
Ναι αδερφούλη μου. Ο αχαϊρευτος αυτός, που δεν ξέρει από ποίηση, μου είπε «άντε μωρή που κρατάς τις βλακείες του αδερφού σου… κάψ’ τα να πιάσουν τόπο-να μας ζεστάνουνε λιγουλάκι…»

ΜΙΛΑ
(στον Αλεξέι)
Όχι θείε, αυτό το κάνανε μαζί με τον μπαμπά μου. Ο θείος Μπόρις δεν είχε καμιά ανάμιξη σ’ αυτό. Και γελάγανε ρίχνοντας στη φωτιά ένα ένα τα ποιήματά σου. Ήμουνα μπροστά.

ΜΠΟΡΙΣ
(στην κόρη του)
Τον κακό σου τον καιρό παλιοτσουλί!..

ΑΝΝΑ
(στον Αλεξέι, σιγά)
Είναι αλήθεια ότι έκαψαν ποιήματά σου;

ΑΛΕΞΕΙ
Ναι.

ΝΤΑΡΙΑ
Μετάνιωσα που τους άκουσα και τους δύο και έκαψα ποιήματα που μου έστελνες να σου τα φυλάξω. Έκλαιγα δυο μέρες συνέχεια. Ρώτα και τον Αντόνι-γιος σου είναι, ψέματα δε θα σου πει. Και αν δεν ήταν αυτός, ακόμα θα με έτρωγε το μαράζι γι αυτό που έκανα.
(Βλέποντας προς τον Αντόνι)
Αχ! πόσο τον αγαπώ-καλλίτερα από παιδί μου!
(στον Αλεξέι)
Μα περάσανε αυτά αδερφούλη μου, έτσι δεν είναι; Και μαζί μ’ αυτά πάνε και οι καλές μας οι μέρες. Έχει πέντε χρόνια που κι εγώ και οι ανηψούλες σου που έπαιζες μαζί τους όσο ήσουν εδώ ακόμα, πεινάμε αδερφούλη μου. Μπορούσες να το φανταστείς ποτέ για μας; Το ψυγείο δεν γεμίζει όπως κάποτε, δεύτερο φουστανάκι ούτε οι κόρες μου ούτε τα εγγονάκια μου έχουν να βάλουν-τα εγγονάκια μου δεν τα έχεις δει, ούτε αυτά δε θέλεις να γνωρίσεις;.. να ’τα-ο Βασίλι μου, η Όλγκα και η Νόρα… Ζούμε μέσα στη δυστυχία. Και όλο τους έλεγα πότε θα έρθει ο αδερφούλης μου και θείος σας να σας λυπηθεί και να σας βοηθήσει να ζήσετε πάλι όπως πρώτα… γιατί μαθαίναμε ότι έχεις κάνει πολλά λεφτά εκεί πέρα. Και ας μη μας έγραφες εσύ- με τόσες δουλειές πού να έβρισκες καιρό-, όμως μαθαίναμε από άλλους που έρχονταν εδώ ότι ζούσες σαν άρχοντας. Και όσο να ’ναι το αίμα είναι αίμα, τραβάει και ενώνει τον ένα συγγενή με τον άλλονε, σε περιμέναμε σαν το θεό μας. Και να που ήρθες αδερφούλη μας. Ευλογημένη η μέρα που σε έφερε πάλι κοντά μας. Μα μάθαμε πως θα φύγεις πάλι και μάλιστα γρήγορα και η καρδιά μας πικράθηκε πάλι. Είναι αλήθεια αυτό αδερφούλη;
(Περιμένει λίγο να πάρει απάντηση, βλέπει ότι δεν θα την έχει και συνεχίζει)
Και βέβαια θα φύγεις, δεν ξέρω κιόλας αν κρατάς τις δουλειές σου εκεί πέρα ή τις χάλασες, όπως και να είναι όμως τώρα είσαι εδώ και μπορείς ή να μας δώσεις τώρα χρήμα, ή να στείλεις όταν πας εκεί πέρα. Και μη νομίσεις ότι νοιάζομαι για μένα, εγώ γέρασα πια, για τις ανηψούλες σου νοιάζομαι, που πίνουν νερό στ’ όνομά σου…
(αρχίζει να ψευτοκλαίει και ψευτοκλαίγοντας λέει τα παρακάτω)
Που δεν έχουν να στείλουν τα παιδάκια τους στο φροντιστήριο… που κρέας παίρνουν μόνο μια φορά την εβδομάδα… κι αυτό ίσα ίσα για να το γέψουνε…

(Ο Αντόνι βλέποντας τη Ντάρια να ψευτοκλαίει, ταράζεται. Σηκώνεται επάνω και κάνει να πάει προς εκείνην. Η Μίσα τον συγκρατεί)

ΜΙΣΑ
Κάτσε κάτου χαζέ! Πού πας; Στενοχωρήθηκες που η βρωμιάρα η θείτσα σου κλαίει;..
(Ο Αντόνι ξεφεύγει από το χέρι της Μίσα και τρέχει προς τη Ντάρια)

ΑΝΤΟΝΙ
(στη Ντάρια)
Μην κλαις θείτσα μου…
(την αγκαλιάζει)
Μην κλαίς…

ΜΙΣΑ
(στον άντρα της, δυνατά)
Στο βρακί της σ’ έχει βάλει και σε κάνει ό,τι θέλει κακομοίρη μου!  Ό,τι θέλει! Ου να μου χαθείς!
(Ο Αντόνι γυρίζει και κάθεται στη θέση του)
Βλάκα!
(συνέχεια)
α. 

26 ΙΟΥΝΗ-ΗΜΕΡΑ
ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗΣ
ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ
(στίχοι για νέους)

Νέοι μου τα ναρκωτικά
Όπλα είναι όλα φονικά
Σκοτώνουν κι όση ανθρωπιά
στου ανθρώπου ζει τη φαντασιά.

Ή μαλακά είτε σκληρά
Το νου σας πολεμάν γερά
Και όσο πάει εκείνος φθίνει
Και άνοια πίσω του αφήνει.

Απεξαρτηθείτε φίλοι
Από ό,τι εσάς-σταφύλι-
Για δικό του μόνο γούστο
Σας πατεί και κάνει μούστο.

Απεξάρτηση από ό,τι
Σας εδίναν καταπότι
Δούλους για να σας κρατούνε
Στη ζωή σας αφού μπούνε.

Ξεχάστε κάθε βρώμιο χτες.
Κάψτε Βουλή και βουλευτές.
Ότι πιστεύατε ως τώρα
Του Χαλασμού ήτανε δώρα.

Διαλύστε ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ,
Και κάθε που φυλάτε στοκ
Από ουσία που σκοτώνει
Είτε βαριά πολύ πληγώνει.

Αφήστε ουσίες ψυχοφθόρες
Που συστελλοδιαστέλλουν κόρες.
Φτιάχτε ουσία μια δική σας
Και δώστε τήνε στη ζωή σας.




β. 

Χτες σαν τέτοια μέρα πέθανε ο Άρης.
Το πρωτότυπο του θεατρικού μου «Άρης» βρίσκεται στη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου. Το εδώ αντίτυπο κάηκε μαζί με τα άλλα αpό την «αδελφική» «αγάπη».

Σάββατο, 25 Ιουνίου 2016

Ο ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΟΣ
(συνέχεια)

XI13-XI15
Τόσοι σου Ιούδα κι οι θεοί. Κι οι δρόμοι της όσοι ήσαν
Και τόσους στην Ιερουσαλήμ βωμούς είχατε στήσει
Τη Βάαλ να θυμιάζετε.
Και συ για τούτον το λαό μη προσευχές μου κανείς
Και μη ζητάς κάτι γι αυτούς μ’ ευχές και παρακάλια
Γιατί όταν με καλέσουνε, σαν το κακό τους έβρει,
Δε θα τους εισακούσω εγώ. Γιατί η αγαπημένη
Έχει μέσα στο ίδιο μου το σπίτι αμαρτήσει.
Οι ευχές και τ’ άγια κρέατα θα διώξουν από κείνη
Τις αμαρτίες της; Ή τί-με τέτοια θα γλιτώσει;
Ελιά ωραία και  σκιερή σ’ ονόμασε ο Κύριος.
Μα θα φουντώσει μια φωτιά και θα σε περιζώσει
Με μια βουή σα θύελλας-και θλίψη θα σου φέρει
Γιατί θα σου είναι τα κλαδιά τελείως αχρηστεμένα.
Ο Κύριος που σε φύτεψε, για την ασέβεια του οίκου
Του Ιούδα και του Ισραήλ, κακά για σένα προείπε-
Για ό,τι ενάντια κάνατε στους ίδιους τους εαυτούς σας
Εμένα εξοργίσατε θυσιάζοντας στη Βάαλ.

 Συνωμοσία εναντίον του Ιερεμία. Προφητεία για τους ανθρώπους του Αναθώθ

Κύριε, γνωρίζω ό,τι συ μου δίνεις να γνωρίσω.
Έτσι είδα και τις πράξεις τους. Μα ενώ με οδηγούσαν
Σαν το αρνί το άκακο για το θυσιαστήριο
Εγώ δεν το ’ξερα. Κακά για μένανε υφαίναν
Και λέγαν, ας του βάλουμε φαρμάκι στο φαΐ του
Και από τον κατάλογο ας τον σβήσουμε των ζώντων
Ώστε να μην ξανακουστεί ποτέ πια τ’ όνομά του.
Κύριε, που κρίνεις δίκαια, και που καλά γνωρίζεις
Και την καρδιά και το μυαλό, κάνε με ν’ αντικρύσω
Την που θα πάρεις απ’ αυτούς εκδίκηση, γιατί έχω
Σε σένα παραδώσει εγώ τα δικαιώματα μου.

Γι αυτό και λέει στης Αναθώθ ο Κύριος τους ανθρώπους
Που την ψυχή μου θέλουνε και λεν: μη στου Κυρίου
Συ προφητέψεις τ’ όνομα. Και αν δεν μας ακούσεις
Από τα ίδια μας αυτά τα χέρια θα πεθάνεις:
"Ιδού! Εγώ θα πάω σ' αυτούς: τα νεαρά παιδιά τους
Από μαχαίρι θα χαθούν. Από την πείνα οι κόρες
Κι οι γιοί τους θα πεθάνουνε. Και ούτε θα υπάρχει
Τόπος να πάνε να κρυφτούν. Γιατί σα θα ’ρθει η ώρα
Σ’ αυτούς να παρουσιαστώ, τη συφορά θα φέρω
Σ' αυτούς που ζουν στην Αναθώθ".

12. Προσευχή του Ιερεμία και απάντηση του θεού σ’ αυτόν

Δίκαιος είσαι Κύριε, γι αυτό κι εγώ σε σένα
Τολμώ να παρουσιαστώ. Μάλιστα θα μιλήσω
Σε σένα για τις κρίσεις σου. Τους ασεβείς ο δρόμος
Γιατί τους βγάζει σε καλό; Γιατί να ευτυχούνε
Αυτοί που κάνουν προδοσές; Τους φύτεψες-ριζώσαν.
Κάναν παιδιά-καρπίσανε. Στο στόμα τους κοντά είσαι
Μ’ απ’ το μυαλό τους μακριά. Συ με γνωρίζεις Κύριε.
Ξέρεις καλά για σένανε τι σκέφτεται η καρδιά μου.
Για την ήμερα της  σφαγής  ετοίμασέ  τους Κύριε.
Ως ποτέ  θα πενθεί η γη; Ως πότε  το χορτάρι
Θα το  ξεραίνει  πα’    στη  γη  η  κακία των  ανθρώπων;
(συνέχεια)
ΓΙΑ ΤΕΛΕΙΑ
(CAL L.A.)

Τον έκλεψε ένας φίλος
μια φίλη του ’χε φύγει
και του ’λειψε ο ζήλος
για της ζωής τα ρίγη.

Και μ’ ένα πυροβόλο
της πλούσιας συλλογής του
δια μιας εμέτρησε όλο
το χρόνο της ζωής του.

Αξιέπαινος η πράξις
κι η πρόθεσις τιμία
κι απ’ όπου την κοιτάξεις
προδίδει ευαισθησία.

Αυτή όμως η λύση
για τέλεια θα μετρούσε
αν είχε αυτοκτονήσει
ενόσω ευτυχούσε.
Η Ιστορία δε γίνεται επιστήμη παρά όταν οι άνθρωποι έχουν θελήσει να διευθύνουν καθαρά την Ιστορία τους.
Χέγκελ, Φιλοσοφία της Φύσης


Από τον αληθινό αντίπαλο παίρνεις άπειρο θάρρος.
Φ. Κάφκα, Τα μπλε τετράδια

ΠΩΣ ΠΕΘΑΙΝΑΝ ΟΙ ΚΟΥΜΟΥΝΙΣΤΡΙΕΣ

ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΡΤΑΛΗ

Πρώτα τον αδερφό της φέραν έξω,
ράκος σωστό από τα βασανιστήρια.
Ύστερα και τη Δήμητρα εβγάλαν.

Πιστάγκωνα δεμένη. Λίγο οι δυο τους
μείνανε δίπλα δίπλα, σαν ζευγάρι
που στο ζυγό του μαρτυρίου δεμένο
οργώνει το χωράφι που εντός του
της λευτεριάς ο σπόρος θα θεριέψει.

