Τετάρτη, 18 Μαΐου 2016

ΠΟΡΝΗ
ή
Η ΚΑΤΑ ΧΟΛΙΑΣΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
(έργο σε πέντε πράξεις. Εδώ η πρώτη πράξη)
(συνέχεια)

ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ
ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ

(Η σκηνή χωρισμένη σε δύο μισά. Το αριστερό προς τους θεατές είναι το εργαστήρι του θεού. Το άλλο του Εωσφόρου. Στον χώρο του θεού και του Εωσφόρου από ένας πάγκος με υλικά κατασκευής ανθρώπων. )

ΘΕΟΣ
Εμπρός λοιπόν. Ας πλάσω τη γυναίκα.
Χωρίς αυτήν ο Αδάμ δύστυχος θα ’ναι.
Χωρίς αυτήν ο Αδάμ χαμένος θα ’ναι.
Ας φτιάξω μια γυναίκα να τ’ αρέσει.
Ας φτιάξω μια γυναίκα να μ’ αρέσει.
Ας φτιάξω τη γυναίκα όπως πάντα
Στους λογισμούς μου μέσα την κρατούσα.
Ας φτιάξω τη γυναίκα που η μορφή της
Από παλιά τα φρένα μου δονούσε.
Ας φτιάξω τη γυναίκα που μια νέα
Στον κόσμο ολόκληρο πνοή θα δώσει.
Πνοή γεμάτη καλοσύνη θεία.
Πνοή γεμάτη θεία ευλογία.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
Εμπρός λοιπόν. Ας φτιάξω τη γυναίκα
Που στον Αδάμ τη δυστυχιά θα φέρει.
Που ο Αδάμ μ’ αυτήν χαμένος θα ’ναι.
Ας φτιάξω τη γυναίκα όπως πάντα
Στους λογισμούς μου μέσα την κρατούσα.
Ας φτιάξω τη γυναίκα που θα φέρει
To θάνατο σ’ ότι ζωή κατέχει.
Ας φτιάξω μια γυναίκα να τ’ αρέσει.
Ας φτιάξω μια γυναίκα να μ’ αρέσει.

ΘΕΟΣ
(φτιάχνει τα πόδια)
Τα πόδια να τη φέρνουν προς τον άντρα
Kι ωραία πάνω τους για να κρατούνε
Τα κάλλη και τα δώρα του κορμιού της.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
(φτιάχνει τα πόδια)
Τα πόδια για να φεύγει από τον άντρα
Και κείνος από πίσω της να τρέχει.
Και πάνω τους αυτά να κουβαλούνε
Την προστυχιά και τη βρωμιά του κόσμου.

ΘΕΟΣ
(Φτιάχνει το αιδοίο)
To άνθος που τον άντρα να ευφραίνει
και δύναμη καινούργια να του δίνει.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
(Φτιάχνει το αιδοίο)
Τ’ αγκάθι που τον άντρα θα πονάει
Και πίσω του σαν δούλο θα τον σέρνει.

ΘΕΟΣ
(φτιάχνει την κοιλιά)
Και τώρα την κοιλιά. Που θα γεννάει
Άσβηστους πόθους κι ηδονή στον άντρα.
Και πάνω της το τρέμουλο σταλάζω
Της σκοτεινής κι ατέλειωτης λαγνείας.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
(φτιάχνει την κοιλιά)
Και τώρα την κοιλιά. Κοίτη απάτης
στης ηδονής το άπατο το ρέμα.
Kαι πάνω στ’ άσπρο δέρμα της ορίζω
Προσποίηση, σκοπιμότητα και ψέμα.

