Τρίτη, 10 Μαΐου 2016

TO ΕΞΩΣΠΙΤΟ
CAL L.A.)

«Όταν καήκαμε...» έλεγε
(και εννοούσε όταν οι Γερμανοί κάψανε το χωριό της)
«όταν καήκαμε
επήγαμε και κάτσαμε στο εξώσπιτο.
Τότε είναι που ’σπασε το χέρι του ο παππούς μου-
επήγαινε να φτάσει το τσεκούρι και παράπεσε…

Μεις τα παιδιά -μια δεκαριά-ήμασταν μαζεμένα
μέσα σε κάτι φασολιές.
Είχαμε μια φοράδα που φοβότανε
όταν σφυρίζαν πάνω μας οι οβίδες.
Την πήρε ο γέρος και την έβαλε πιο πέρα
σε μια γούβα-έτσι ησύχασε-γιατί έτρεμε το ζώο.

’πο κει που ήμασταν κρυμμένα
βλέπαμε λαμπαδιασμένο το χωριό μας.
Όταν καήκαμε..."

Πέντε χιλιάδες μίλια μακριά κι αιώνες πίσω
η Ευσταθία ιστορεί με τον γοργό της λόγο
κι ακούμε μεις οι άλλοι
και τα λόγια της ρουφάμε που αταίριαστα,
παράξενα ηχούνε
πέντε χιλιάδες μίλια μακριά κι αιώνες πριν.

Κι ακούμε
για του χεριού το σπάσιμο και το τσεκούρι,
για το λαμπάδιασμα και για το εξώσπιτο,
για τη φοράδα και τις φασολιές…

Μα όταν φεύγουμε απ’ το σπίτι της,
η Ευσταθία χάνεται μες στο σήμερα
και τα πολλά της λόγια φτιάχνουν ένα σύννεφο
που κρύβει πίσω του το νόημα της διήγησης
και πια όταν πάμε σπίτι μας λέμε α! τι όνειρο κι αυτό!
κι ετοιμαζόμαστε για τη δουλειά όπως πάντα
μονάχα πιο ανήσυχοι από συνήθως.