Μ’ ένα κυρτό σπαθί, εκεί, μπροστά της,
του αδερφού της πήραν το κεφάλι.
Τ’ άσκυφτο εκείνη όρθωσε δικό της:
"Είδατε συντρόφισσες; Η ζωή είναι ένα τίποτα.
Εκείνο που μετράει είναι η λευτεριά!."
Κι όταν στο απόσπασμα μπροστά εστάθη
"Πεθαίνω για κείνο που πιστεύω"
πρόλαβε δυνατά μονάχα κι είπε.
ΑΥΤΑ ΤΑ «Ω! ΜΑΚΡΙΑ ΣΟΥ ΟΙ ΩΡΕΣ ΔΕΝ ΠΕΡΝΑΝΕ!»

Αυτά τα «ω! μακριά σου οι ώρες δεν περνάνε!»
αυτά τα «ω! δεν ξέρεις πόσο μου ’λειψες!»
αυτοί οι αβροί περίπατοι σε αλέες ανθισμένες,
αυτοί οι γονυκλινείς ερωτικοί μονόλογοι,
πώς σβήνουν κι αφανίζονται-πώς λιώνουν
στο πρώτο χτύπημα της φτώχειας στην εξώπορτα…

Αυτά τα «σ’ αγαπώ»
αυτές οι ανταλλαγές ανθέων και δώρων
πώς μια αρρώστια τα διαλύει-
πώς μία πτώχευση τα καταλεί...
αυτά τα ψέματα πώς σταματάνε τότε
κι οι άνθρωποι αυτοί
πηγαίνουνε καθένας στη δουλειά του...

        ΟΙ  ΣΟΒΑΡΟΙ

Τα βλοσυρά τα πρόσωπα, τα συνοφρυωμένα
μη σας γελάνε φίλοι μου-δεν είναι αληθινά.
Τα βλοσυρά τα πρόσωπα-μάθετε από μένα
γιρλάντες κρύβουν μέσα τους απ'  άνθη εαρινά.

Κατ'  απ'  την άγρια όψη τους χίλια τρελά παιχνίδια
ριζώνουνε αφύτρωτα κι ανάνθιστα σπαργούν.
Μύρια κρυφά  αφανέρωτα στριμώχνονται στολίδια
που αζήτητα κι αχάριστα σκουριάζουνε και σπουν.

Μες στ' αυστηρά, τ’ αγέλαστα, σφιχτοκλεισμένα χείλη
αειπάρθενες, ατρύγητες μαραίνονται ηδονές
και δε θ’ ακούστε σεις ποτέ απ'  αυτά καλοί μου φίλοι
τις που πλαντούνε μέσα τους χαρούμενες φωνές.

Κι όσα δεν τρέχουν δάκρυα από τα σκληρά τα μάτια
στις μυστικές του έρωτα κυλούνε τις βραγιές
και της αγάπης τα στενά νοτίζουν μονοπάτια
που σκοτεινά φαντάσματα γεμίζουν τις βραδιές..

Τα χρόνια φεύγουν άφωτα κι οι άφωτοι κερδίζουν
τον τίτλο που ανείπωτα μισούνε: "σοβαροί".
Μα την ψυχή ματώνουνε και την καρδιά ξεσχίζουν
όλα εκείνα που αυτοί δεν έχουνε χαρεί.
Ο ΚΑΙΝ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΠΤΩΜΑ ΤΟΥ ΑΒΕΛ

Και τώρα; 
Γιατί κάθεται έτσι ακούνητος αυτός;
Πριν λίγο δεν με χτύπαγε και μ’ έβριζε;
Εγώ επήγα, ετάισα τα ζώα,
μάζεψα ξύλα για το βράδυ,
γυάλισα το πετράδι που μου ζήτησε η Εύα να της πάω,
γυρίζω
και πάλι αυτόν στην ίδια θέση τόνε βλέπω
ξαπλωμένο και ακούνητο.

Έτσι έμεινε από τότε που… από τότε που…
…Α! Ναι! Απ’ την ώρα που του έφερα μια πέτρα στο κεφάλι
όταν τον βρήκα ν’ αγαπιέται με την Εύα.
Από τότε!
Και τώρα;
Τον σκούντηξα, τον κλώτσησα, τίποτα αυτός.
Ύπνο έναν τέτοιο δεν τον είχα δει ξανά να κάνει.
Ούτε αυτόν ούτε την Εύα ή τον Αδάμ.

Λες να μην ξυπνήσει;
Καλλίτερα.
Θα τόνε πάω στον Αδάμ
που πιο πολύ από με τον αγαπάει
και θα χαρεί να μη του φεύγει κάθε μέρα για δουλειές 
αλλά κοντά του τώρα πάντα να τον έχει. Λίγο
να τόνε πλύνω μόνο από τα χώματα. ..

Εγώ λίγο πιο πάνω θα κουράζομαι
εξόν απ’ τα χωράφια, και  τα ζώα να περποιέμαι
που εκείνος μέχρι τώρα περποιότανε
το γάλα και το κρέας τους για να ’χω.
Μα πιο καλά χίλιες φορές πιο πάνω ας κουράζομαι
παρά να τόνε ξαναδώ
την Εύα να χαδολογάει, κι εκείνη
τα ίδια και μ’ αυτόν
όπως με μένανε να κάνει… 

Κι αν κάνει κι απ’ τον ύπνο του ξυπνήσει,
έμαθα πια: μια πέτρα πάλι στο κεφάλι του
και ήσυχον και πάλι θα μ’ αφήσει.

Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016


ΣΑΝ ΑΥΡΙΟ
ΕΦΥΓΕ
Ο ΜΑΙΚ ΤΖΑΚΣΟΝ

Με φιγούρες κομψές, γεωμέτρισσες
τη ζωή σου-τις νότες σου έντυσες.
Και ψόγος από κάποιον πριν σε βρει
σε πήρε ο που αεί γεωμετρεί.
Επίζησα (έτσι δεν το θέλουν; ας είναι έτσι).
Επίζησα. 
Η τέταρτη πνευμονία μου. Νύχτες δυσβάσταχτες. Παρηγοριά μου τα τηλεφωνήματά σου, το ενδιαφέρον που έδειξαν για την αρρώστια μου άγνωστοι φίλοι και η ανυστερόβουλη έγνοια  της πρόσφατης γνωριμίας της σερβιτόρας Ελβίρας-ας την λέω έτσι-της κοπέλας του εστιατορίου. Αλλά πηγαίνω να ξαπλώσω.Από αύριο περισσότερα.

Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2016

Πυρετός. Όχι υψηλός.
Μάγουλα, μελίγγια, καίνε.
Ρινόρροια. Όχι μεγάλη.
Κομμένα χέρια πόδια, μέχρι σχεδόν πλήρους αδυναμίας τα πόδια να με κρατήσουν και τα χέρια να με υπηρετήσουν.
Αηδία στη σκέψη φαγητού.
Επιθυμία να βογγάω. Μα αλυσιτελές το βόγγημα όταν κανένας δεν σε ακούει.
Ένα τσάι. Ποιός;
Όλα αυτά συνθέτουν μία διακαή επιθυμία θανάτου. Ευχαρίστως δηλαδή θα αντάλλασα την κατάστασή μου με τον θάνατο. Το εύχομαι με όλες μου τις δυνάμεις, ώστε να μην έχω πάλι το ίδιο φοβερό υναίσθημα ποτέ. 
Γιατί ναι, η κατάσταση αυτή για μένα είναι αφόρητη. Ναι, η κατάσταση όπως την περίγραψα.
Αν κάποιος δυνατός που με βλέπει με αγαπάει, ας μη μου δώσει να μη δω τον ήλιο της αυριανής μέρας.
Σηκώθηκα με πολλή προσπάθεια για να γράψω αυτά.
Ξαναπέφτω.
Γεια σου Φώτη.

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2016

ΚΑΥΚΑΣΟΣ
(CAL L.A.)

Ένα λεπταίσθητο είμαστε και φρούδο εργαλείο
που η ανυπόμονη άγνοια επάνω μας ξεσπά
παιδιού, που παίζοντας κολλά τα μέρη μας τα δύο, 
για λίγο έτσι μας κρατεί, κι απέ μας ξανασπά.
ΜΕΡΑ ΗΛΙΟΛΟΥΣΤΗ, ΜΕΡΑ ΗΛΙΟΧΑΡΗ, ΜΕΡΑ ΩΡΑΙΑ.

Μέρα ηλιόλουστη, μέρα ηλιόχαρη, μέρα ωραία.
Κι είσαι κοντά μου-και είσαι όμορφη-και είσαι
νέα
εγώ στο είκοσι, μικρό δωμάτιο αλλά με θέα,
κι εσύ μοιράζοντας με τη μαμά σου το δεκαεννέα.
ΕΝΑΣ ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
(συνέχεια)

ΑΛΕΞΕΙ
Από τους άλλους δεν περιμένω τίποτα. Ως για να διεκδικήσω κάτι, ό,τι έρθει καλώς ήρθε. Και ό,τι έφυγε καλώς έφυγε. Και μην περιμένεις να κατηγορήσω κανέναν. Ποιος φταίει για ό,τι κάνει ο κάθε ένας άνθρωπος; Κανένας και περισσότερο ούτε αυτοί οι ίδιοι. Τα γονίδια μάς κάνουν ό,τι είμαστε-και δεν τα διαλέξαμε εμείς. Αν όμως πάλι θέλεις οπωσδήποτε να φταίει κάποιος, μην τον αναζητήσεις σε κείνον που δεν αντιμάχεται-εκείνος σίγουρα δεν φταίει σε τίποτα.
(Μπαίνει η Άννα)

ΑΝΝΑ
Το φαγητό θα είναι έτοιμο σε λίγο.
(κάθεται)

ΙΒΑΝ
(γελώντας)
Είσαι καλή μαγείρισσα;

ΑΝΝΑ
Έτσι μου λένε όλοι με πρώτο τον Αλέξη. Και το έχω πιστέψει κι εγώ.

ΙΒΑΝ
Θα ήθελα να σου μιλήσω όντας οι δυο μας, όμως δε θα βρω ευκαιρία όταν ο Αλεξέι λέει ότι μεθαύριο φεύγει.

ΑΝΝΑ
Φεύγουμε κύριε Ιβάν. Και οι δυο μας.

ΙΒΑΝ
Γι αυτό ακριβώς ήθελα να σου μιλήσω. Ξέρω ότι δεν έχετε μυστικά ο ένας από την άλλη και τανάπαλιν, λοιπόν θα μιλήσω ανοιχτά.

ΑΝΝΑ
Παρακαλώ.

ΙΒΑΝ
Ο Αλεξέι νομίζει ότι θα έπρεπε να αρχίσεις μια νέα ζωή στην πατρίδα σου, μ’ έναν άντρα της ηλικίας σου. Και συμφωνώ μαζί του. Τα χρήματα που θα σου αφήσει είναι τόσα που θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν μια καλή ζωή στον πιο απαιτητικό άνθρωπο…

ΑΝΝΑ
(στον Ιβάν)
Κύριε Ιβάν, για να σας δώσω να καταλάβετε πόσο μάταιο είναι να μου ζητάτε να μείνω εδώ, με αναγκάζετε να πω πράγματα που δεν θα έλεγα κάτω από άλλες συνθήκες. Γιατί εδώ κρίνεται η ζωή μου και η ζωή του Αλέξη.
Ζούσα μια ήρεμη και βαρετή ζωη. Μόνη, χαμένη, εγκαταλειμμένη, όπως μια ζωή σε μια έρημη χώρα. Φρίκη. Γύρω μου σκοτείνιαζε ο ουρανός. Μόνη μου.
Ο γάμος μου ήτανε μια προσπάθεια να ξεφύγω από τον εαυτό μου, που όμως δεν καρποφόρησε.
Παντρεμένη ζούσα στην ίδια δυστυχία , μόνο που τώρα  ένας παπάς σε μια γελοία τελετή είχε πει κάτι αστεία λόγια και έκανε μερικές θεατρινίστικες χειρονομίες.
Όταν πρωτόδα τον Αλέξη, κάτι παράξενα συναρπαστικό με τράβηξε σ’ αυτόν. Μου φάνηκε ότι είχα ξαναδεί κάπου το πρόσωπό του και η καρδιά μου στη διαπίστωση αυτή χτύπαγε σε περίεργους ρυθμούς.
Η ποίηση πάντοτε μου άρεσε. Είναι το απαλό κελάρυσμα στην πηγή, που φτάνει ως εμένα μουρμουριστά. Ήρεμη, ευγενική κι ευτυχισμένη, διασχίζει τις πεδιάδες της θάλασσας και πλησιάζει στην ακτή λικνιζόμενη απαλά στα έξοχα άνθη που σχηματίζουν τα κύματα. Είναι ένα όνειρο, μια αγαλλίαση της ψυχής, μια γλυκιά, υπέροχη, ευλογημένη ευδαιμονία. Τα λόγια της πλανιούνται μέσα στην ψυχή μου και χαϊδεύουν τα τρίσβαθα του είναι μου. Και τότε ένα άλλο αστέρι φωτίζει το πεπρωμένο μου.
Και αν όλα αυτά που λέω είναι ψέματα, τότε θα πρέπει να είναι πολύ έξυπνος εκείνος που θα το αποκαλύψει.
Από τότε που γνώρισα τον Αλέξη, είμαι ευτυχισμένη ακόμα και όταν δε διαβάζω ποίηση. Είμαι ευτυχισμένη έχοντας την πηγή ζωντανή κοντά μου. Δεν έχω παρά να απλώσω το χέρι μου για να δροσιστώ.
Για την ανθρώπινη όψη της αγάπης μου γι αυτόν δε θα σας μιλήσω. Ευτελές θα ήτανε κάτι τέτοιο έστω και αν με λόγια εμπνευσμένα την είχα περιγράψει.
Γνωρίζοντάς τον όμως ξύπνησα από ένα όνειρο. Και εκεί που ξύπνησα δεν ήμουν, μα πού ήμουν να εξηγήσω δεν μπορώ.
Αντίθετα, ασταμάτητα μπορώ να σας μιλώ για ό,τι ωραίο ο Αλέξης και τα ποιήματά του προσφέρουν στην ψυχή μου.
Κάθε του ποίημα είναι ένας ιερός βωμός και πάνω του θυσία ο θαυμασμός μου. Κάθε τους λέξη είναι πάντα μια καινούργια μαγεία για μένα.
Τριγύρω από τα ποιήματά του χρυσά εγκώμια βοούν και δονούνται.
Είναι κύματα από εξαίσια αρώματα που όταν τα νοιώθω βτθίζομαι γλυκά σ’ αυτά.
Αν είχα τόσες καρδιές όσα τα μάτια του αιώνιου ουρανού και φύλλα όσα σκεπάζουν τους λόφους τον ανθισμένο Μάη, όλα γεμάτα θα ήταν από τις χαρές που με πλημμυρίζουν οι στίχοι τους.
Αν μπορούσα ένα όνομα να τους δώσω, θα μπορούσατε ίσως να τις καταλάβετε.
Μα αν δεν μπορώ να σας δώσω να καταλάβετε αυτό, θα σας έδωσα να καταλάβετε ότι δεν θα αφήσω τον Αλέξη. Ως για τα λεφτά που μου αναφέρατε, ποτέ μου δεν αγάπησα τα λεφτά, ούτε και τώρα θα τα θελήσω όσα και να είναι.
(σηκώνεται)
Ας πάω να δω το φαγητό. Θα είναι έτοιμο τώρα. Ετοιμαζόσαστε κι εσείς.
(Βγαίνει στην κουζίνα)

ΙΒΑΝ
Τι να πεις σε κάποιον έτσι αποφασισμένο άνθρωπο Αλεξέι!

