Τρίτη, 31 Μαΐου 2016

ΛΩΘΑ


Ερεί τις ως το γήρας ουκ αισχύνομαι
μέλλων χορεύειν κράτα κισσώσας εμόν;
Ου γαρ διήρηχ' ο θεός, είτε τον νέον
ει χρη χορεύειν είτε τον γεραίτερον,
αλλ' εξ απάντων βούλεται τιμάς έχειν
κοινάς.

(Τειρεσίας στον Κάδμο, ΒΑΚΧΕΣ)



Το μέλλον του κόσμου βρίσκεται μέσα
στα δυο κοριτσίστικα στήθη.

ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ



α. Κύρια πρόσωπα του έργου:

ΘΑΛΗΣ-γέρος ερωτευμένος με τη Λώρα.
ΜΕΝΩΝ-φίλος του Θαλή.
ΛΩΡΑ-γειτονοπούλα του Θαλή.
ΜΗΤΕΡΑ ΤΗΣ ΛΩΡΑΣ
ΛΩ-ΘΑ

β. Διάφορα δευτερεύοντα πρόσωπα.

Σκηνή πρώτη
(τόπος: πλατεία με κτίριο στο κέντρο της)





ΘΑΛΗΣ
Λοιπόν εδώ στον τόπο αυτό
πολύ το βρίσκω λογικό
να βρούμε Μένων κάτι
που άγνωστο μας το εκράτει
ως τώρα η ζωή.
Του πλήθους χλαλοή
και της καρδιάς σκιρτήματα
μ’ ελπιδοφόρα βήματα
το σώμα μας ωθούνε
και κάπου τ’ οδηγούνε
που κάποια τύχη χαρωπή
"δική σου είμαι" θα του πει.

ΜΕΝΩΝ
Γέροι σχεδόν εμείς
στο δρόμο της θερμής
οδεύουμε της νιότης
ενώ χιμάει γοργά
για να χυθεί οργά
μέσα μας η αιωνιότης.

ΘΑΛΗΣ
Κι έχουμε πεθυμιά
γιούλια και γιασεμιά
να δούμε μες στο κρύο
της μοναξιάς μας της πικρής
και στης χαράς μας της νεκρής
να μπουν το ανθοδοχείο,
και τη χαρά να βρούμε
όσο ακόμα ζούμε
που όμοια της δεν ειν’ άλλη-
και τη χαρά να βρούμε
και να τήνε τρυγούμε
πανώρια και μεγάλη.

(περνούν δίπλα τους δυο νέες)

Α'  ΝΕΑ
Να και δυο γέροι. Θέαμα οικτρότατο βεβαίως-
όπως τουλάχιστον αυτό το βλέπει κάθε νέος-
που ήρθανε στο φετινό της Τύχης πανηγύρι
ν’ ανθίσουνε προσμένοντας οι πόθοι τους οι στείροι.

Β'  ΝΕΑ
Τι να γυρεύουν τάχα λες; Μήπως καινούργια δόντια;
Ή νιάτα πάλι να ’χουνε; Κακόμοιρα γερόντια!

Α' 
Μην τους γελάς. Μπορεί κανείς δικόν του κάποιον να ’χει
που ίσως με το θάνατο να δίνει τώρα μάχη
και να ζητάει για κείνονε της Τύχης τη βοήθεια.
Ή κι ίσως κάποιον φίλο τους να ’χουν αυτοί αλήθεια
και μια βοήθεια σήμερα για κείνον να ζητάνε.
Αλλά, πάμε να φύγουμε. Νομίζω μας κοιτάνε.

(φεύγουν. περνούν νέος με νέα)

ΝΕΟΣ
Αν το λαχείο κερδίζαμε
και με λεφτά γεμίζαμε
ω! τότε αντίο φτώχεια
και δυστυχίας βρόχια.
Τότε υπηρέτες θα ’χαμε
και με χρυσά θα γράφαμε
γράμματα τ’ όνομά μας
με πέννα τη χαρά μας.

