Δευτέρα, 16 Μαΐου 2016

ΠΟΡΝΗ
ή
Η ΚΑΤΑ ΧΟΛΙΑΣΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
(έργο σε πέντε πράξεις. Εδώ η πρώτη πράξη)
(συνέχεια)



ΓΑΒΡΙΗΛ
Λοιπόν...δεν είμαι ο μόνος που τον είδα.
Μαζί μου ήτανε κι o Εωσφόρος.
Και μου ’πε πως κι αυτός έχει προσέξει
Πως, λέει, ο Αδάμ στενοχωριέται.
Αν είναι δυνατόν... Στον κήπο μέσα...

ΘΕΟΣ
Να ξέρεις δεν μπορείς-εσύ ’σαι πνεύμα-
πώς σκέπτεται ο Αδάμ ο χωματένιος.
Και μην ξεχνάς ότι θεός δεν είσαι.
Κράτα λοιπόν τα συμπεράσματά σου
και τις εκπλήξεις για τον εαυτό σου.
Θέλεις-μάλλον μπορείς- να με βοηθήσεις;
Τί άρχισες τις ιστορίες πάλι;
Περιορίσου σ’ ό,τι σου ζητάω.

ΓΑΒ
Αυτό κάνω θεέ. Κι αν τον Εωσφόρο
Στην ομιλία μου έχω αναφέρει
Είναι γιατί μου είπε πως γνωρίζει
τι λείπει απ’ τον Αδάμ και πως εκείνος
Μπορεί να βρει στο πρόβλημά του λύση.
Μα σημασία δεν του είχα δώσει.
Ούτε τον ρώτησα τι εννοούσε.
Όμως με κάλεσες εσύ και βλέπω
Πως θεία είναι βούληση δικιά σου
Να διώξεις του Αδάμ τη στενοχώρια.
Γι αυτό το θάρρος παίρνω και στο λέω.

ΘΕΟΣ
Τράβα λοιπόν να μου τόνε φωνάξεις.


ΓΑΒΡΙΗΛ
Πηγαίνω.
(βγαίνει)

ΘΕΟΣ
(μιλώντας στον εαυτό του)
Αν και δεν του ’χω εμπιστοσύνη
Μα το μυαλό του κατεβάζει ιδέες.
Αλήθεια, αυτός μπορεί να με βοηθήσει.
Μα όμως πρέπει και να τον προσέχω-
όποτε δυσκολίες είχα κάπου
Αυτός για όλα ήταν η αιτία.
Και ύστερα μου ζήταγε συγγνώμη.
Κι εγώ τι- να ’κανα... τον συγχωρούσα.
Και τώρα ακόμα που ’πλαθα τον κόσμο
Συνέχεια ερχότανε και μου γινόταν
Στο πλάσιμό του για να με βοηθήσει.
Δεν του το επέτρεψα γιατί εφοβόμουν
πως κάποια ζαβολιά θα μου σκαρώσει.
Και τον κυνήγησα. Όμως δε θέλω
Και από σύμβουλό μου να τον χάσω.
Μα να ’τον που ’ρχεται! Γεια σου Εωσφόρε!

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
Θεέ μου χαιρετώ. Στις διαταγές σου.

ΘΕΟΣ
Έχεις προσέξει ο Αδάμ πως πλήττει.
Μου το ’πε ο Γαβριήλ. Και μου ’πε ακόμα
Πως κάποιο σχέδιο έχεις στο μυαλό σου
Που την ανία του θα θεραπεύσει.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
Είναι πολύ απλό.
(στον Αδάμ)
                              Έχεις προσέξει
Αδάμ, ότι φορές φορές τα ζώα
Το ’να με τα’ άλλο σμίγουν και κολλάνε,
Και λίγο μένουν έτσι πριν χωρίσουν;
Και μετά λίγες ώρες ή και μέρες
πάλι συσμίγουνε-πάλι κολλάνε;

ΑΔΑΜ
Ναι. Το ’χω δει. Λοιπόν και τι με τούτο;

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
Αυτή ’ναι όλη τους η ευτυχία.