ΑΛΕΞΕΙ
Τι να πεις, δίκιο έχεις. Όμως εγώ αύριο πριν από το ταξίδι θα κάνω και στην πράξη την προσφορά, αν και ξέρουμε κι εσύ κι εγώ την απάντησή. Πρέπει. Και ίσως γι αυτή την εκχώρηση, αν γίνει, να χρειαστούμε κι έναν δικηγόρο ή συμβολαιογράφο-θα το φροντίσεις κι αυτό Ιβάν;

ΙΒΑΝ
Έχω ένα φίλο δικηγόρο-θα έρθει ευχαρίστως μαζί μου.

ΑΛΕΞΕΙ
Ωραία. Με την ευκαιρία θα ξεφορτωθώ και κείνα τα δυο μισά σπίτια που έχω κληρονομήσει.

ΙΒΑΝ
Αλλά θα ’θελα να σου ζητήσω κάτι κι εγώ. Από μέρες, πριν ακόμα έρθεις, οι δικοί σου ήξεραν για την άφιξή σου και από χτες κιόλας έχουν έρθει όλοι τους στην πόλη. Ξέροντας τη φιλία μας μου ζήτησαν να μεσολαβήσω να δεχτείς να τους δεις. Ιδίως η αδερφή σου κάθε τόσο με παίρνει τηλέφωνο να με ρωτήσει αν σε κατάφερα. Δεν ξέρω αν είναι η οικονομική κρίση που τη σπρώχνει να φέρεται έτσι, συνδυασμένη μάλιστα με τον δικό σου πλούτο, ή αν θα ήταν έτσι και αν ακόμα δεν υπήρχαν αυτά τα δυο.

ΑΛΕΞΕΙ
Τότε θα έκανε άλλου είδους φασαρία. Αλλά φίλε μου, σε παρακαλώ όταν μου μιλάς για αυτούς τους ανθρώπους να μη μου τους αναφέρεις με το βαθμό της συγγένειας. Οι λέξεις «αδερφός», «αδερφή», «γιος», «κόρη», «ανεψιός» και τα τέτοια, είναι ιερές για μένα. Τις φυλάω για τρεις τέσσερες ανθρώπους. Έναν εδώ στη Ρωσία-εσένα- και τους άλλους στην Αμερική.

ΙΒΑΝ
Ωραία. Μα πες μου, θα δεχτείς να τους δεις; Ξέρεις, αν όχι, θα τα βάλουν με μένα. Κι εγώ δε θα φύγω μακριά από δω, αλλά θα είμαι υποχρεωμένος να βλέπω κάθε μέρα τα ξινά μούτρα τους επειδή δεν σε έπεισα να τους δεις.

Αννα
(η φωνή της από την κουζίνα)
Μπορείτε να έρθετε. Το φαγητό σερβιρίζεται.

ΑΛΕΞΕΙ
(δυνατά)
Ερχόμαστε!
(σηκώνονται και οι δυο. Στον Ιβάν)
Αφού μου το ζητάς εσύ γιατί όχι; Θα μπορούσα να το παζαρέψω μαζί σου για να έχω την ευμενή ανταπόκρισή σου σε ό,τι σου ζητήσω. Μα δεν υπάρχει κάτι που να σου ζητούσα και να μου αρνηθείς. Έτσι, θα τους δω αυτούς. Τόσο αδιάφοροι μου είναι.

ΙΒΑΝ
Α! Σ’ ευχαριστώ.

ΑΛΕΞΕΙ
Ρίξε πάνω σου το πανωφόρι σου. Η κουζίνα δεν έχει τζάκι.
(Ο Ιβάν ρίχνει στους ώμους το πανωφόρι του)

ΙΒΑΝ
Δυο λεφτά ακόμα Αλεξέι... Στην ηλικία μας οι άντρες νοιώθουν την ανάγκη να έχουν ένα εγγονάκι και να παίζουν μαζί του. Δε θα πω πως θέλουν και μια παρέα σε κάποιες στιγμές μοναξιάς, ούτε τη φροντίδα στις καθημερινές τους ασχολίες, γιατί αυτά τα έχεις με το παραπάνω. Λοιπόν, εσύ ένοιωσες την ανάγκη να  κρατήσεις στην αγκαλιά σου ένα εγγονάκι και να παίζεις μ’ αυτό;

ΑΛΕΞΕΙ
Νιώθω την ανάγκη να κρατώ κάποιες στιγμές όχι ένα εγγονάκι μα ένα παιδάκι-όποιο να ’ναι, στην αγκαλιά μου, αλήθεια. Όχι μόνο για να παίζω μαζί του μα και να του κάνω δώρα, να το φιλώ, να μαγεύομαι από την έλλειψη πονηριάς μέσα του, να συμμετέχω στο θείο κοιτάζοντας τα αθώα ματάκια του, μ’ ένα λόγο να βλέπω σ’ αυτό την ανθρωπότητα όπως θα είναι στο μέλλον. Βέβαια και νοιώθω αυτή την ανάγκη και τώρα, όπως την ένοιωθα πάντα. Και την ικανοποιώ με τρόπο καλλίτερο παρά αν είχα ένα συγγενικό μικρό παιδί κοντά μου. Πριν έρθει στη ζωή μου η Άννα, αλλά και σήμερα μαζί της, τα βραδάκια πηγαίνουμε συχνά μια βόλτα στον κήπο  της πόλης, όπου μαζεύονται όλα τα μικρά για να παίξουν και πιάνω κουβέντα μ’ αυτά και με τις συνοδούς τους. Τα πηγαίνω βόλτα αγκαλιά ή χέρι χέρι, παίζω, κουβεντιάζω μαζί τους, τους κάνω δωράκια, παίρνω φιλάκια από τα τριανταφυλλένια χείλη τους… Και όλα αυτά χωρίς οι γονείς τους να μου εμπιστεύονται τα παιδιά τους επειδή περιμένουν να με κληρονομήσουν.

ΙΒΑΝ
Είπες ότι στα μάτια των παιδιών βλέπεις το μέλλον της ανθρωπότητας;..


ΑΛΕΞΕΙ
Είμαι βέβαιος ότι στο μέλλον οι άνθρωποι θα ζουν ευτυχισμένοι. Γιατί θα έρθει η ημέρα που ο απάνθρωπος θεσμός του γάμου,  η αποκρουστική παράδοση της οικογένειας, το  απαίσιο χρήμα, όλα αυτά μαζί με άλλα, θα είναι αμετάκλητο παρελθόν. Και τα παιδιά τότε των ανθρώπων θα μεγαλώνουν όπως αρμόζει-αντάξια της ανθρώπινης ιδιότητάς τους- όλα μαζί, ανήκοντας  όχι σε κάποιον γονέα, αλλά σε όλη την ευτυχισμένη ανθρωπότητα. Τότε, χαϊδεύοντας ένα παιδικό κεφαλάκι θα χαϊδεύεις όλα τα παιδιά της γης. Ίσως είμαι ένας άνθρωπος που ήρθε από εκείνο το μέλλον.
Δε μου λείπει-όχι- ένα μικρό που να έχει σχέση συγγενική μαζί μου. Πάμε;

ΙΒΑΝ
Πάμε.
(Βγαίνουν)
(τέλος της πρώτης σκηνής)
(συνέχεια)

Τρίτη, 14 Ιουνίου 2016

ΘΑΝΑΤΟΣ-11
Η Ρώμη κυβέρνησε τον κόσμο για αιώνες. Η Νέα Ρώμη κυβέρνησε τον κόσμο για χίλια χρόνια. Η Τρίτη Ρώμη, οι ΗΠΑ, κυβερνάνε ακόμα σήμερα τον κόσμο.
Τι έχει γίνει και τι έχει αλλάξει μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια; Πολλά. Κράτη, λαοί και μορφές χρήματος  που άλλα πέθαναν άλλα γεννήθηκαν, πόλεμοι, αιματοχυσίες, θρησκείες και φιλοσοφίες, πολιτεύματα, τρόποι βασανισμού, διασκέδασης, εκμετάλλευσης, μετακίνησης του ανθρώπου, όπλα.
Και ο άνθρωπος τι; Μήπως έμαθε γιατί ζει-ποιο σκοπό έχει η ύπαρξή του; Όχι. Μήπως ζει καλλίτερα από πριν γίνουν όλα αυτά; Όχι. Μήπως δημιούργησε μια κοινωνία όπου όλοι να ζουν άνετα ή έστω υποφερτά; Μήπως γαλήνεψε η ψυχή του;  Μήπως έπαψε να σκοτώνεται από συνανθρώπους του; Μήπως έπαψε να μετριέται με χρήμα; Όχι είναι η απάντηση σε όλα αυτά.
Μα ναι, κάτι άλλαξε. Σήμερα σκουπίζει τα δάκρυά του με χαρτομάντηλα αντί με τo  ανάστροφο της παλάμης του. Σήμερα μεταφέρει τους νεκρούς του προς την τελευταία τους κατοικία μέσα σε αυτοκίνητα. Σήμερα δεν παρακολουθεί αρματοδρομίες αλλά βλέπει αγώνες ταχύτητας αυτοκινήτων. Σήμερα δεν σκοτώνει με βέλη αλλά με σφαίρες. Σήμερα μαθαίνει μετά από λίγη μόλις ώρα πότε ένα ισχυρό κράτος επιτίθεται σε κάποιο αδύναμο και μάλιστα ξέρει ακριβώς πόσοι είναι οι νεκροί μετά από κάθε αεροπορική επιδρομή του.
Ότι ο χρόνος δεν υπάρχει και άραγε δεν περνάει, το ήξερε ο Ωριγένης. Σήμερα το αποδείχνουν τα μαθηματικά. Μα δεν χρειάζονται ούτε ο ένας ούτε τα άλλα-σήμερα ο κάθε άνθρωπος ξέρει ότι τίποτα δεν άλλαξε στη ζωή του μετά από τόσες-τάχα-χιλιετηρίδες: αδαής και ανίκανος για τα στοιχειώδη ήταν και είναι ακόμα σήμερα ο άνθρωπος. Και όσο θάνατος ήτανε η ζωή πριν χιλιάδες χρόνια, ίδια θάνατος είναι και σήμερα η ζωή του.
Η Ιστορία δε γίνεται επιστήμη παρά όταν οι άνθρωποι έχουν θελήσει να διευθύνουν καθαρά την Ιστορία τους.
Χέγκελ, Φιλοσοφία της Φύσης


Από τον αληθινό αντίπαλο παίρνεις άπειρο θάρρος.
Φ. Κάφκα, Τα μπλε τετράδια

ΠΩΣ ΠΕΘΑΙΝΑΝ ΟΙ ΚΟΥΜΟΥΝΙΣΤΡΙΕΣ

ΓΕΩΡΓΙΑ ΠΟΛΥΓΕΝΟΥΣ

Δεκαεφτάχρονη ήταν η Γιωργία.
Κι είχε γενέθλια τη μέρα εκείνη.
Μαθήτρια του γυμνασίου ακόμη
κι ευώδιαζε σαν λούλουδο δροσάτο.
Στη φλόγα της ζωής μια σπίθα ήταν
και μια οπτασία ολόφεγγη, λες κιόλας
πως ήταν απ’ τα γήινα λυτρωμένη.

Κι είπε με τη βελούδινη φωνή της:
"Συντρόφισσες!
Παλέψαμε να κάνουμε τ' όνειρό μας αλήθεια. Δεν τα καταφέραμε. Γρήγορα θα το κάνουν άλλες κι άλλοι.
Συντρόφισσες!
Μιας και θα πεθάνει κανείς μια μέρα, ας πεθάνει για το μοναδικό αγαθό-τη λευτεριά!"