(περνούν. έρχεται μεθυσμένος κρατώντας στα χέρια του πεσσούς)

ΜΕΘΥΣΜΕΝΟΣ
Κόσμε με γέννησες εσύ
ή εγώ σ’ έχω γεννήσει;
Και ποιος το ήπιε το κρασί;
Και ποιος έχει μεθύσει;
Ω! τυχεροί μου εσείς πεσσοί!
Ω! Κινουμένη φύση!

(ρίχνει τους πεσσούς)

Ω! Ζάρια μου που να σας δω
δεν το μπορώ καθάρια
κι έτσι δεν ξέρω τι έχω ’δω-
εξάρες ή τεσσάρια;
Κι αν ειν’ τεσσάρια πια ας μην μπω στης Τύχης τον κατάλογο-
με τέτοια γκίνια θα ’τανε αυτό πολύ παράλογο.
…Μα θα ’μπω κι ας αδυνατώ
ποιο το σωστό είναι να πω.
Ίσως και όλη να ’ναι αυτή του κόσμου η ιστορία
εξάρες να ’ναι τα διπλά, το έξη να ’ναι τρία...

(βγαίνει)

ΘΑΛΗΣ
Πώς κάθε όμως μηχάνημα τάχατες να δουλεύει;
Άραγε γράφει πάνω του της χρήσης οδηγίες;

ΜΕΝΩΝ
Νομίζω ο νους σου αδύνατο πως κάτι τι γυρεύει.
Τα τέτοια τ’ αναγράφουνε μόνο οι βιομηχανίες.
Δε γίνανε οι μηχανές
αυτές με χέρι ανθρώπινο
αλλ’ απ’ το σύμπαν το αχανές
μας ήρθαν δώρο αδόκητο-
κι εδώ εγκαταστάθηκαν
σε τούτη την πλατεία-
κι έκτοτε δε σταμάτησαν
να έχουν πελατεία
και κάθε χρόνο τυχερό
βγάζουνε κι από ένανε.

ΘΑΛΗΣ
Κι ήρθα κι εγώ και καρτερώ
να βγάλουνε κι εμένανε.
Αλλά για ρώτησε αυτά
εκεί τα παιδαρέλια
που λεν αστεία φωναχτά
και σκάζουνε στα γέλια,
πώς πρέπει αυτή τη μηχανή να τήνε χειριστώ
αν μες στο δώμα κείνο εκεί μαζί της θα κλειστώ;
(συνέχεια)
TANIA
(CAL L.A.)

Toυ γέλιου σου τη γλύκα και τη χάρη
ας ήτανε το στόμα μου να πάρει
καθώς ένα φιλί χείλη με χείλη
θα γεύαμε οι δυο καλή μου φίλη.

Πίνοντας μια γουλιά καφούλη φρέσκου
θα ’βλεπε απ’ την Ευρώπη ο Τσαουσέσκου.
Bάζοντας τα γυαλιά του ο Νελ Ποπέσκο
με ύφος θα μας κοίταζε γκροτέσκο.

Αλλά, νευρωσική, petite μου Τάνια
του αδύνατου πουλί που στα ουράνια
πετάει, και ογκάνισμα ειν’ αηδόνος
το γέλιο και το φίλημα συγχρόνως.
Η Ιστορία δε γίνεται επιστήμη παρά όταν οι άνθρωποι έχουν θελήσει να διευθύνουν καθαρά την Ιστορία τους.
Χέγκελ, Φιλοσοφία της Φύσης


Από τον αληθινό αντίπαλο παίρνεις άπειρο θάρρος.
Φ. Κάφκα, Τα μπλε τετράδια

(ΔΙΗΓΗΣΗ ΜΕΤΑΝΙΩΜΕΝΟΥ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗ)
ΓΙΑ ΑΘΗΝΑ ΤΣΙΑΝΤΙΚΟΥ

Εβδομήντα χρόνων ήτανε η Αθηνά Τσαντίκου.
Τήνε ξεγυμνώσαμε
της περάσαμε φάλαγγα
κι αρχίσαμε να τη χτυπάμε με κοτρώνες πέτρες:
"ποιος θα σηκώσει τη μεγαλύτερη"
στοιχηματίζαμε.

