Δευτέρα, 9 Μαΐου 2016

Π 0 P N H
ή
Η ΚΑΤΑ ΧΟΛΙΑΣΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙA
Το ανθρώπινο δράμα σε πράξεις πέντε.
Εδώ η πρώτη πράξη

ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ
ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ
ΤΟΠΟΣ: Παράδεισος.
ΧΡΟΝΟΣ: της εμφάνισης του ανθρώπου στη γη.
ΠΡΟΣΩΠΑ: Θεός, Αδάμ, Γαβριήλ, Εωσφόρος, Εύα, Πόρνη.

ΘΕΟΣ

Να ’μαι μονάχος πάλι να βαδίζω.
Να ’μαι μονάχος πάλι να κοιμάμαι.
Μόνος στον κήπο μου να περπατάω
Και να μετράω αργά τα βήματά μου.
Και οι στρατιές πιο πέρα των αγγέλων
να ψάλλουν... και να ψάλλουν... και να ψάλλουν...
(δυνατά)
ΣΙΩΠΗ!
(Οι ψαλμωδίες σταματούν)
Βαρέθηκα τις ψαλμωδίες.
Κι η ησυχία όμως με βουρλίζει.
Είμαι αθάνατος. Και είμαι αιώνιος.
Είμαι ο άναρχος θεός. Ο Μέγας.
Ο Ένας και ο πάντοτε υπάρχων.
Και στους αιώνες μένω των αιώνων
Μόνος στο ουράνιο μου το σπίτι μέσα.
Μες στην ουράνια μόνος μοναξιά μου.
Η Μοναξιά! Το ανήμερο θηρίο
Που ό,τι θάλλει εκείνη το μαραίνει.
Μα ποιος από τους άλλους τη γνωρίζει;
Κι αν κάποιος τήνε γνώρισε, ποιος είναι
που όπως εμέ τόνε κατέχει αιώνια;
A! Της ψηλότερης κορφής μονάξα!
Και τι δε θα ’δινα να μη σε νιώθω!
Ειν’ η μονάξα του θεού η παρέα!
Μα να ’τανε αυτή μονάχα! Oι έγνοιες
που μου παιδεύουν το σοφό το νου μου
Είναι περσότερες από τους κόκκους
που ’βαλα μες στα βύθη της θαλάσσης.
Γιατί από μένα όλα περιμένουν.
Αμ! οι ανάγκες που ’χω και οι χρείες;
Και να σκεφτείς ότι θα πουν για μένα
πως τάχα είμαι ένα Όν χωρίς ανάγκες.
Πόσο πολύ να μη με ξέρουν πρέπει
για να μπορέσουνε κι αυτό να πούνε.
Να ’σαι θεός μεγάλη δυστυχία...
Και ολ' αυτά μ’ έχουν πολύ κουράσει.
Τι να την κάνω εγώ την αιωνιότη
Αφού βαριεστημάρα μ’ έχει αδράξει
Και τόσο είμαι απογοητευμένος;
Νομίζω να γερνάω έχω αρχίσει.
Φορές μου φαίνεται πως με την πρώτη
Αναποδιά που θα βρεθεί μπροστά μου
θα καταρρεύσω. Τόσο χάλια νιώθω.
Ενώ ο Εωσφόρος... σαν παιδάκι...
Τι κάνει ο άτιμος και δε γερνάει-
Πουλάει την ψυχή του στον εαυτό του;..
Μα βέβαια! Τι έγνοιες να ’χει εκείνος...
Τo μόνο βάσανό του είναι το πότε
θα διώξει εμένα για να κυριαρχήσει.
Τουλάχιστον αυτός σκοπό έχει κάποιον.
Όμως εμέ ποιος είναι ο σκοπός μου;
Το Τίποτα η Ουσία μου γεμίζει
Και νόημα παίρνουν από μένα όλα.
Εγώ όμως από ποιόνε νόημα παίρνω;
Ο προορισμός ποιός είναι ο δικός μου;
A! Μα το ξέρω: είναι να υπάρχω
και όλα μέσα μου να συντελούνται.
Όμως γιατί-γιατί να συντελούνται;
Γιατί όλη ετούτη η ιστορία;
Ούτε όταν Πνεύμα ήμουν και γυρνούσα
Κι η Χάρη όλη κι όλη μου η Δόξα
Σε με και από με πηγαινοερχόταν,
Ούτε σα θέλησα μορφή ν’ αλλάξω
και σάρκινη μια υπόσταση να πάρω-
Και πριν και τώρα τίποτα δεν ήρθε
στην ύπαρξή μου δίκιωση να φέρει.
Και πώς να ’ρθεί αφού δεν το ’χω φτιάξει.
Ναι. Φαίνεται πως όλα όσα έχω
Στο γυρω χώρο μου εγώ φτιαγμένα
δεν ήτανε αυτά που μου ταιριάζουν.
Αλλά εγώ το δίχως άλλο φταίω
που ζήτησα τη γνώμη των αγγέλων.
Όταν τους γνώρισα την πρόθεσή μου
λες τίποτ’ άλλο δεν επεριμέναν
Και: «φτιάξ’ τον ουρανό», «φτιάξε τ' αστέρια»
«Φτιάξε τη γη» και «φτιάξε το φεγγάρι»
Όλο παραγγελιές τέτοιες μου δίναν
Σαν όλα έτοιμα από πριν να τα ’χαν.
Κι εγώ τους άκουγα, γιατί παιχνίδι
ωραίο ήτανε να πλατσουρίζω
μες στα νερά και λάσπες να ζυμώνω.
Και ούτε όχι να τους λέω δε θέλω.
Ακόμα κι όταν μου ’φερναν τα σχέδια
Για κάθε τι, κάτι μικροδιορθώσεις
Μονάχα έκανα, και τίποτ’ άλλο.
«Και τώρα πα’ στη γη φτιάξε κοιλάδες.
Και ποταμούς. Και θάλασσες. Και όρη».
Και τα ’φτιαξα κι εγώ-τ’ είχα να χάσω.
(συνέχεια)