Και κει απάνω, ως το ’θελε ωραία
έπεσε η συντρόφισσα Γιωργία.
ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ
(CAL L.A.)

Ενώ μισώ της τεχνικής τις νέες προόδους
που σε παρόδους οδηγούν αδιεξόδους,
για το ραδιόφωνο μόνο έπαινοι και αίνοι
από το στόμα μου ανθούν-κι αυτό συμβαίνει

γιατί κοντά μου φέρνει εσάς φωνές ναζιάρες
φωνές θερμές, χαδοπλεγμένες, ερωτιάρες-
γιατί κοντά μου φέρνει εσάς φωνούλες θείες
φωνές γλυκές-αγαπημένες-γυναικείες.
ΜΕ ΤΕΤΟΙΑ ΜΠΟΡΑ, Μ' ΑΣΤΡΑΠΕΣ ΚΑΙ ΜΕ ΒΡΟΝΤΕΣ

Με τέτοια μπόρα, μ' αστραπές και με βροντές
ίσως δε βγαίνεις και λατρεύεις άλλα είδωλα.
Κι ίσως χαθούμε γιατί οι μέρες βροχερές.
Μα πες στη φίλη –δεν σου γράφω γι άλλο τίποτα-
που 'χες μαζί σου, πως οι κνήμες της κοντές
και, η καημένη, θα γεννήσει δύσκολα.
Ο ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΟΣ
(συνέχεια)

X22-ΧΙ12
Ο  ΚΥΡΙΟΣ
                                     Και  να!  Ο ήχος φτάνει
Βουητού  μεγάλου, και   σεισμός απ’   το Βορρά μεγάλος 
Να φέρει   τον  αφανισμό  στις  πόλεις  του Ιούδα
Και τη  φωλιά τους  να ’χουνε  μέσα τους  τα τσακάλια.

ΛΑΟΣ
Γνωρίζω Κύριε, την οδό που ο άνθρωπος βαδίζει

Δεν τήνε διάλεξε αυτός, ούτε άνθρωπος ποτέ του
Πορεία που εχάραξε ο ίδιος θα τραβήξει.
Βάλε μας Κύριε μυαλό, αλλά με ήπια μέσα
Κι όχι μ’ οργή, γιατί από μας λίγους αυτή θ’ αφήσει.
Σε λαούς που δε σε γνώρισαν ξέσπασε το θυμό σου
Και στις γενιές που ακάλεστο έχουνε τ’ όνομά σου.
Γιατί αυτές τον Ιακώβ τον έχουν καταφάει
Και τον ρημάξαν. Κι έχουνε ’ρημώσει τις βοσκές του. 

ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΠΟΥ ΕΙΠΩΘΗΚΑΝ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΙΕΡΕΜΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ, ΛΕΓΟΝΤΑΣ:
        "Τους λόγους άκουσε αυτής της συμφωνίας, και πες τους
Σ’ όσους στην Ιερουσαλήμ μένουν, και στους Ιουδαίους 
Αυτά ο Κύριος και θεός του Ισραήλ λέει, πες τους:
Καταραμένος ο άνθρωπος εκείνος να ’ναι πες τους
Της συμφωνίας αυτής εδώ τα λόγια αν δεν τηρήσει
Που όρισα στους πατέρες σας εγώ, τη μέρα εκείνη
Που έξω τους οδήγησα απ’ τη χώρα της Αιγύπτου
Έξω από την κάμινο τη σιδερένια εκείνη
Κι είπα μιλώντας προς αυτούς: ακούστε τη φωνή μου
Κάνετε όσα θα σας πω και θα ’στε ο λαός μου
Και ο θεός σας θα ’μ’ εγώ, ώστε τον όρκο έτσι
Που έδωσα στους πατέρες σας μια χώρα να τους δώσω
Που θα κυλάει μέσα της το μέλι και το γάλα,
Μια μέρα όπως αυτή εδώ να τόνε ξεπληρώσω".
Και αποκρίθηκα εγώ κι είπα: ας γίνει Κύριε.
Κι είπε σε μένα ο Κύριος: "Διάβασε αυτούς τους λόγους
Έξω από την Ιερουσαλήμ και στις Ιουδαίες πόλεις
Τους λόγους λέγοντας αυτούς ετούτης της διαθήκης:
Ακούστε τους και κάντε τους. Και δεν τους έχουν κάνει".
Και είπε ο Κύριος προς εμέ: "Μία συνωμοσία
Ανάμεσα εξυφάνθηκε στους άντρες του Ιούδα
Και σ' όσους στην Ιερουσαλήμ μένουν. Ξαναγυρίσαν
Στις αδικίες που παλιά κάναν οι προγονοί τους-
Εκείνοι που δε θέλησαν τους λόγους μου ν' ακούσουν.
Και να τους! που επήρανε θεούς από πίσω άλλους
Και δούλοι τους εγίνανε. Και του Ισραήλ ο οίκος
Και του Ιούδα, αγνόησαν αυτή μου τη διαθήκη
Που όρισα στους πατέρες τους".
Για τούτο λέει ο Κύριος: "Να! Συφορές θα φέρω
Εγώ σε τούτον το λαό. Και από κείνες να ’βγουν
Αυτοί δε θα μπορέσουνε. Και μένα θα φωνάξουν
Μα δε θα τους ακούσω εγώ. Κι οι πόλεις του Ιούδα
Κι οι άντρες της Ιερουσαλήμ θα πάνε να φωνάξουν,
Για να σωθούν απ’ τα κακά, τους θεούς που θυμιατίζουν.
Κι αυτοί δε θα τους σώσουνε. Γιατί όσες σου οι πόλεις
(συνέχεια)

Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2016

ΕΝΑΣ ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
(συνέχεια)

ΑΛΕΞΕΙ
Η Λίντα λοιπόν ήτανε μια πανέμορφη και φιλόδοξη βουλγάρα. Είχε χωρίσει με τον πάμπλουτο άντρα της στη Βουλγαρία και ήρθε στην Αμερική για να κάνει λεφτά όπως έλεγε, και «να του δείξει» αυτουνού.
Αν δεν ήξερες όμως τη Λίντα, ξέρεις καλά εμένα. Και ξέρεις ότι απεχθάνομαι το χρήμα. Και πως μου αρκεί τόσο από αυτό, όσο για ένα κομμάτι ψωμί και ένα πιάτο φαγητό την ημέρα. Ποτέ δεν θα έμπαινα στη διαδικασία απόκτησης χρημάτων. Μα για να κάνω το χατήρι της Λίντας και να πάψει να με γκρινιάζει, μπήκα συνεταίρος σε ένα μαγαζί ηλεκτρονικών ειδών. Το κατάστημα πήγαινε καλά. Σε τρία χρόνια έγινε μια μικρή βιοτεχνία με είκοσι εργάτες-υπαλλήλους. Άλλα τρία χρόνια αργότερα αγόρασα από κάποιον την αποκλειστικότητα παραγωγής ηλεκτρονικών τσιπς, απαραίτητων για το σύστημα ευστάθειας των αεροπλάνων. Αυτό ήταν. Γρήγορα οι δέκα υπάλληλοι έγιναν εβδομήντα. Και σε πολύ λίγο, με προτροπή της Λίντας εξαγόρασα τον συνεταίρο μου.
Ιβάν, δε θα το πιστέψεις, το χρήμα λες ερχόταν μόνο του και εμπαινε στα συρτάρια μας.
Θα μπορούσα να μεγαλώσω ακόμα τη βιοτεχνία μου, όμως δεν το ήθελα.
Η Λίντα ήτανε στις χαρές της.
Και αφού μέσω εμού πέτυχε ό,τι ήθελε, έφυγε από τη ζωή μου, αφού πρώτα  της εκχώρησα τη μισή επιχείρηση. Αυτό έγινε πέντε χρόνια πριν. Όταν αποφάσισα να κάνω ό,τι σου είπα, πούλησα και το δικό μου μερίδιό σ' αυτήν.
Και να ’μαι εδώ με όλα τα λεφτά μου.

ΙΒΑΝ
Να λοιπόν που επαληθεύτηκε στην περίπτωσή σου ότι τα λεφτά πηγαίνουν σε κείνους που δεν τα θέλουν!..

ΑΛΕΞΕΙ
Ναι! Ακριβώς έτσι έγινε!
(Χτύποι στην πόρτα. Ο Ιβάν ανοίγει και μπαίνει η Άννα. Λεπτή, όμορφη, με μαύρα μάτια και μαλλιά. Κρατάει σακούλα με τρόφιμα στο χέρι)

ΑΝΝΑ
Γεια σας κύριε Ιβάν.
(στον Αλεξέι)
Γεια σου Αλέξη (τον φιλεί)
Θα με συγχωρήσετε, πάω να μαγειρέψω. Θα κάνω ψαρόσουπα.
(βγαίνει)

ΑΛΕΞΕΙ
(συνεχίζοντας την προηγούμενη συζήτηση)
Να σου λύσω και τις υπόλοιπες απορίες σου. Η Άννα είναι νέα, εγώ μεγάλος. Η ζωή είναι μπροστά της. Θέλω να την αφήσω ελεύθερη να κάνει μια νέα αρχή. Και για να τη βοηθήσω σ’ αυτό έφερα μαζί μου χεροπιαστά τα χρήματα. Θα τα αφήσω σε κείνη. Ως για μένα έχω μια σύνταξη, με φτάνει.
Όποτε της έλεγα το σχέδιό μου αυτό, εκείνη μου δήλωνε ότι λογαριάζω χωρίς τον ξενοδόχο, πως δηλαδή αυτή δεν θα φύγει ποτέ από κοντά μου και ότι τα χρήματα δεν τα θέλει.
Πιστεύω ότι αυτό που λέει το εννοεί. Μα δεν μπορούσα να μην επιχειρήσω να κάνω πράξη αυτό το σχέδιο σε ό,τι αφορά στην συμμετοχή μου σ’ αυτό.
Να με αφήσει και να φύγει από την Αμερική, ήταν αδύνατο. Είπα λοιπόν να έρθουμε μαζί. Σκέφτηκα ότι μπορεί, αν ξαναβρεθεί στην πατρίδα πάλι μετά τόσα χρόνια, κι αν δει τους δικούς της, τότε ίσως θελήσει να μείνει. Και ίσως αν δει ότι θα κάνω αυτό που λέω, αν δει τόσα λεφτά μπροστά της και όλα δικά της, ίσως λέω, να δει αλλιώς το πράγμα. Και μπορεί τότε να ξεχάσει και μένα και τα ποιήματά μου. 
Έτσι ή αλλιώς έπρεπε να το επιχειρήσω αυτό, αλλιώς θα ένοιωθα άσχημα υποθέτοντας ότι αν το έκανα μπορεί να έχει αποτέλεσμα. 
Ίσως εδώ μπορείς να βοηθήσεις κι εσύ. Να της πεις αυτά που σου είπα με δικά σου λόγια, να βάλεις την πραγματικότητα μπροστά στα μάτια της.
Μη νομίζεις ούτε για μια στιγμή ότι θέλω να τη διώξω από κοντά μου. Με βαριά καρδιά θα γύριζα πίσω χωρίς την Άννα. Ξέρω όμως ότι δεν έχω το δικαίωμα να την κρατήσω κοντά μου. Αλλά αν μου δείξει πως ό,τι λέει θα το κάνει… τι να πω…

ΙΒΑΝ
Η οικογένειά της πού είναι; Έχει αδέρφια, γονείς; Ποιες είναι οι σχέσεις της μαζί τους;

ΑΛΕΞΕΙ
Έχει δυο αδερφούς και ζει η μητέρα της. Την αγαπάνε και τους αγαπάει. Τηλεφωνιούνται. Τη θέλουν κοντά τους. Νομίζουν μάλιστα ότι εγώ δεν την αφήνω να το κάνει. Και ανησυχούν για το μέλλον της. Η μητέρα της έκλαιγε μια φορά από το τηλέφωνο σε μένα. Μου έλεγε ότι η Άννα πρέπει να ξαναφτιάξει τη ζωή της, ότι υπάρχουν υποψήφιοι γι αυτό και πως γι αυτό πρέπει να γυρίσει στη Ρωσία. Η Άννα πάλι σου είπα έχει πάρει την απόφασή της. Φαντάσου πως δεν τους είπε ούτε ότι θα ερχόνταν εδώ, για να μη μεγαλώσει τη στενοχώρια τους ξαναφεύγοντας.

ΙΒΑΝ
Σ’ αγαπάει τόσο πολύ!

ΑΛΕΞΕΙ
Ας μη χρησιμοποιούμε τόσο εύκολα τη λέξη αγάπη. Ούτε εγώ ούτε η Άννα έχουμε πει ποτέ τη λέξη αυτή μιλώντας μεταξύ μας. Κι αν σου είπα ότι αγαπάει τους δικούς της, μα πάρε τη λέξη αγάπη με τη φτηνή έννοια που έχει στις καθημερινές συνηθισμένες συζητήσεις.

ΙΒΑΝ
Εσύ Αλεξέι αντίθετα, δεν έχεις σχέσεις με τους συγγενείς σου.

ΑΛΕΞΕΙ
Εγώ αντίθετα φίλε, δεν έχω συγγενείς.

ΙΒΑΝ
Το ξέρω από τότε. Φεύγοντας μου είπες ότι αν θέλω να είμαστε φίλοι να μη σου μιλήσω πάλι για τους συγγενείς σου.

ΑΛΕΞΕΙ
Όχι ακριβώς. Συνέχισα λέγοντάς σου «γιατί η συγγένεια δεν
έχει νόημα».