Την κλείσαμε στην απομόνωση έτσι ματωμένη και γυμνή
πήγαμε απόξω το δεκαπεντάχρονο αγγόνι της
και κει το βασανίζαμε να μας ειπεί
με ποιον μαζί έγραφε συνθήματα στους τοίχους.
Ελέγαμε πως η γιαγιά του
θα το δασκάλευε να μαρτυρήσει. Μα εκείνη
μ’ αδύναμη απ’ την εξάντληση φωνή, "μη αγόρι μου"
του φώναξε, "μη μαρτυρήσεις τίποτα
και πάρεις πατριώτες στο λαιμό σου".

Την εκτελέσαμε το ίδιο βράδυ.
ΘΕΕ ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΦΤΙΑΞΕΙΣ ΤΟΥΣ ΚΑΚΟΥΣ;

Θεέ γιατί να φτιάξεις τους κακούς;
Γιατί στον κόσμο να τους δώσεις;
Κι αφού τους έφτιαξες γιατί-
με δύναμη γιατί να τους φορτώσεις;

Δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω
κι απάντηση ως σήμερα δε μου ’δωσες καμία-
ή μήπως θέλεις την ερώτηση αλλιώς-
γιατί να δώσεις στους καλούς αδυναμία;
Ο ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΟΣ
(συνέχεια)

VIII2-VIII19
Και είχαν αφοσιωθεί και είχαν προσκυνήσει.
Κι ούτε ποτέ θα μαζευτούν και ούτε θα ταφούνε
Αλλά στης γης το πρόσωπο  παράδειγμα θα είναι
Σε όσους απομείνουνε απ’ τη γενιά εκείνη
Όπου και αν εξόριστους να ζήσουν θα τους στείλω,
Γιατί αντί για τη ζωή το θάνατο διαλέξαν.
Γιατί", λέει ο Κύριος «Μη εκείνος όπου πέφτει
Αυτός και δε σηκώνεται; Ή μη αυτός που φεύγει
Πίσω αυτός δεν έρχεται;-γιατί έφυγε ο λαός μου
Μία φευγάλα όλο ντροπή, και μείνανε σ’ ό,τι είπαν
Και πίσω να γυρίσουνε δε θέλησαν. Προσέξτε-Αφουγκραστήτε: δε μιλούν. Κι άνθρωπος δεν υπάρχει
Για τη μεγάλη ασέβεια του να δείξει μεταμέλεια
Και να ’λεγε: «τί έκανα!» Ξέκοψε ο δρομέας
Από τον δρόμο που τραβά, όμοια καθώς ξεκόβει
Το ιδρωμένο τ’ άλογο απ’ το χλιμίντρισμά του.
Ο πελαργός στον ουρανό την ξέρει τη σειρά του.
Ίδια τ’ αγριοχελίδονο, ίδια και το τρυγόνι.
Και τα σπουργίτια ξέρουνε την ώρα να γυρίσουν.
Μον’ ο λαός μου τις βουλές δεν ξέρει του Κυρίου.
Και πώς θα πείτε ότι "σοφοί εμείς έχουμε γίνει"
Κι ότι "μαζί μας έχουμε το νόμο του Κυρίου";
Ματαίως γράφει ψέματα των γραμματέων η πέννα.
Ντροπή ενιώσαν οι σοφοί και γέμισαν με φόβο.
Κι αλώθηκαν. Κι αυτό γιατί το νόμο του Κυρίου
Τον απορρίψαν. Ποιά λοιπόν σοφία σ’ αυτούς υπάρχει;
Γι αυτό και τις γυναίκες τους σε άλλους θα τις δώσω,
Κι όσα χωράφια έχουνε, σε κληρονόμους άλλους,
Εκείνοι να ’χουν τη σοδειά δική τους", λέει ο Κύριος.
Γιατί σταφύλια δε θα βρεις στ αμπέλια, ούτε σύκα
Θα βρεις επάνω στις συκιές. Κι όλα, στη γη τα φύλλα.