ΑΔΑ
Δεν είν’ αλήθεια αυτό που λες. Γιατί έχω
Πολλές φορές κι εγώ επάνω ανέβει
Σε ζώα ένα σωρό, και άλλα τόσα
παίρνω στην αγκαλιά μου και χαδεύω.
Τα σφίγγω και με σφίγγουνε, μα όμως
Καμία ευτυχία έτσι δε νοιώθω.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
Αδάμ Αδάμ δουλεύει το μυαλό σου
Μα όχι όπως πρέπει. Είδες ποτέ σου
Αγκαλιασμένο λύκο με λιοντάρι;
Είδες ελέφαντα πάνω σ’ αρκούδα;
Αδάμ τα ζώα ίδια πρέπει να ’ναι
Να νιώσουνε αν θέλουν ευτυχία
Με το σφιχτό εκείνο αγκάλιασμά τους.

ΑΔΑΜ
Πρέπει λοιπόν το θεό μας ν’ αγκαλιάσω;
Μόνος αυτός μου μοιάζει απ’ όλα γύρω
Τα ζωντανά τα πλάσματα που βλέπω.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
Όχι Αδάμ. Δεν είναι ο θεός μας
Εκείνος που θα πρέπει ν' αγκαλιάσεις.
Πρέπει να είναι κάποιος σαν και σένα.
Δηλαδή όχι ακριβώς. Ας πούμε
περίπου σαν και σένα. Κι εξηγούμαι:
Αυτό το χωματένιο το κομμάτι
Που κουβαλάς ανάμεσα στα σκέλια
Πολλές φορές δε μεγαλώνει τόσο
Που σ’ εμποδίζει και να περπατήσεις
Και που δεν ξέρεις πώς να το βολέψεις; 

ΑΔΑΜ
Αλήθεια ναι. Μεγάλο δίκιο έχεις.
Και κάπου θέλω να το βάλω μέσα.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
Νάτο λοιπόν. Για τούτο και τα ζώα
Κολλούν το ’να με τ’ άλλo-γιατί θέλουν

Μέσα το ένα στ’ άλλο έτσι να βάλει
Τo πράμα που όπως συ έχουν καθένα.
Μα πρόσεξε! Το ζώο που θα βάλεις
Μέσα του το κομμάτι το δικό σου
Μορφή και όψη σαν και σένα θα ’χει,
Μα εκεί που συ αυτό το πράμα έχεις,
Εκείνο μία τρύπα θα ’χει αντίς του,
για να μπορείς συ μέσα της να βάζεις
Τo πράμα αυτό σου όταν μεγαλώνει.
Κι αυτή θα ’ν' όλη σου η ευτυχία.
Έτσι θα πάψεις να στενοχωριέσαι
Κι η Φύση ωραία τότε θα σου μοιάζει
Και πάντα αχόρταγα θα την κοιτάζεις.

ΘΕΟΣ
Λες πως γυναίκα ο Αδάμ γυρεύει…

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
Τι άλλο θε’ μου; Φανερό το πράγμα.

ΑΔΑΜ
Αλήθεια αυτό το πράγμα εδώ πέρα
Σα μεγαλώνει μ’ ενοχλεί θεέ μου.
Καλά τα λέει ο Εωσφόρος. Κόψ ’το.
Έτσι κι εγώ την ησυχία μου θα ’βρω
Χωρίς κι εσύ σε βάσανα να μπαίνεις
Να κάθεσαι και ταίρι να μου φτιάχνεις.

ΘΕΟΣ
Όχι Αδάμ. Αυτή δεν είναι λύση.
Αν κάτι μοναχά έχω να κάνω
είναι αυτό που είπε ο Εωσφόρος.
Αφήστε με! Φευγάτε! Θα δουλέψω!

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
Μπορώ να σε βοηθήσω...

ΘΕΟΣ
Φύγε είπα!
(Όλοι εκτός από το Θεό βγαίνουν βγαίνουν.)
Αυτό που θα ’κανα μου ’πε να κάνω.
Αυτό που έλεγα πως θ’ αποφύγω…
Δαιμόνιος. Μα του κόβει το ξερό του.


(τέλος της πρώτης σκηνής της πρώτης πράξης)
(συνέχεια)