ΙΒΑΝ
Πράγματι. Περάσανε είκοσι χρόνια και υπάκουσα στην επιθυμία σου. Δεν σου μίλησα ποτέ γι αυτούς. Τώρα που ξανάρθες πες μου, μήπως έχεις αλλάξει γνώμη;

ΑΛΕΞΕΙ
Όχι. Δεν άλλαξα γνώμη. Άλλαξα όμως σε κάτι άλλο σχετικά με το θέμα. Δε μ’ ενδιαφέρει πια να μου μιλούν γι αυτούς, αρκεί να μη γίνεται η κουβέντα βαρετή, ό,τι ισχύει δηλαδή για κάθε θέμα, για τους περισσότερους ανθρώπους άλλωστε.

ΙΒΑΝ
Μπορώ λοιπόν να σε ρωτήσω γιατί αυτή η στάση απέναντι στους συγγενείς σου…

ΑΛΕΞΕΙ
Και θα σου απαντήσω. Τι είναι συγγενείς; Άνθρωποι του ίδιου γένους. Και λοιπόν; Οι υπόλοιποι άνθρωποι επί της γης είναι αλλογενείς για μένα. Και λοιπόν; Λόγια… λόγια… λόγια. Πες μου εσύ τώρα με τη σειρά σου, γιατί θα περίμενες να έχω άλλη στάση απέναντι στους συγγενείς ανθρώπους;

ΙΒΑΝ
Έλα Αλεξέι… δεν είμαι κανένα παιδάκι να μου αρχίζεις από την αρχή το μάθημα… Τους συγγενείς εκτός από την κοινή καταγωγή και λόγω ακριβώς αυτής, τους ενώνουν κοινές μνήμες, χρόνια ζωής μαζί τους, κοινές προσπάθειες, κοινά συμφέροντα πολλές φορές…

ΑΛΕΞΕΙ
Κοίταξε Ιβάν, αν η κοινή καταγωγή είχε κάποια συμβολή στη συντήρηση της ζωής ή την καλλιτέρεψή της, η Φύση θα είχε δώσει στον άνθρωπο τα ανάλογα ένστικτα: το ένστικτο της αδερφότητας, το ένστικτο της φροντίδας για τον πατέρα, τη μητέρα, τους θείους και τις θείες, τους ανεψιούς, τις ανεψιές και λοιπά. Δεν έχει δώσει κάποιο τέτοιο ένστικτο. Έχει δώσει το μητρικό ένστικτο μόνο, για να φροντίσει η μητέρα το παιδί ώστε αυτό να μην πεθάνει από πείνα ή δίψα ή οτιδήποτε άλλο ως τότε που αυτό μόνο του θα μπορεί να προσέχει τον εαυτό του. Και ας μιλάνε για αγάπη της μάνας για το παιδί της-το κάνουν όσοι αγνοούν ότι την ίδια «αγάπη» για τα παιδιά της έχει και μια αγελάδα, μια ύαινα, μια αρκούδα.
Μίλησες για κοινές μνήμες και για χρόνια που οι συγγενείς ζούνε μαζί.
Πίστεψε αυτό που θα σου πω. Όσο κι αν ψάξω στις μνήμες μου, δε θα βρω κάποια που να έχει να κάνει με τον, όπως τους λες, τον αδερφό ή την αδερφή μου. Ένα λευκό κενό καλύπτει την συνύπαρξή μου μαζί τους.

ΙΒΑΝ
Δεν μπορεί! Δε ζούσατε μαζί;..

ΑΛΕΞΕΙ
Και βέβαια ζούσαμε μαζί. Παρόλο τούτο, συμβαίνει ό,τι σου είπα. Αντίθετα, μνήμες κατακλύζουν το μυαλό μου από ένα γειτονόπουλο, από τους συμμαθητές μου κατόπιν, από τα φοιτητικά μου χρόνια, μα από τα λεγόμενα αδέρφια...τίποτα! Τίποτα κοινό δεν μας έδενε.
Γιατί να νοιώθω λοιπόν κάτι για τους ανθρώπους αυτούς; Επειδή μας γέννησε η ίδια μητέρα;
Μα η ιστορία δεν τελειώνει εδώ. Μένει να σου απαντήσω και για το… πώς το είπες;… «κοινές προσπάθειες» νομίζω…

ΙΒΑΝ
Ναι. Και κοινά συμφέροντα.

ΑΛΕΞΕΙ
Κοινές προσπάθειες… δεν μπορώ να υποθέσω ποιες θα ήσαν οι «κοινές προσπάθειες» ανθρώπων που τίποτα κοινό δεν έχουν. Τίποτα! Ως για κοινά συμφέροντα, κοινές διαφορές αν έλεγες, αν και οξύμωρο, θα πλησίαζε περισσότερο στο σωστό. Έτσι λοιπόν, θα σου φαντάζει τώρα χωρίς περιεχόμενο η ιδέα ότι πρέπει με τα αδέρφια μου να με συνδέει κάτι.
Τους βλέπω σαν όλους τους άλλους ανθρώπους: αδιάφορα. Αυτοί και οι οικογένειές τους δεν είναι για μένα παρά μερικά ακόμα δυστυχισμένα πλασματάκια από αυτά που ζουν πάνω στον πλανήτη κοκορευόμενα.

ΙΒΑΝ
Μίλησες για διαφορές-ποιες είναι αυτές;

ΑΛΕΞΕΙ
Μίλησα για διαφορές για να καλύψω τη δική τους στάση απέναντι σε μένα. Εγώ δεν αισθάνομαι να είχα ή να έχω καμία διαφορά να διευθετήσω με αυτούς. Η στάση τους απέναντί μου ήτανε να μου παίρνουν ό,τι ήταν δικό μου ή να μη μου δίνουν ό,τι μου ανήκε. Όμως ποτέ δεν διεκδίκησα τίποτε από αυτά.

ΙΒΑΝ
Αυτό είναι παλιανθρωπιά από μέρους τους. Και συ γιατί να μη διεκδικήσεις ό,τι σου ανήκε;… γιατί κάτι τέτοιο ακούστηκε στην πόλη για τότε-πως δεν πάλεψες για τα συμφέροντά σου.
(συνέχεια)
ΓΕΝΕΘΛΙΑ
(CAL L.A.)

Γενέθλια του Λος Άντζελες.
Kλείνει τα εκατόν τριάντα τρία χρόνια…
Centenial Chatchworth…

Γιορτές και πανηγύρια…
Μα ούτε ολιγοήμερο έμβρυο
δεν ειν’ εδώ ακόμα η Αρετή.

Τι θέλω εγώ σ’ αυτό τον κόσμο μέσα;
Πώς να χαρώ εγώ με τέτοιες φιέστες;

Και όταν είμαι μέτοχος
στο πιο λαμπρό κι αλάθητο μνημείο
γιατί να ορθώνω πέτρες ακαλαίσθητες
ασύμμετρες, ογκώδεις κι αιχμηρές
σε ό,τι αυτοί αλλοπρόσαλλα οικοδομούν;

Ας πάω στον τόπο μου λοιπόν.
Ας φύγω στην πατρίδα.
Εμείς έχουμε χτίσει τις γιορτές μας
και μέσα υπάρχουμε σε μια αιώνια φιέστα.

Από γιορτές και φιέστες πια εμείς... κατάμεστοι…
Η Ιστορία δε γίνεται επιστήμη παρά όταν οι άνθρωποι έχουν θελήσει να διευθύνουν καθαρά την Ιστορία τους.
Χέγκελ, Φιλοσοφία της Φύσης


Από τον αληθινό αντίπαλο παίρνεις άπειρο θάρρος.
Φ. Κάφκα, Τα μπλε τετράδια

ΠΩΣ ΠΕΘΑΙΝΑΝ ΟΙ ΚΟΥΜΟΥΝΙΣΤΡΙΕΣ


ΙΣΜΗΝΗ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΥ

Στολίστηκε, γλυκά, λουλούδια eήρε,
και τα πετούσε προς τα παραθύρια
"για λευτεριά" φωνάζοντας συνέχεια,
"για λευτεριά συντρόφισσες πεθαίνω".

Την πιάσαν και τη στήσανε στον τοίχο.
Αυτή ’χε ακόμα στο κουτί καλούδια
και τα πετούσε προς τα παραθύρια.
Και πριν του "πυρ" τη διαταγή ν' ακούσουν
στα πόδια της ερίξαν οι στρατιώτες
ακίνητος ο στόχος τους για να ’ναι.
Και δίνοντας, και τη γλυκιά στο στόμα
τη λέξη "λευτεριά" κρατώντας πάντα,
έφυγε από τον κόσμο μας η Ισμήνη
και στον αιώνιο κόσμο της επήγε.
ΧΤΕΣ ΔΥΟ ΧΕΡΙΑ ΓΚΡΕΜΙΣΑΝΕ

Χτες δυο χέρια γκρεμίσανε
της ψυχής μου τα όνειρα
κι οι ελπίδες που ζήσανε
στων ονείρων τα δώματα
πλακωθήκαν με πέτρες
και μ’ ακάθαρτα χώματα.

Τώρα πια δεν αντέχουνε
οι ψυχές γι άλλο χτίσιμο
κι οι ιδέες που τρέχουνε
μου ζητάν να πουλήσω
τις ελπίδες και όνειρα
πια ποτέ να μη χτίσω.
Και κει που καθόμουνα Φώτη χτες βράδυ στο γνωστό καφενείο, νάσου και έρχεται ένα δροσερό, όμορφο, πνιγμένο στα ροζ κορίτσι και αρχίζει να με πνίγει με φιλιά και με επιφωνήματα ευχάριστης έκπληξης.
Να μη σε βάνω να ψάχνεις-η Ντανιέλα! (Και για να μην το ξεχάσω αργότερα στα λέω από τώρα τα χαιρετίσματά της, σε θυμάται).
Οξυνούστατο πλάσμα, χαριτωμένη, με μυαλό που αν το αφιέρωνε σε κάποια επιστήμη θα διέπρεπε ασυζητητί. Και πάντα, αδικώντας τον εαυτό της, να αλλάζει πρόσωπα μεταξύ προσποιητής άγνοιας για προστασία της και λαμπερής έως ακτινοβόλας σωστής γνώσης και κρίσης.
Καθόταν σε κοντινό παγκάκι με την παρέα της το Βασίλη που δεν γνώριζα. Με είδε και όρμησε. Τους κάλεσα και πήραμε μαζί καφέ. Ο Βασίλης σοβαρό παιδί, χωρίς τις ακρότητες της Ντανιέλας, γοητευμένο από αυτήν.
Από τις εννιά που ήρθαν μέχρι τις εντεκάμισυ που φύγαμε, γέλια και χαρές από τη Ντανιέλα, συνεσταλμένη ομιλία από Βασίλη, όσο για μένα, με το πολύχρονο θάρρος και οικειότητά μου με Ντανιέλα, ευκαιρία βρήκα-λαλίστατος. Άφησα όλη την καταπιεσμένη επιθυμία μου για επικοινωνία να εκδηλωθεί, τον καλά κρυμμένο φωτεινό και σπινθηροβόλο εαυτό μου να αστράψει. Το δικαιούμουν.
Από τους πρώτους εναγκαλισμούς και φιλήματά μας μέχρι που το διαλύσαμε, οι πέριξ καθήμενοι πελάτες του μαγαζιού είχαν στραμμένη την προσοχή τους επάνω μας. Όσο για την σερβιτόρα που ήτανε συνηθισμένη να βλέπει για μήνες έναν μόνο τύπο να κάθεται για ώρες πίνοντας τον καφέ του με τα μάτια στο άπειρο βυθισμένα, τώρα κάθε που μπαινόβγαινε σερβίροντας πελάτες δεν παράλειπε να ρίχνει έκπληκτες και θαμπωμένες ματιές προς το μέρος μας, που επίκεντρο του ενδιαφέροντός τους είχαν εμένα και τον ζωντανό άνθρωπο που αυτή ούτε υποψιαζόταν πως υπήρχε κάτω από το νεκροσέντονό του.
Και καθώς η Ντανιέλα ρουφάει κάθε καινούργιο και καθώς ο Βασίλης ενδιαφερόταν για κάτι πέρα από τα καθημερινά τετριμμένα, για δυο ολόκληρες ώρες, οι τρεις μας μάθαμε πολλά ο ένας από τον άλλο, αλλά μαζί με εμάς τα έμαθαν και  οι παρακαθήμενοι πελάτες μιας και ο χώρος είναι όπως ξέρεις μικρός και ούτε υπήρχαν λόγοι για ιδιαίτερες προφυλάξεις. Έτσι Ντανιέλα και Βασίλης έγιναν κοινωνοί των απόψεών μου για την κοινωνία και για την επιστήμη, έμαθαν τις νεότερες θεωρίες για την δημιουργία του σύμπαντος και του κόσμου, έμαθαν περί χωροχρονικού συνεχούς, περί κβαντομηχανικής, περί  big bang, έμαθαν ότι η βαρύτητα πόθανε και αντικαταστάθηκε από την καμπύλωση του χρόνου, έμαθαν τέλος πως οι άνθρωποι δεν είμαστε παρά είδωλα τετραδιάστατων υπάρξεων που προβάλλονται πάνω στον τρισδιάστατο καθρέφτη-τον μόνο που μπορούμε να αντιλαμβανόμαστε με τις λειψές αισθήσεις μας. Ως για μένα, μυήθηκα από τον Βασίλη στα της δουλειάς του στο ψητάδικο-πώς προετοιμάζεται μια μπριζόλα αποβραδίς για να είναι τρυφερή την επομένη, τι είδους καλαμάκια πρέπει να χρησιμοποιούνται στα σουβλάκια και γιατί, πώς το αφεντικό του μέσα σε πέντε χρόνια έχει ανοίξει τρία μαγαζιά που όλα δουλεύουν μέσα στην κρίση, τι του δίνουν οι πελάτες όταν τους κάνει ντελίβερι. Η Ντανιέλα έπαιξε άριστα το ρόλο της τον ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που μέσω αυτής πρωτογνωρίζονται, από τη μια στέκοντας διακριτικά «στην άκρη» δίνοντάς μας έτσι όλο το χρόνο για γρήγορη αλληλοκατανόηση των δυο μας, αλλά και επεμβαίνοντας όπου χρειαζόταν για να διευκολύνει τα πράγματα ή διακόπτοντάς μας για να κάνει μια χαριτωμένη παρέμβαση που ομόρφαινε την κουβέντα μας χωρίς και να την χαλάσει.
Το σπουδαίο της όλης βραδιάς είναι ότι όλα από μας τους τρεις έγιναν και ειπώθηκαν αυθόρμητα και γνήσια (το αυθόρμητο του Βασίλη υιοθετήθηκε από αυτόν αμέσως μετά που αντιλήφτηκε-πράγμα που έγινε μέσα στα πρώτα λεφτά της συνάντησής μας- το πηγαίο και ανυστερόβουλο της σχέσης μεταξύ της Ντανιέλας και μένα), και πώς αλλιώς θα ήταν αφού τόσον καιρό είχαμε να ιδωθούμε με την Ντανιέλα και επομένως ό,τι γινόταν γινόταν απροσχεδίαστα, απροπαρασκεύαστα και αληθινά.
Συμπέρασμα: μια ευχάριστη βραδιά, που φάνηκε ότι την είχαμε ανάγκη και οι τρεις.