ΛΑΟΣ
Γιατί έτσι καθόμαστε; Εμπρός, ας μαζευτούμε
Κι ας μπούμε μες στις οχυρές τις πόλεις. Κι εκεί πέρα
Ήσυχοι ας κάτσουμε γιατί ο θεός πια δε μας θέλει
Και μας επότισε χολή-γιατί έχουμε αμαρτήσει.

ΙΕΡΕΜΙΑΣ
Για ειρήνη μαζευτήκαμε, αλλά καλό κανένα.
Και για να γιατρευτούμε αλλά, να! πάλι αγωνίες. 

Ο ΚΥΡΙΟΣ
Το φρύαγμα των αλόγων του από τον Δαν θα φτάσει.
Από τα χλιμιντρίσματα η γη τραντάχτηκε όλη.
Και θα ’ρθει και θα φάει τη γη μ’ ότι επάνω έχει
Στην πόλη μ’ όσους μέσα της μένουνε. Και θα στείλω
φίδια σε σας φαρμακερά που δε θα ξεγελιούνται 
Και θα σας θανατώνουνε με τον μεγάλο πόνο
Της ξεπνεμένης σας καρδιάς.

ΙΕΡΕΜΙΑΣ
Να! Από χώρα μακρινή της κόρης του λαού μου
Ακούω τα ξεφωνητά. Κύριος στη Σιών δεν είναι;

ΛΑΟΣ
Μα ο θεός μες στη Σιών-εκεί αυτός δεν είναι;
Ή βασιλιάς δεν είναι εκεί;
(συνέχεια)

Δευτέρα, 30 Μαΐου 2016

ΤΑΝΙΑ ΚΑΙ ΓΚΡΕΓΚΟΡΥ
(CAL L.A.)

"Έτσι, στην πρώτη μανούβρα που έκανα-
στην πρώτη απόπειρα για να παρκάρω
μου έβαλε ξαφνικά τις φωνές:
«ηλίθια, βλάκα, ανόητη,
αφού δε νογάς τι ανεβαίνεις στ' αμάξι;
Τα είδες Τζωρτζ και συ.
Βέβαια δεν κατάλαβες τι λέει
μα άκουσες τις φωνές και είδες τις χειρονομίες του".


Στην πρώτη απόπειρά της να παρκάρει
την είπε ηλίθια, βλάκα και ανόητη.
Χωρίς αιτία, βάζοντάς της τις φωνές
την είπε ηλίθια, βλάκα και ανόητη
ο Γκρέγκορυ την Τάνια.
Φωνάζοντας κι αισχρά χειρονομώντας
την έβρισε ηλίθια βλάκα και ανόητη.

"Οι φίλοι μάς περίμεναν, το ξέρεις Τζωρτζ
στο BOWL-απ’ το σπίτι
έτσι είχαμε μαζί τους συνεννοηθεί. Κι αυτός
με πρόσταξε στο σπίτι να γυρίσω
γιατί δεν ξέρω λέει να οδηγώ-
και μ’ έβρισε ταυτόχρονα ηλίθια και ανόητη και βλάκα".

Οι φίλοι τους περίμεναν στο BOWL
(έτσι είχαν απ’ το σπίτι συνεννοηθεί)
κι εκείνος σημασία μη δίνοντας σ' αυτό
την πρόσταξε στο σπίτι να γυρίσει όταν εκτίμησε
ότι αυτή δεν έκανε καλό παρκάρισμα.

"Τζωρτζ σου ζητώ συγνώμη για το φέρσιμό του.
Χάλασες τη βραδιά σου και το ξέρω. 
Λυπάμαι Τζωρτζ γι αυτό μα τι να έκανα
έπρεπε να γυρίσω αφού μου είπε.
Αν δεν το έκανα ήταν ικανός να με χτυπήσει".