ΘΕΟΣ
(φτιάχνει τα στήθη)
Τα στήθη! Στρογγυλά σαν τα oυράνια
κι άσπρα σαν τ’ άνθη πικραμυγδαλίτσας.
Κρουστά σαν τους κρυφούς τους λoγισμoύς μου.
Xρυσάφι στα ορφανά τα χέρια του άντρα.
Η πιο γλυκιά στα χείλη του οπώρα.
Kαι όλη την ουσία εντός τους βάζω
Της θείας μου της ύπαρξης. Και δίνω
Μέσα στο γάλα το μεθυστικό τους
Τη λάμψη και την πύρα χίλιων ήλιων.
Kαι του πουλιού το πέταγμα φτερώνω
Στο σείσιμό τους όταν περπατάει.
Kαι στις μικρές τους τις θηλές ριζώνω
Του πόθου το γλυκύτερο λουλούδι.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
(φτιάχνει τα στήθη)
Τα στήθη! Στρογγυλά σαν τα oυράνια
κι άσπρα σαν τ’ άνθη πικραμυγδαλίτσας.
Κρουστά σαν τον ιστό της δυστυχίας
Που θα γεμίζει η ιδέα τους τον άντρα.
Βάρος ασήκωτο στ’ αντρίκια χέρια.
Στο στόμα του φαρμακωμένο μήλο.
Και όλη την ουσία μέσα τους βάζω
της άθλιας ύπαρξής μου. Και ξεχύνω
Μέσα στο γάλα το μεθυστικό τους
Τον πόνο και την πίκρα και τη λύπη.
Και την απελπισιά μέσα πετρώνω
Σε κάθε ελπιδαπέλπιδο άγγιγμά τους.
Και στις μικρές τους τις θηλές ριζώνω
Την άρνηση και την αχαριστία.

ΘΕΟΣ
(φτιάχνει τα χέρια)
Τα χέρια. Για ν' αγγίζουνε τον άντρα
Και στα ουράνια να τόνε σηκώνουν.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
(φτιάχνει τα χέρια)
Τα χέρια. Για ν’ αρπάζουνε τον άντρα
Κι ασήκωτα να τον κρατάνε χάμου.

ΘΕΟΣ
Τα μάτια. Να κοιτάζουνε τον άντρα
Μ’ υποταγή, μ’ αιδώ και με λατρεία.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
Τα μάτια. Να κοιτάζουνε τον άντρα
Και μ’ ένα βλέμμα τους να τον συντρίβουν.

ΘΕΟΣ
To στόμα. Η μιλιά του να χαϊδεύει
Με λόγια βάλσαμο τ’ αυτιά του άντρα.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
To στόμα. Αρπαχτικό σαν του κοράκου.
Και κάθε λόγος του πηχτό φαρμάκι.

ΘΕΟΣ
Και νου βάζω στ’ ωραίο κεφαλάκι
Που να οδηγάει άσφαλτα τον άντρα
όταν εκείνος δίβουλος θα στέκει.
Κι υπακοή και πίστη το προικίζω.
Και σύνεση. Και περισσή τη γνώση.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
Κι άχερα στο κεφάλι της στοιβάζω.
Και στο χαμό να οδηγάει τον άντρα
Όταν εκείνος άβουλος θα στέκει.
Και το μυαλό της τ’ αχεροπλασμένο
Με παραλογισμό κι ανευθυνότη
Και με την προδοσία το προικίζω.

ΘΕΟΣ
Και την ψυχή της δώρα τη γεμίζω.
Δροσιά και χάρη και γλυκιάν αγάπη.
Ντροπή, φιλοτιμία κι ευγνωμοσύνη.
Τόλμη κι αγάπη για το κάθε ωραίο.
Κι ευδιαθεσία. Κι υψηλοφροσύνη.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
Και την ψυχή της δώρα τη γεμίζω.
Κακότητα κουφότητα και φθόνο.
Εγωισμό τυφλό κι αγνωμοσύνη.
Τάση κάθε καλό να καταστρέφει.
Και αναξιότητα για την αγάπη.
Και ματαιοδοξία. Και φιλαρέσκεια.

ΘΕΟΣ
Και, προσταγή μου, τούτο το κορμάκι
Να καίγεται ολόκληρο απ’ τον πόθο.
που θα τον σβει στου άντρα την αγκάλη.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
Και στο κορμί που έτσι έχω φκιάοει
Αναισθησία δίνω και ψυχρότη.
Κι όταν ο άντρας αγκαλιά ζητάει
να μη τη δίνει μα να την πουλάει.
Και το φκιασίδωμα και το στολίδι
να ’ναι η μόνη ακριβή χαρά του.

ΘΕΟΣ
( ακουμπάει το χέρι του στο κεφάλι της Εύας)
Και ονομάζω τη γυναίκα Εύα.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
( ακουμπάει το χέρι του στο κεφάλι της Πόρνης)
Και ονομάζω τη γυναίκα Πόρνη.
(συνέχεια)