Κυριακή, 12 Ιουνίου 2016

ΦΥΣΑΕΙ ΕΝΑ ΚΡΥΟ ΔΡΟΣΟ ΑΕΡΑΚΙ
(CAL L.A.)

Φυσάει ένα κρύο δροσό αεράκι
της μέρας η κάψα έχει φύγει
και μες στη ψυχή ένα λάλο πουλάκι
σκορπάει ευφρόσυνα ρίγη.

Μια θάλασσα η δύση βαθιά ματωμένη
μαχαίρι ερυθρό κάθε αχτίδα. 
Α! Να ’ταν ο ήλιος μια γλάστρα ανθισμένη…
Α! Να ’μουνα λέει στην πατρίδα...

Η ΦΙΛΗ

Είχα μια φίλη που έφυγε απ' την Ελλάδα όταν
η ελπίδα μες στα μάτια της ακόμα αναπαυόταν
και πήγε στην απόμακρη και πλούσια Αμερική.

To πρόσωπό της έλαμπε από ζωή και φλόγα
τα βράδια ο ήλιος κούρνιαζε στου στήθους της τη ρόγα
και φως και ζέστα εμάζευε ολονυχτίς εκεί.

Κι έφυγε. Kαι μας άφησε να κλαίμε στη φυγή της.
Kαι παίρνοντας τα όνειρα και τη χαρά μαζί της
ξεδίπλωσε ολόλευκα πανιά στον κρύο αέρα.

Kι ακόμα όταν έφτανε στην ξένη γη το πλοίο
αυτή γελούσε ολόδροσα σαν ένα ακόμα αστείο
να ’ταν και το ταξίδι της κι η ζήση εκεί πέρα

Χρονιές πολλές επέρασαν και το ’φερε η μοίρα
κι όπως αυτή, έτσι κι εγώ, τους ίδιους δρόμους πήρα.
Και θέλησα όταν έφτασα τη φίλη μου να δω.

Μ’ αντίς γι αυτή με στείλανε σε άψυχο ένα σώμα
που ας με γνώρισε αυτό, εγώ και τότε ακόμα
ενόμισα πως λάθεψα και πήγα σ’ άλλη οδό.

Εγώ θυμόμουν με χαρά και φως να ’ναι γεμάτη.
Τώρα κενό κι ανέκφραστο με κοίταζε το μάτι
κι άχρωμη μια κι αγνώριστη μου μίλαγε φωνή.

Κι αυτή φαινόταν να ’τανε μ’ όλα τα γύρω ξένη  
και σαν ρομπότ εβάδιζε και σαν υπνωτισμένη
λες μαραμένο ήτανε από καιρό κλωνί.

Χίλιες φορές καλλίτερα να την κατείχε η θλίψη
ή στην ψυχή της άκλειστες πληγές να είχε ανοίξει
του Πόνου το μαχαίρωμα-της Λύπης η κραυγή,

παρά που ήταν σα σβηστός λύχνος που ακόμα σβήνει
ή σαν κορμί που ακόμα ζει αν και δεν έχει μείνει
τίποτα πλέον ζωντανό εντός του για να βγει.

Και όταν μιαν ανθρώπινη ελπίζοντας να δρέψω
ματιά, το έλος τόλμησα λιγάκι ν’ αναδέψω-
κι όταν το λόγο έφερα στην τοτινή χαρά

ένα τρελό που τράνταζε τα μαραμένα στήθη-
ένα τρελό κι απόκοσμο γέλιο μου αποκρίθη
σαν χίλια όρνια να ’κρουαν τα μαύρα τους φτερά.
Η Ιστορία δε γίνεται επιστήμη παρά όταν οι άνθρωποι έχουν θελήσει να διευθύνουν καθαρά την Ιστορία τους.
Χέγκελ, Φιλοσοφία της Φύσης


Από τον αληθινό αντίπαλο παίρνεις άπειρο θάρρος.
Φ. Κάφκα, Τα μπλε τετράδια

ΠΩΣ ΠΕΘΑΙΝΑΝ ΟΙ ΚΟΥΜΟΥΝΙΣΤΡΙΕΣ

 ΣΤΑΘΟΥΛΑ ΛΕΒΕΝΤΗ

Απ' τα παράθυρα γύρω τριγύρω
τη βλέπανε οι άλλες οι γυναίκες,
σαν του θανάτου ο Χορός να ήσαν.
Η Πλάση όπου να ’ναι θα ξυπνήσει.
Γεμάτος νιες χαρές και νιες λαχτάρες
ετοιμαζόταν ο ήλιος ν’ ανατείλει.
Το Χτες βαθιά χαμένο μες στη νύχτα
και γιορτινό το Σήμερα ερχόνταν.
Νυστάζοντας ακόμα οι στρατιώτες
στέκανε στην αυλή παραταγμένοι.
Της φυλακής ανοίγει η μέσα πόρτα
και βγαίνει από μέσα η Σταθούλα.
Και δυο στρατιώτες πίσω της ερχόνταν
που αμέσως πήγανε κοντά στους άλλους
τις λεπτομέρειες για να κανονίσουν
"της εκτελέσεως της κρατουμένης".
Εστάθηκε για λίγο η Σταθούλα,
εκοίταξε τριγύρω τις γυναίκες
μες στα καγκελωτά τα παραθύρια,
κι έσυρε μια φωνή στριγκιά του Άδη
που όλες τις κόλασες μέσα της κλειούσε
και τουτουνού και όποιου άλλου Κόσμου.
Κατόπι ένα τραγούδι αρχινάει
και το χορό μονάχη ξεκινάει:
"Έχε γεια καημένε κόσμε..."

Πίσω τής δέσανε τα χέρια κι όρθια
τη σπρώξαν και τη στήσανε στον τοίχο.
Και πριν τα όπλα τ’ άδικο ξεχύσουν
αυτά τα λόγια η Σταθούλα λέει:
"Συντρόφισσες! Όποια πεθαίνει για το Κόμμα, πεθαίνει για τη λευτεριά. Κι όποια πεθαίνει για τη λευτεριά, ζει αιώνια. Καλήν αντάμωση συντρόφισσες."
ΌΣΟ ΚΙ ΑΝ ΕΙΝΑΙ Η ΝΥΧΤΑ ΣΚΟΤΕΙΝΗ

Όσο κι αν είναι η νύχτα σκοτεινή
κι είναι θολό το βράδυ
κι όσο κι αν μαύρες καταιγίδες τη χτυπούν
και μαύρες μπόρες

κάποιες απρόσμενες στιγμές μια αστραπή
θα σχίσει το σκοτάδι:
όσο κι αν είμαστε μικροί υπάρχουν και για μας
μεγάλες ώρες.

Σάββατο, 11 Ιουνίου 2016

ΕΝΑΣ ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
(συνέχεια)


ΙΒΑΝ
(με ενδιαφέρον)
Βρήκες την πετσέτα που είχα βάλει στο συρτάρι σου;

ΑΛΕΞΕΙ
Ναι. Και έκανα ένα καλό μπάνιο… Αν δεν ήσουνα εσύ Ιβάν, ίσως δεν θα ερχόμουνα καθόλου εδώ. Μισώ τα ξενοδοχεία-την παγωμάρα τους, τη μοναξιά τους, τα χαμόγελα ετικέτας τους… Τα αγαπώ όσο και τα αεροδρόμια. Δεν είναι ένα είδος δυστυχίας να είμαι αναγκασμένος να χρησιμοποιώ και τα δυο τους; Είμαι τόσο ποτισμένος με την απέχθεια αυτή, που θα έλεγα πως ούτε η παρέα της Άννας δεν τη διώχνει τελείως από την ψυχή μου. Για ολ’ αυτά σ’ ευχαριστώ και πάλι που με φιλοξενείς στο σπίτι σου.

ΙΒΑΝ
Εγώ είμαι ο κερδισμένος που θα φάω για τις λίγες μέρες που θα μείνεις σπιτικό φαγητό…

ΑΛΕΞΕΙ
Σε πιστεύω. Και μένα μου είχε λείψει τα πρώτα χρόνια στην Αμερική.

ΙΒΑΝ
Αλεξέι, ήρθες πριν τρεις μέρες και με τις δουλειές μου λίγο μόνο σ’ έχω δει. Σήμερα όμως που δεν έχω να πάω στο νοσοκομείο τι θα 'λεγες να τα πούμε οι δυο μας, όπως τον παλιό καιρό… τότε… είκοσι χρόνια πριν…

ΑΛΕΞΕΙ
Ξέρεις ότι η παρέα σου πάντοτε μου ήτανε ευχάριστη. Μα και όταν έφυγα, τα γράμματά σου ήτανε για μένα βάλσαμο στην ψυχή, όταν ακόμα βασανιζόμουν από το νόστο. Και σήμερα, είκοσι χρόνια μετά, με την ίδια ευχαρίστηση σε βλέπω. Η φιλία μας δεν έσβησε αλλά δυνάμωσε με τα χρόνια. Λοιπόν, ας κάτσουμε κοντά στο τζάκι να μιλήσουμε για καινούργια και παλιά.
(Ο Ιβάν κάθεται, το ίδιο και ο Αλεξέι)

ΙΒΑΝ
Η Άννα πού είναι;

ΑΛΕΞΕΙ
Πήγε να ψωνίσει για να μας φτιάξει κάτι.

ΙΒΑΝ
Πώς βλέπεις τη Ρωσία μας μετά τόσα χρόνια;

ΑΛΕΞΕΙ
Αγνώριστη έχει γίνει.

ΙΒΑΝ

Και το Πόλσκ;

ΑΛΕΞΕΙ
Και η πόλη μας άλλαξε. Με δυσκολία θα γνώριζα τη γειτονιά μας αν δεν μου την έδειχνες εσύ.

ΙΒΑΝ
Έχεις δίκιο. Μετά από τη Μεγάλη Πτώση όλα άλλαξαν. Καπιταλισμός τώρα. Και ξέρεις, άγριος καπιταλισμός που έπεσε με μανία πάνω στην κοινωνία μας, σαν νερό που πλημμυρίζει μια πεδιάδα όταν σπάσει το φράγμα που το συγκρατούσε. Και θα περάσουν καμμιά δεκαριά χρόνια ακόμα μέχρι να έρθει η ισορροπία.

ΑΛΕΞΕΙ
Έτσι είναι αλήθεια…

ΙΒΑΝ
Μα γιατί φεύγεις τόσο γρήγορα; Ήρθες πριν τρεις μέρες και μεθαύριο μας λες αντίο πάλι…

ΑΛΕΞΕΙ
Δεν έχω κάτι εδώ να με κρατήσει.

ΙΒΑΝ
Γιατί ήρθες; Αν επιτρέπεται δηλαδή…

ΑΛΕΞΕΙ
Μα τι λες; Αν δεν μπορώ να μιλήσω σε σένα τότε σε ποιον; Ήρθα για να αφήσω την Άννα.