Την είπε ηλίθια βλάκα και ανόητη
απέξω από το BOWL όπου οι φίλοι τούς περίμεναν
και την επρόσταξε στο σπίτι να γυρίσει
κι αν τον παράκουγε ήταν ικανός να τη χτυπήσει.
Η Ιστορία δε γίνεται επιστήμη παρά όταν οι άνθρωποι έχουν θελήσει να διευθύνουν καθαρά την Ιστορία τους.
Χέγκελ, Φιλοσοφία της Φύσης


Από τον αληθινό αντίπαλο παίρνεις άπειρο θάρρος.
Φ. Κάφκα, Τα μπλε τετράδια


ΧΡΥΣΑΝΘΗ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Ομαδικοί βιασμοί-δεκαπέντε γυναίκες
στον προθάλαμο, στρωματσάδα.
Τι άλλο να πω;
Τι άλλο να δω;
Τι να υποφέρω άλλο;
Πού αλλού να φτάσω
βγαλμένη από τα σύνορα του εαυτού μου
για να φωνάξω δυνατά και να μ' ακούσεις;

Πατερούλη!
Άπλωσε το χέρι σου και κατά την Ελλάδα.
Και μην αγγίσεις τίποτα αν δε θες-
αν το συφέρο του σοσιαλισμού δεν το επιτρέπει.
Μόνο άπλωσε το χέρι σου και κατά την Ελλάδα-ο ίσκιος του
θα φτάσει για να διώξει τους βρικόλακες
που μες στο φάντασμα του ύπνου τους δοσμένοι
το λαιμό μας γυμνώνουνε
και μας δαγκάνουν έναν έναν.

Σε λίγο πατερούλη, αν δεν το κάνεις,
θα έχεις γειτονιά σου μιαν Ελλάδα βρικολάκων
και σιγά σιγά
Ευρώπη μία βρικολακιασμένη-αν πατερούλη
τώρα δεν κάνεις κάτι.
Και τότε πατερούλη
πάει ο σοσιαλισμός-πάει να πει
πάει τ’ ανθρώπου η ευτυχία.
Ο ΕΡΩΣ Ο ΑΓΝΟΣ-ΤΙ ΟΥΤΟΠΙΑ!

Ο έρως ο αγνός-τι ουτοπία!
Να πάρεις μιαν ιδέα του αν θες
στα παλιωμένα ψάξε τα βιβλία-
μην ψάξεις μες στο σήμερα-ψάξε στο χτες.

Ρωμαίοι πια δε ζούνε κι οι Ιουλιέττες
μι ανάμνηση εγίνανε θολή
της φούστας τους κοιτάζουνε τις πιέτες
απ' τη δική σου αγάπη πιο πολύ.

Περάσαν οι καιροί που κάποια λέξη
επλήθαινε τους χτύπους της καρδιάς
και δάκρυ έχει στα μάτια μας να τρέξει
αφότου μας μαλώνανε-παιδιά.

Περάσαν οι αγάπες, Τώρα πόθοι.
Στους δρόμους, στα σοκάκια, στις αυλές
αγνή αγάπη πια κανείς δε νιώθει
κι ο έρως έχει γίνει να τον κλαις.

Μοντέρνα εποχή. Έτσι τη λένε.
Κι αλήθεια, αφού το λεν τόσοι πολλοί
κι αφού τη ζουν, τη βλέπουν και δεν κλαίνε
να κλάψω μόνο εγώ δεν ωφελεί.

Μοντέρνα εποχή-ναι-η εποχή τους
μοντέρνα κι η δικιά μου εποχή
μα αν έγινε μοντέρνα η ψυχή τους
δεν έγινε η δική μου η ψυχή.

Γι αυτό κι ο έρμος έχω αγαπήσει
μ' αγάπη σαν και κείνη την παλιά
αγάπη που την έχουν τραγουδήσει
τα πρώτα του παράδεισου πουλιά.

