Παρασκευή, 20 Μαΐου 2016

ΣΤΗ ΣΤΡΑΤΑ ΤΗΝ ΑΠΟΜΕΡΗ-ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ

Στη στράτα την απόμερη-στην άκρη του χωριού
το μνήμα δεκοχτάχρονου εστήθη αγοριού.
Δεν το ευλόγησε παπάς, δεν το ’κλαψε μητέρα
η νύχτα δεν το πόνεσε δε δάκρυσεν η μέρα.
To δέντρο πάνω στο βουνό δεν έχυσε ένα δάκρυ
και δε θολώσαν τα νερά στου πέλαγου τα μάκρη.
Δεν έκλαψε το σύννεφο-δεν έκλαψε το κύμα
δάκρυ δεν έχυσε άνθρωπος επάνω από το μνήμα.
Βοσκόπουλο που έβοσκε τ’ αρνιά-ποιος το θυμάται
τι κι αν επέθανε-κι αν ζει τι τάχα κι αν κοιμάται.
T’ αφεντικό του πλήρωσε άλλον βοσκό. Τ’ αρνάκια
αφέντη άλλον έκαναν κι άλλον τα κατσικάκια.
Όμως επάνω στο ξερό της μαύρης γης το χώμα
στην τρύπα που δεν έκλεισε καλά καλά ακόμα
όποια κι αν τύχει να διαβείς μέρας ή νύχτας ώρα
θα δεις στον τάφο να θρηνεί μια κόρη μαυροφόρα.
Ω! Προσπεράστε! Τι θα πει... τ’ ήταν για σας τ’ αγόρι;
Τι κι αν επέθανε; Κι αν ζει; Τι τάχα κι αν κοιμάται;
Μια μαυροφόρα κοπελιά που κλαίει τον καλό της-
δικός της ήταν κι ο καλός κι ο θάνατος δικός της.