ΙΒΑΝ
Την Άννα… Ελάχιστα ξέρω γι αυτήν. Πες μου λοιπόν ποια είναι η Άννα; Πότε, πώς τη γνώρισες; Και τι ρόλο παίζει στη ζωή σου;

ΑΛΕΞΕΙ
Η Άννα είναι από τη Μόσχα. Έφυγε για την Αμερική μετά τη Μεγάλη Πτώση. Ήρθε στο Λος Άντζελες όπου ήμουν κι εγώ, δώδεκα χρόνια πριν. Ήταν παντρεμένη με κάποιον αμερικάνο δικηγόρο. Ρώσος εγώ, ρωσίδα αυτή, όταν γνωριστήκαμε είπαμε να ξαναϊδωθούμε μ’ αυτήν και με τον άντρα της.
Εγώ ήμουν μόνος, απαισιόδοξος και αμίλητος όπως με ήξερες.
Από την πρώτη φορά που με είδε η Άννα, μου φάνηκε σαν να μου έδινε περισσότερη προσοχή από όσην δίνει μια παντρεμένη γυναίκα σε κάποιον ξένο. Δεν τολμούσα να της πω τίποτε αφού ήτανε παντρεμένη, με ξέρεις άλλωστε πόσο ντροπαλός ήμουν πάντοτε με τις γυναίκες.
Μα αυτό που δεν έκανα εγώ το έκανε η τύχη.
Στην Αμερική, κάθε γειτονιά έχει ένα χώρο όπου γίνονται πολιτιστικές εκδηλώσεις. Κάθε ημέρα της εβδομάδος είναι ορισμένη για να γίνονται εκεί μουσικές εκδηλώσεις, θεατρικές παραστάσεις, φιλοσοφικές ομιλίες, ποιητικές βραδιές. Εκεί πήγαινα εγώ σε κάθε λογοτεχνική βραδιά και διάβαζα τα ποιήματά που έγραφα. Ξέρεις…

ΙΒΑΝ
Ναι, θυμάμαι πως έγραφες.

ΑΛΕΞΕΙ
Σε κάποια από αυτές τις βραδιές ήρθε και η Άννα. Από τη βραδιά εκείνη ήρθε πολύ πιο κοντά μου. Και συχνά έβρισκε ή δημιουργούσε ευκαιρίες να είναι μαζί μου και να μου λέει πόσο της άρεσαν τα ποιήματά μου.
Ώσπου κάποια μέρα μου είπε ότι θα χώριζε από τον άντρα της και μετά ότι, αν το ήθελα κι εγώ, θα ερχόταν να μείνει μαζί μου.
Ήταν η περίοδος που οι δουλειές μου πήγαιναν καλά, χωρίς να χρειάζεται η παρουσία μου όλη την ημέρα στη δουλειά. Ως για τα άλλα, όλα με έσπρωχναν να στέρξω σ’ αυτή τη συγκατοίκηση: η Άννα είναι νέα και όμορφη, ταιριάζαμε στον χαρακτήρα, είναι ήρεμη και σκεπτόμενη γυναίκα, τι άλλο θα ήθελα από τη ζωή μου πέρα από αυτό; Δεν έμενε παρά να της ξακαθαρίσω ότι δεν επρόκειτο να την παντρευτώ, επειδή δεν πιστεύω στον γάμο.
Όμως γρήγορα διαίστωσα πως ούτε αυτή ήθελε να ξαναπαντρευτεί και έλειψε κι αυτή η πιθανότητα ασυμφωνίας.
Έτσι, έξη μήνες μετά, η Άννα χώρισε και ήρθε να μείνει μαζί μου.
Από τότε είμαστε μαζί, κοντά δέκα χρόνια τώρα.
Είναι ό,τι ονειρευόμουν να βρω. Και περνάμε καλά μαζί. Καμιά φορά μου λέει: «Αν κάποτε δε με θέλεις πια, διώξε με-μη με σκεφτείς καθόλου. Μόνο άσε με να κρατήσω τους στίχους σου. Μαζί τους θα έχω κι εσένα κοντά μου.» Μα πώς μπορεί να μη θέλω κάποτε την Άννα; Θα ήτανε σαν να μην ήθελα τη ζωή μου, το αίμα μου, την ανάσα μου.
Και κάτι που δε θα το πιστέψεις. Ποτέ δεν ξόδεψε λεφτά για ν’ αγοράσει κάτι για τον εαυτό της και ποτέ δεν μου ζήτησε να της αγοράσω εγώ κάτι.
Αυτή είναι η Άννα με λίγα λόγια.

ΙΒΑΝ
Πράγματι είναι ιδιαίτερη περίπτωση. Δεν ξέρω τι να πω άλλο παρά ότι είσαι ένας τυχερός άνθρωπος-δίνεις ό,τι σε βαραίνει και παίρνεις ό,τι σου χρειάζεται!

ΑΛΕΞΕΙ
Καλά το λες.

ΙΒΑΝ
…Οι άνθρωποι έξω λένε ότι πούλησες όλα σου τα υπάρχοντα.

ΑΛΕΞΕΙ
Πώς αλήθεια μαθαίνεται κάτι δικό σου χωρίς να πεις κουβέντα γι αυτό… Αν θέλεις να διαδοθεί κάτι, αρκεί να κάνεις φανερά το πρώτο μόνο βήμα προς αυτό. Τότε αύριο θα το ξέρουν όλοι και μάλιστα καλλίτερα και από σένα τον ίδιο!

ΙΒΑΝ
(χαμογελώντας)
Έτσι είναι...

ΑΛΕΞΕΙ
Είναι αλήθεια, πούλησα όλα όσα είχα και δεν είχα. Το εργοστάσιο μου έδωσε τριάντα εκατομμύρια και δέκα εκατομμύρια τα άλλα μου ακίνητα. Έχω μια περιουσία μαζί μου.

ΙΒΑΝ
Πούλησες ό,τι είχες και δεν είχες και έφερες εκατομμύρια μαζί σου. Αλήθεια με τι τελικά ασχολήθηκες και σου έφερε τόσο χρήμα; Στα γράμματα δεν μπορούν να ειπωθούν όλα. Και λες θα φύγεις πάλι σε δυο μέρες. Και μου είπες ότι ήρθες εδώ για να αφήσεις την Άννα. Με έχεις μπερδέψει κάπως. Πώς δένουν όλα αυτά;

ΑΛΕΞΕΙ
Έχεις κάθε δικαίωμα να μάθεις. Θα σου τα πω λοιπόν όλα με λίγα λόγια… μήπως θα ήθελες πριν το φαγητό… δε λέω να σου φέρω εγώ αλλά- να πάρεις ένα ποτό;

ΙΒΑΝ
Δεν μου επιτρέπει η υγεία μου να πίνω. Πες μου λοιπόν. Μόνο να ρίξω ένα ξύλο στο τζάκι…
(σηκώνεται, ρίχνει ένα ξύλο στο τζάκι, συδαυλίζει τη φωτιά και κάθεται)

ΑΛΕΞΕΙ
Σου είχα γράψει ποτέ για τη Λίντα;

ΙΒΑΝ
Ναι, κάτι θυμάμαι.
(συνέχεια)
Ο ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΟΣ
(συνέχεια)
Χ1-Χ21
Ο οίκος συ του Ισραήλ ακούσετε τα λόγια
Που λέει σε σας ο Κύριος.
Αυτά λέει ο Κύριος: «Μη από έθνη άλλα
Τους δρόμους τους μαθαίνετε. Και από τα σημάδια
Μη φοβηθήτε τ’ ουρανού, όπως φοβούνται εκείνα.
Μάταια τα ήθη των λαών. Ένα κομμάτι ξύλο
Από του δάσους έκοψε το δέντρο ο ξυλοκόπος
Και με χρυσό και άργυρο λιωμένο τα ομορφήναν
Και με σφυριά και με καρφιά τα έχουν στερεώσει.
Και ό,που αν τα βάλουνε, εκεί εκείνα μένουν.
Άργυρος είναι τορνευτός-ποτέ δε θα βαδίσουν-
Άργυρος είναι πρόσθετος απ’ τη Θαρσίς φερμένος
Και ο χρυσός απ’ τη Μωφάζ. Και χέρια χρυσοχόων
Και τεχνιτών τα φτιάξανε όλα. Και τάχουν ντύσει
Πορφύρα και υάκινθο. Υψώνονται, αν τα υψώσεις-
Μόνα δεν ανεβαίνουνε. Αυτά μην τα φοβάστε
Γιατί ούτε κάνουνε κακό, ούτε καλό κάτι έχουν.
Έτσι σ' αυτούς να πείτε: θεοί, που όπως αυτοί δεν έχουν
Πλασμένα γη και ουρανό, πάνω στη γη θα σβήσουν
Κάτω απ' αυτό τον ουρανό. Ο Κύριος ειν' εκείνος
Που δημιούργησε τη γη με την ισχύ που έχει
Και που με τη σοφία του τον κόσμο έχει πλάσει,
Που με τη φρονιμάδα του τον ουρανό έχει απλώσει
Κι άφθονο του ’βαλε νερό κι έχει τα νέφη φέρει
Από τα πέρατα της γης και αστραπές ανάβει
Που τη βροχή μας φέρνουνε. Κι από τους θησαυρούς του
Έβγαλε φως. Κάθε άνθρωπος διόλου δεν έχει γνώση.
Για τα γλυπτά του εντράπηκε ο κάθε χρυσοχόος
Γιατ’ είναι ψεύτικα-φωνή μέσα τους δεν υπάρχει.
Μια ματαιότητα ειν’ αυτά και μία κοροϊδία.
Όταν θα το θελήσω εγώ κι εκείνα θα χαθούνε.
Κα το μερίδιο του Ιακώβ δεν είναι όπως εκείνων.
Γιατί αυτός που έπλασε τα πάντα, αυτός και είναι
Εκείνου η κληρονομιά-και Κύριος τ' όνομα του.»

ΙΕΡΕΜΙΑΣ
Μασ’ (ε) την περιουσία σου που ’χει σκορπίσει έξω
Ω! Συ! Που μες στους διαλεχτούς έχεις την κατοικιά σου.

Ο ΚΥΡΙΟΣ
Γιατί, (λέει ο Κύριος), ιδού! Εγώ βυθίζω
Στη θλίψη μέσα όσους αυτή τη χώρα κατοικούνε
Ώστε η πληγή σου να φανεί.

ΛΑΟΣ
Στη συντριβή μου-αλίμονο-οδυνηρή η πληγή μου.
Και σκέφτηκα: αληθινά, αυτό το τραύμα μου είναι
Κι αυτό με εξουθένωσε. Τσάκισε η σκηνή μου-
Εχάθηκε. Ξεσκίστηκαν τελείως οι προβιές μου.
Πια πάνε-δεν υπάρχουνε τα πρόβατα κι οι γιοί μου.
Τόπο να στήσω πια σκηνή δεν έχω, ούτε τόπο
Που οι προβιές μου ν’ απλωθούν…

ΙΕΡΕΜΙΑΣ
Τον Κύριο δεν εζήτησαν
Γιατί, οι βοσκοί ’ναι άμυαλοι και η νομή εχάθη.
Και σκόρπισαν τα πρόβατα.
(συνέχεια)
ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟ
(CAL L.A.)

Στης αγοράς τη χλαλοή
που κάθε μέρα συντυχαίνω
ένα γελάκι ευτυχισμένο
μου ’δωσε σήμερα ζωή.

Μέσα στο κάρο μου εγώ
εξαφνικά της είδα έξω 
κι ως δεν μπορούσα εκεί να τρέξω
κινώ το χέρι και γελώ.

Αυτή με βλέπει και γελά
και μου κινεί κι αυτή το χέρι-
για μια στιγμή γλυκό μου ταίρι
μέσα στη μέρα που κυλά.

Κι ως μες στον κόσμο να χαθεί
η μαυρομάτα μου γελούσε,
ενώ η χαρά μέσα μου ανθούσε
και η λαχτάρα είχε απλωθεί.

Και πάλι ακούστηκε η φωνή
που ανοιγοκλείνει την παγίδα:
«καραγκιοζάκι πήδα! πήδα!
σου ετραβήξαν το σκοινί!»
Η Ιστορία δε γίνεται επιστήμη παρά όταν οι άνθρωποι έχουν θελήσει να διευθύνουν καθαρά την Ιστορία τους.
Χέγκελ, Φιλοσοφία της Φύσης


Από τον αληθινό αντίπαλο παίρνεις άπειρο θάρρος.
Φ. Κάφκα, Τα μπλε τετράδια


ΝΑΣΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ

Πολιομυελίτιδα πάσχω,
Με ό,τι όμως δεν έχω στο κορμί μου πεθαμένο
είμαι κουμουνίστρια.
Παράλυτα τα πόδια μου. Οι βασανιστές μου
με κουβαλάνε σέρνοντάς με απ' τις μασχάλες
όταν η ώρα φτάνει των βασάνων μου.
Τους είναι πιο εύκολο παρά να με κλωτσάνε-
κορμί με δίχως τόνο
είναι βαρύ πολύ .
Ύστερα στεφάνι, βγάλσιμο νυχιών,
κάθισμα σε πάγο, κάψιμο στήθους…

Μόνο τα πόδια μου δε βασανίζουν
γιατί έτσι, νεκρά από την αρρώστια
δε θα τους λογάριαζαν…
Όπως και η ψυχή μου δεν τους λογαριάζει.
Από περηφάνια αυτή.
ΤΙ ΣΚΟΤΑΔΙ ΕΙΧΕ Η ΝΥΧΤΑ ΧΤΕΣ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ!

Τι σκοτάδι είχε η νύχτα χτες αγάπη μου!
Τι βροχή ήταν αυτή! Τι παγωνιά!
Και πώς σφύριζε ο αέρας όταν έσπαζε
τα ξερά της λεμονιάς μας τα κλαδιά!

Δε φαντάστηκα ποτέ πως τόσα πράγματα
θα μπορούσα να τα δω σε μια νυχτιά-
τ' αστεράκια μας να βλέπω τα χαρούμενα 
να σκεπάζονται με σύννεφα σταχτιά.

Είχα χάσει κάθε ελπίδα πως θα σ' έβλεπα
και σκεφτόμουν πως κι απόψε-τι κουτός-
της αγάπης σου το χάδι δε θα το 'παιρνα
πως και πάλι θα κοιμόμουν νηστικός.

KΙ όταν άκουσα χτυπήματα στην πόρτα μου
τόση μ' έκαναν να νιώσω ταραχή
που εσκέφτηκα πως έπαιζε ο άνεμος
με παιχνίδι τη δικιά μου την ψυχή.