Μια μέρα απ' την αγάπη θα πεθάνω.
Εκείνη δε θα δώσει σημασία.
Και γράψτε εις τον τάφο μου επάνω:
"Ο έρως ο αγνός-τι ουτοπία!"
31 ΜΑΗ-ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΚΑΠΝΙΣΜΑΤΟΣ

Ο ΚΑΠΝΙΣΤΉΣ
Για βρογχίτιδα ψοφώ!
Λαχταρώ καρκίνο!
Το τσιγάρο φίλοι μου
όχι-δεν το σβήνω!
Καθαρός αέρας στοπ!
Στοπ στην ευεξία!
Σύνθημά μου σταθερό:
Κάτω η υγεία!
Άγιο μου τσιγάρο εσύ!
Λατρευτέ μου Χάρε!
Έλα και καπνίζοντας
τη ζωή μου πάρε!

Κυριακή, 29 Μαΐου 2016

TO ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ
(CAL L.A.)

Ανοίγω εργοστάσιο επειγόντως
και ψάχνω υπαλλήλους τίμιους όντως.
Δολάρια δίνω τρία κάθε ώρα-
άνεργοι εδώ υπάρχουνε πληθώρα.

Κανένα δεν πιέζω. Αν θέλει μένει
αλλιώς στην ανεργία του πηγαίνει.
Αυτός αποφασίζει-ελευθερία
στη χώρα μας ανθεί την τεραστία.

Γυρεύω μεξικάνους δουλευτάδες
ινδούς και αφγανέζους θεριστάδες
γραικούς, πακιστανούς και πορτορίκους
ινδιάνους μελαψούς δουλοπαροίκους.

Δολάρια τρία δίνω κάθε ώρα.
Ετούτη δω η μεγάλη μας η χώρα
φτηνούς γυρεύει κι άφθονους εργάτες
με σίδερο το στήθος και τις πλάτες.

Κακότυχοι εμιγκρέδες σκοτωμένοι
ελάτε στη δουλειά μου τη στρωμένη
κι εγώ με τα λεφτά που θα σας δώσω
υπόσχομαι ξανά να σας σκοτώσω.

Καινούργιο εργοστάσιο ανοίγω
κι ενώ θα θησαυρίζω λίγο λίγο
θα έχετε και σεις εδώ και τώρα-
σκεφτείτε-τρία δολάρια την ώρα.

Σκουπίδι ευτελές αυτού του τόπου
ξεσκλίδι, παραμάζεμα τ’ ανθρώπου
στην έτοιμη δουλειά μου σε φωνάζω
και μέσα σ’ εργοστάσιο σε βάζω.

Και βρώμικο παιχνίδι εγώ δεν παίζω.
Ζητάω μα κανένα δεν πιέζω-
στη χώρα μας αυτή την τεραστία
πρωτόγνωρη ανθίζει ελευθερία.
Η Ιστορία δε γίνεται επιστήμη παρά όταν οι άνθρωποι έχουν θελήσει να διευθύνουν καθαρά την Ιστορία τους.
Χέγκελ, Φιλοσοφία της Φύσης


Από τον αληθινό αντίπαλο παίρνεις άπειρο θάρρος.
Φ. Κάφκα, Τα μπλε τετράδια

ΓΛΥΚΕΡΙΑ ΤΣΟΥΤΣΟΥΛΑ

Υπάρχει τίποτα χειρότερο απ' το να ’σαι σκλάβος
και ν’ αποζητάς τη λεφτεριά
και να βασανίζεσαι γι αυτό απ’ το πρωί ως το βράδυ, ώσπου
η μέρα να ’ρθει να εκτελεστείς;

Κι υπάρχει τίποτα χειρότερο απ’ το να σου ’χουν
όλους σου σκοτώσει τους δικούς
γιατί να φέρουν θέλανε την ανθρωπιά στη γη;

Κι όμως υπάρχει-ναι-κάτι χειρότερο. Είναι
να υπομένεις τη σκλαβιά
λέγοντας "ναι" όταν "όχι" πρέπει
θάβοντας έτσι μέσα σου βαθιά
την ιερή ανταρσία που βογκάει εκεί κλεισμένη-την ανταρσία
που μόνο αν ξέσπαζε θα σε λευτέρωνε.

