Τετάρτη, 11 Μαΐου 2016

ΠΟΡΝΗ
ή
Η ΚΑΤΑ ΧΟΛΙΑΣΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
(έργο σε πέντε πράξεις. Εδώ η πρώτη πράξη)

(συνέχεια πρώτης πράξης)
ΑΔΑΜ
Μου κάνουνε. Μα όληνε την ώρα
θέλουν να τραγουδούν ύμνους σε σένα.
Και θέλουνε κι εγώ να κάνω το ίδιο.
Μ’ αρέσει αυτό και μένα, πέρα όμως
Από ’να όριο, βαρετό μού μοιάζει.
Έτσι και των αγγέλων η παρέα
Στο τέλος καταντάει βαρεμάρα.

ΘΕΟΣ
Δίκιο σου δίνω στα παράπονά σου.
Τo να σε πλάσω έλεγα πως θα ’ναι
Καλό και για τους δυο μας. Αλλά όχι.
Δεν είχε για κανέναν μας ωφέλεια.

ΠΟΙΗΤΗΣ
Κάθε τι που ’γινε, τις ρίζες του έχει
Σε μια στιγμή του περασμένου χρόνου
Kαι σε μιαν άλληνε στιγμή τελειώνει.
Μα όταν ένας πιάνει να δηγάται
Των δυο στιγμών ανάμεσα το μήκος,
Όσα γνωστά να παραλείπει πρέπει
Kι όσα δεν ενδιαφέρουν να ξεχνάει.
Έτσι κι εγώ δε θα σας πω τα λόγια
Που στον Αδάμ είπε ο θεός να δείξει
Πόσα καλά στη ζήση του ’χει δώσει,
Ούτε τα λόγια του Αδάμ θα γράψω
Που ευχαριστώντας είπε στο θεό του,
Αλλά θα πω πού έφτασε η κουβέντα
Αφού ό,τ’ είπαν είπαν ένας κι άλλος.

ΘΕΟΣ
Γι αυτό Αδάμ πέρασε απ’ το μυαλό μου
Να φτιάξω έναν κήπο πιο μεγάλο
για σένα, και σε κείνον να σε βάλω.
Περσότερα τα ζώα και τα φυτά του,
Πιο πλούσια τ’άνθη του και τα νερά του.
Και σκέφτομαι τη μέρα να μικρύνω
Που πιο πολύ τη νύχτα να κοιμάσαι
Kι εύκολα ομορφιά να μη χορταίνεις.

ΑΔΑΜ
Περσότερες ημέρες θα βαστάξει
κι η περιέργεια κι η περιήγηση μου,
μα πάλι θε’ μου η ανία θα ’ρθει.
Σε ικετεύω θε’ μου-χάλασέ με.

ΘΕΟΣ
Θέλεις να φτιάξω –τα νερά σ’ αρέσουν;-
ένα ποτάμι ατέλειωτα μεγάλο
Και να σου δώσω μια μικρή βαρκούλα
Να μπαίνεις μέσα της όποτε θέλεις;
Θες ένα ζώο μεγάλο να σου φτιάξω
Στην πλάτη του γοργά να σε πηγαίνει
για όμορφα ταξίδια μες στον κήπο;
Θέλεις φωνή να δώσω στα πουλάκια
Και να μιλάς μαζί τους αν δε θέλεις
Με μένα να μιλάς;

ΑΔΑΜ
Όχι θεέ μου.
Έχω ποτάμια και πουλιά και ζώα.
Και στο ποτάμι μέσα ένα ξύλο
έριξα και βαρκούλα το ’χω κάνει.
Και τα πουλιά μού κελαηδούν. Και ζώα
Πολλά καβαλικεύω και με πάνε.
Ανώφελα όλα. Θε’ μου χάλασέ με.

ΘΕΟΣ
Ο θεός μονάχα φτιάχνει. Δε χαλάει.
Κι αφού να βρούμε δεν μπορούμε λύση
θα πω να ’ρθούν μπροστά μας οι αγγέλοι
Που ξέρουν και καλά με συμβουλεύουν
Να δω τι θα μου πουν. Μπορεί εκείνοι
Καινούργια μιαν ιδέα να μας δώσουν
Που απ’ το αδιέξοδό μας να μας βγάλει.
(δυνατά)
ΓΑΒΡΙΗΛ!

ΓΑΒΡΙΗΛ
(φωνή του απέξω)
Τ’ είναι θεέ;

ΘΕΟΣ
Σε θέλω. Έλα μέσα!

(Μπαίνει ο Γαβριήλ)
Γαβριήλ, ο κόσμος μου ο στηριγμένος
Απάνω στα σχεδιά σας, δε μ’ αρέσει.
Δε σε κατηγορώ. Εγώ είμαι κείνος
Που τα ’κανα ολ’ αυτά γιατί εβρήκα
Σωστά τα σχέδια που μου είχες φέρει.
Μα o Αδάμ σ’ αυτό τον κόσμο πλήττει.

ΓΑΒΡΙΗΛ
Με συμπαθάς αλλά δική σου σκέψη
Κι έργο δικό σου ο Αδάμ θεέ μου.

ΘΕΟΣ
Σου ’πα πως δε σου ρίχνω κατηγόρια.
Μα τώρα δα ζητώ τη συμβουλή σου.
Κάτι για τον Αδάμ πρέπει να κάνω
Γιατί ευχαρίστηση δε βρίσκει λέει
Στον κήπο πια. Λέει πως πλέον έχει
όλες του βαρεθεί τις ομορφάδες.

ΓΑΒΡΙΗΛ
Καλά τον βλέπω τώρα τελευταία
Να κάθεται μονάχος σε μιαν άκρη
Και σα να συλλογιέται. Και μια μέρα
Να κλαίει τον είδα λάθος αν δεν κάνω.
Παραξενεύτηκα γιατί θαρρούσα
Μου είχες πει πως είναι κατ’ εικόνα
Kαι καθ’ ομοίωσή σου ποιημένος.

ΘΕΟΣ
Είναι. Δεν έκλαιγε. Καλά δεν είδες.
(συνέχεια)