Μα πλησίασα στην πόρτα και την άνοιξα.
Κι ω! χαρά! Μι αχτίδα έλαμψε χρυσή
που εσκόρπισε της νύχτας τα σκοτάδια μου
και με γέμισε με φως-ήσουν εσύ.

Κι όταν κλείσαμε την πόρτα και σταθήκαμε
για ν' ακούσουμε της νύχτας τη βοή
δεν ακούγονταν πια τίποτα- παράξενο:
είχε πάψει κι ο αγέρας κι η βροχή.
Τ' ΑΣΚΕΦΤΑ ΝΙΑΤΑ

Βγαίνοντας για τον βραδινό περίπατο ξαφνιάστηκα.

Τι 'ναι αυτό το υγρό
που πέφτει σε σταγόνες γρήγορες
συμμετρικές
τόσο κοντά τη μία με την άλλη
και δεν αφήνει τίποτα άβρεχο;


Που ο θόρυβος που κάνει
χτυπώντας πάνω στα γερτά τα κεραμίδια,
στις ψυχές,
στα κόκκαλα,
στο χώμα,
μοιάζει σαν μούρμουρο λυπητερό-
μοιάζει σα θρήνος τ' ουρανού
σαν αστρομοιρολόγι;


Βέβαια δε θα βγει πάλι ο ήλιος.
Και να 'βγαινε
αυτό το ατέλειωτο υγρό θα τόνε σβήσει.
Κι όπως νυχτώνει και δε βλέπω ούτε φεγγάρι
λέω θα το 'σβησε κι αυτό.


Τι να 'ναι αυτό το υγρό
πώς εσκαρφάλωσε κει πάνω και ποιος
τόσο μεγάλη έχει υπομονή να το χωρίζει
σε τόσες στάλες;
Δεν ονειρεύομαι. Ούτε είμαι μεθυσμένος,
Ούτε σε άλλον βρέθηκα πλανήτη
ώστε να είμαι άμαθος σε όσα του συμβαίνουν.
Ούτε και σ' άλλο σπίτι. Να! Εδώ το δωμάτιό μου
με το σκαμνάκι στη γωνιά,
εκεί ο χώρος των παιδιών με τα παιχνίδια,
η κόρη μου πιο κει με το σεμνό φουστάνι της
να πλάθει τ’ αυριανό ψωμί...
Οι σπασμένοι σωλήνες...
το πατητήρι...

Ο εγγονός μου όταν τον ρώτησα, μου 'πε αμέσως:
"Βροχή παππού, βρέχει!.."
Α! Τ' ασυλλόγιστα-
τ' άσκεφτα νιάτα...

Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2016


ΕΝΑΣ ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

ΠΡΟΣΩΠΑ

ΑΛΕΞΕΙ Κιρίλοβιτς
ΛΕΟΝΙΝΤ Σεργκιέγεβιτς-παιδί-δημοσιογράφος
ΙΒΑΝ φίλος του Αλεξέι
ΑΝΝΑ σύντροφος του Αλεξέι
ΕΡΜΙΡ ΜΕΝΙΚΟ αλβανός αλλοδαπός
ΓΚΕΟΡΓΚΙ ΝΙΤΟΓΙΟΥ ρουμάνος αλλοδαπός
ΝΤΑΡΙΑ Μαξίμοβνα-αδελφή του Αλεξέι
ΜΠΟΡΙΣ Μαξίμοβιτς-άντρας της
ΝΑΤΑΣΑ και ΑΛΙΝΑ-κόρες τους
ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ και ΠΙΟΤΡ-άντρες τους
ΒΑΣΙΛΙ, ΟΛΓΚΑ και ΝΟΡΑ- εγγόνια τους
ΜΑΞΙΜ Μπρούκοβιτς-αδελφός του Αλεξέι
ΒΕΡΟΥΣΚΑ Μπρούκοβα-γυναίκα του
ΜΙΛΑ, ΝΑΤΑΛΙΑ, ΑΝΤΡΕΙ-παιδιά τους
ΑΛΕΞΑΝΤΡ, ΦΙΟΝΤΟΡ, ΚΑΤΑΡΙΝΑ, ΣΒΕΤΛΑΝΑ-εγγόνια τους
ΑΝΤΟΝΙ-γιος του ΑΛΕΞΕΙ
ΜΙΣΑ-γυναίκα του
ΜΙΚΑΕΛΑ-κόρη τους
ΝΙΚΟΛΑΙ ΜΠΟΥΛΓΚΑΝΩΦ-δικηγόρος




ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ

Δωμάτιο σπιτιού κάπου στη Ρωσία, με ακριβά έπιπλα και με τζάκι.
Παιδί καθιστό, με γυαλιά, δεκαπεντάχρονο, με μολύβι και χαρτί. Απέναντί του ο Αλεξέι. Το παιδί παίρνει συνέντευξη από τον Αλεξέι.

ΠΑΙΔΙ
(συνεχίζοντας τις ερωτήσεις και κρατώντας σημειώσεις)
Κοπιάσατε πολύ για να γίνετε πλούσιος;

ΑΛΕΞΕΙ
Ναι, στην αρχή, ώσπου να μάθω τις λεπτομέρειες της δουλειάς. Τα λεφτά κατόπιν έρχονταν σε μένα με λιγόωρη καθημερινή απασχόληση, χωρίς πολύ κόπο.

ΠΑΙΔΙ
Οικογένεια έχετε κύριε Αλεξέι Κιρίλοβιτς;

ΑΛΕΞΕΙ
Οι γονείς μου έχουν πεθάνει. Εκτός από μένα έκαναν κι άλλα δύο παιδιά, όμως αδέρφια δεν έχω. Εγώ έκανα ένα αγόρι, όμως παιδί δεν έχω.

ΠΑΙΔΙ
Δεν καταλαβαίνω κύριε Αλεξέι Κιρίλοβιτς…

ΑΛΕΞΕΙ
‘Έχεις δίκιο. Είσαι παιδί ακόμη. Λοιπόν διάγραψε την ερώτηση, ή αν θέλεις να την αφήσεις γράψε σαν απάντηση «όχι».

ΠΑΙΔΙ
Καλλίτερα να την διαγράψω.
(Σβήνει)
Είσαστε γνωστός και σαν ποιητής. Πώς παντρέψατε τη δουλειά με την ποίηση;

ΑΛΕΞΕΙ
Δεν τις πάντρεψα καλό μου παιδί. Το σώμα μου ήτανε δοσμένο στη δουλειά και η ψυχή μου στην ποίηση.

ΠΑΙΔΙ
Είναι αλήθεια ότι πουλήσατε όλα σας τα υπάρχοντα στην Αμερική και ήρθατε για να μείνετε στην πατρίδα;

ΑΛΕΞΕΙ
Ναι, τα πούλησα όλα, όμως δε θα μείνω στην πατρίδα. Θα γυρίσω στην Αμερική.

ΠΑΙΔΙ
Πολλά παιδιά στο σχολείο θαυμάζουν που ένα φτωχόπαιδο κατάφερε να αποκτήσει τόσο μεγάλη περιουσία. Τι θα τα συμβουλεύατε να κάνουν για να πετύχουν κι αυτά;

ΑΛΕΞΕΙ
Α! Πρέπει να σου πω ότι δεν είναι επιτυχία στη ζωή να γίνει κανείς πλούσιος. Μάλιστα το αντίθετο-οι πετυχημένοι στη ζωή βρίσκονται ανάμεσα στους φτωχούς. Επιτυχία στη ζωή είναι να τραβήξεις το δρόμο που θέλεις. Και τα λεφτά είναι βάρος σ’ αυτό.

ΠΑΙΔΙ
Σας αρέσει να ταξιδεύετε και να βλέπετε τα αξιοθέατα του κόσμου;

ΑΛΕΞΕΙ
Μου αρέσει να ταξιδεύω για τα αξιοθέατα της Φύσης. Αποφεύγω να βλέπω τα δημιουργήματα του ανθρώπου γιατί βλέποντάς τα υποφέρω όταν σκέπτομαι τις στρατιες των δυστυχισμένων σκλάβων που τα δημιούργησαν.

ΠΑΙΔΙ
Πηγαίνετε στην εκκλησία;

ΑΛΕΞΕΙ
Μόνο κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα.

ΠΑΙΔΙ
Δεν πιστεύετε στο Θεό;

ΑΛΕΞΕΙ
Αν το Θεό τον ονομάσεις ύλη, τότε είμαι φανατικός πιστός.

ΠΑΙΔΙ
Αγαπάτε τη Ρωσία περισσότερο ή την Αμερική;

ΑΛΕΞΕΙ
Αγαπητό μου παιδί, ο δικός μου κόσμος δεν έχει σύνορα. Αγαπώ το ίδιο όλες τις χώρες του κόσμου γιατί όλες μαζί φτιάχνουν τη μόνη χώρα που υπάρχει-τη γη.

ΠΑΙΔΙ
Όμως η ρώσικη πατρίδα δεν έχει κάτι το ιδιαίτερο για σας;

ΑΛΕΞΕΙ.
Κάθε λαός έχει κάτι ιδιαίτερο. Στον ένα και μοναδικό οργανισμό που υπάρχει πάνω στη γη, οι ρώσοι είναι η ψυχή του. Άλλοι λαοί είναι τα χέρια και τα πόδια, άλλοι το μυαλό, η καρδιά και λοιπά. Αυτό δε σημαίνει ότι αγαπώ περισσότερο τους ρώσους. Όλοι οι λαοί είναι χρήσιμοι και απαραίτητοι για την ανθρωπότητα. Ένας αν έλειπε από αυτούς, η ανθρωπότητα θα ήταν ανάπηρη.

ΠΑΙΔΙ
Κύριε Αλεξέι Κιρίλοβιτς, σκέπτεστε να κάνετε κάποια δωρεά στην μικρή μας πόλη που είναι και η πόλη που γεννηθήκατε;

ΑΛΕΞΕΙ
Όχι. Κάτι τέτοιο θα ήτανε ένα είδος ελεημοσύνης και οι ρώσοι δε ζητιανεύουν.
(Η πόρτα χτυπάει, μισανοίγει και εμφανίζεται ο Ιβάν.)

ΙΒΑΝ
Ω! Με συγχωρείς. Δεν ήξερα ότι έχεις παρέα.
(Κάνει να φύγει)

ΑΛΕΞΕΙ
Έλα μέσα Ιβάν. Μη φεύγεις. Θα σε διώξω από το σπίτι σου;.. Ο Λέων Σεργκέγιεβιτς με ρωτάει μερικά πράγματα για την εφημερίδα του σχολείου του.

ΠΑΙΔΙ
Της τάξης μου. Κάθε τάξη βγάζει την εφημερίδα της.
(στον Ιβάν)
Γεια σας γιατρέ!

ΙΒΑΝ
(Κάθοντας)
Γεια σου παιδί μου. Μια συνεντευξούλα δηλαδή…

ΠΑΙΔΙ
Μάλιστα. Και εμείς, οι μαθητές της τρίτης τάξης είμαστε που σκεφτήκαμε να πάρουμε συνέντευξη από τον κύριο Αλεξέι Κιρίλοβιτς. Θα κάνει εντύπωση όχι μόνο στα παιδιά αλλά και στην πόλη.

ΙΒΑΝ
Μάλιστα. Σεργκιέγεβιτς… είσαι γιος του χασάπη;

ΠΑΙΔΙ
Μάλιστα.

ΙΒΑΝ
Μπράβο, καλά υπόθεσα. Χτες ήμουν στο μαγαζί σας.
(στον Αλεξέι)
Μα να μη σας διακόψω…

ΑΛΕΞΕΙ
Δεν διακόπτεις, ύστερα δε λέμε τίποτα μυστικά. Ίσα ίσα που αυτά που λέμε τώρα θα τα μάθει όλη η πόλη αύριο. Κάθισε Ιβάν
(περιπαικτικά)
…σαν στο σπίτι σου…
(στο παιδί)
Τι λες παιδί μου, συνεχίζουμε;

ΠΑΙΔΙ
Μάλιστα.  Όμως σχεδόν τελείωσα, δυο ερωτήσεις μόνο ακόμα. Είστε ευχαριστημένος από τη ζωή σας κύριε Αλεξέι Κιρίλοβιτς;

ΑΛΕΞΕΙ
Ναι, πολύ.

ΠΑΙΔΙ
Μπορώ να σας κάνω και μια προσωπική ερώτηση κύριε Αλεξέι Κιρίλοβιτς, που σας το ομολογώ, οι μεγάλοι περισσότερο θέλουν να μάθουν την απάντηση σ’ αυτήν.

ΑΛΕΞΕΙ
Μπορείς να με ρωτήσεις ό,τι θέλεις.

ΠΑΙΔΙ
Είστε παντρεμένος με την κυρία Άννα;

ΑΛΕΞΕΙ
(χαμογελώντας)
Ώστε ενδιαφέρει τους κατοίκους αυτό; Όχι, δεν είμαι.

ΠΑΙΔΙ
Σας ευχαριστώ κύριε Αλεξέι Κιρίλοβιτς. Γεια σας!
(Σφίγγει το χέρι του Αλεξέι )
(στον Ιβάν)
Γεια σας γιατρέ!
(Βγαίνει)

ΙΒΑΝ
Καλό παιδί. Τώρα τα παιδιά βγάζουν εφημερίδες… εμείς ούτε βιβλία δεν είχαμε να μάθουμε την αλφαβήτα…

ΑΛΕΞΕΙ
Άλλοι καιροί βλέπεις…
(συνέχεια)