Εγώ έκανα την ανταρσία μου.
Και λεφτερώθηκα.
Εσείς;
ΧΤΕΣ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ ΤΗΝ ΟΜΟΡΦΗ ΤΗ ΓΑΛΗΝΗ ΓΕΜΑΤΗ

Χτες στη νύχτα την όμορφη τη γαλήνη γεμάτη
εν' αστέρι ολόλαμπρο μου τραβούσε το μάτι.
Κάτι μέσα στη λάμψη του μου εθύμιζε εσένα
και τις μέρες που ζούσαμε πριν να φύγεις στα ξένα.
Και τις νύχτες μου θύμιζε που μαζί καθισμένοι
τ' αστεράκια μετρούσαμε με χαρά μεθυσμένοι.
ΘΑΝΑΤΟΣ-6
Τα δώρα. Από την εποχή του αντιπραγματισμού δείχνουν την αδυναμία του ανθρώπου να έχει αυτάρκεια. Τι δυστυχία! Να μην μπορείς να ζήσεις παρά αναλωνόμενος! Και αυτό είναι ζωή! 
Τα δώρα συνεχίζονται και σήμερα. Δώρα σε φίλους, σε παιδιά, σε γονείς, σε ερωμένες-νους, σε αφεντικά, σε… σε…
Γιατί κάνουμε δώρα; Μα για να εξασφαλίσουμε λίγη προσοχή, λίγη επιείκεια, λίγη αγάπη.
Δυστυχισμένα πλάσματα. Που μόνον αγοράζοντας όλα αυτά μπορείτε να κοιμόσαστε χωρίς εφιάλτες! Που τρέμετε όταν έρχονται γιορτές επειδή πρέπει να κάνετε και να πάρετε δώρα. Που καταριόσαστε γι αυτό την κοινωνία που μέσα της ζείτε. Που προσφέροντας το δώρο σας ακούτε: «Μα είχα τέτοιο. Δεν έπρεπε να ξοδευτείς» ή «Ωραίο! Μόνο θα το πάω πίσω να πάρω το μπλε» ή, το χειρότερο «Τι ωραίο! Πώς ήξερες τι μου χρειαζόταν; Δε θα το αποχωριστώ ποτέ!»  Και είναι το χειρότερο γιατί αυτό είναι ψέμα. Γιατί ξέρεις πως η αλήθεια είναι ανάμεσα στο «θα το δώσω στον ανεψιό μου» ή «θα το πετάξω μόλις φύγει».
Δωροδοκίες, για να έχουμε την υποψία πως από κάτι έχουμε να κρατιόμαστε. Αν αυτό είναι ζωή τότε τι είναι θάνατος;
Και ας μην καταπιαστούμε εδώ πως από τα δώρα ξεκινάνε και τα ανά τον κόσμο οικονομικά σκάνδαλα. Τι θα άλλαζε; Μην είναι μικρότερος θάνατος αυτός; Ούτε μικρότερος ούτε μεγαλύτερος είναι. Είναι θάνατος και ο θάνατος δεν έχει διαβαθμίσεις.

Σάββατο, 28 Μαΐου 2016

WOLFSON-MY GERMAN DENTIST
(CAL L.A.)

Η Αμερική πανίσχυρη τη γη εξουσιάζει.
Τα χέρια της συντρίβουνε και η ματιά της σφάζει
(κατ' απ' τα πόδια της , αργά, με το μικρό του στόμα
το χρονοσκούληκο μασά, κουφώνει, τρώει το χώμα).

Η Αμερική τη μοίρα μας στα χέρια της υφαίνει.
Έθνη καρφώνει στο σταυρό και άλλα τ’ ανασταίνει
(γύρω τριγύρω της, λαοί, με σταθερό ένα χέρι
ανήσυχο ακονίζουνε, διπλόκοπο μαχαίρι).

Καλότυχοι όσοι στων καιρών τη μανιασμένη δίνη
έξω μετράνε απ' αυτούς και πάνω από 'κείνη-
όσοι στο μάτι ανθρωπιά ,φως στην ψυχή κρατάνε
και, άλλοι Σίμωνες, σταυρό σα δούν, πάντα βοηθάνε.

Καλότυχη μαζί μ' αυτούς κι η γη μας, που γεννάει
ανθρώπους τέτοιους-άσκοπα στα χάη δε γυρνάει:
κάποιοι ίσως κόσμοι άφωτοι στου σύμπαντος την άκρη
λίγη αγάπη καρτερούν κι ένα συμπόνιας δάκρυ.
Η Ιστορία δε γίνεται επιστήμη παρά όταν οι άνθρωποι έχουν θελήσει να διευθύνουν καθαρά την Ιστορία τους.
Χέγκελ, Φιλοσοφία της Φύσης


Από τον αληθινό αντίπαλο παίρνεις άπειρο θάρρος.
Φ. Κάφκα, Τα μπλε τετράδια

ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΡΑΠΤΙΔΟΥ

Ο κόσμος γυρίζει γύρω
σπρωγμένος απ' τον πόθο του άντρα για γυναίκα.
Όλα τα κακά από κει ξεκινάνε. Γι αυτό οι φόνοι
γι αυτό οι υποκρισίες
οι πόλεμοι
το χρήμα.

Δεν κατηγορώ τους βιαστές μου λοιπόν.
Κατηγορώ κείνο που έτσι τους έπλασε-
αυτό που έπλασε και τη γυναίκα έτσι αρνητική,
έτσι ανυπόταχτη στις αντρικές ορέξεις
που η ίδια αυτή γεννάει.

Μ' ένα λόγο τη ζωή κατηγορώ
και στρατοδίκης γίνομαι σκληρός και τη δικάζω
κι εις θάνατον επτάκις-όσοι κι οι βιαστές μου
την καταδικάζω.
Κι η ίδια εγώ αυτή μου την απόφαση
στο θάνατο περνώντας θα εκτελέσω
χαρίζοντας στο Xάρο το κορμί μου. Επιτέλους
για μια φορά
άλλοι δε θα με διαλέξουνε, παρά εγώ
τον εραστή μου ελεύθερα διαλέγω.
ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ ΗΛΙΟΣ ΚΑΙ ΒΡΟΧΗ

Φωτιά και ήλιος και βροχή
και σκόρπια μεγαλεία
όλα μαζεύτηκαν θαμπά
στην άδεια παραλία
και χαιρετούν τα όνειρα
που φεύγουνε στα ξένα
και κλαιν απαρηγόρητα
και κλαίνε λυπημένα.
Μα όσο να κλαιν δεν ωφελεί
εκείνα δεν ακούνε
σ' άλλες στεριές, σ' άλλα νησιά
σ' άλλες βροχές θα βγούνε.
Ο ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΟΣ

VII22-VIII2
Διόλου δεν τους εμίλησα κι ούτε εντολή έχω δώσει
Ούτε για ολοκαυτώματα ούτε και για θυσίες
Παρά σε κείνους είχα πει: Το λόγο μου αν τηρήστε 
Τότε θεός σας θα ’μαι εγώ και θα ’στε ο λαός μου.
Και σ’ όσους δρόμους θα σας πω, εκεί αν περπατήστε
Θα ’χετε πάντοτε καλό. Και κείνοι δε μ’ ακούσαν
Και προσοχή δε μου ’δωσαν. Και πορευτήκαν ό,που
Οι φαντασίες της άσεβης τους έλεγαν καρδιάς τους.
Κι αντί μπροστά να περπατούν, πηγαίνουν προς τα πίσω
Αφότου  από την Αίγυπτο οι πατέρες τους εβγήκαν
Και μέχρι την ημέρα αυτή. Κι όλους ας έχω στείλει
Τους δούλους, τους προφήτες μου-τους έστειλα να είναι
Κοντά τους βράδυ και πρωί- και πάλι δεν μ’ ακούσαν
Και δε μου δώσαν προσοχή. Κι έχουν τον τράχηλο τους
Απ’ ό,τι οι πατέρες τους περσότερο σκληρύνει.
Κι αυτό το λόγο να τους πεις, ότι γι αυτό το έθνος
Που του Κυρίου τη φωνή δεν άκουσε και ούτε
Προσπάθησε να διορθωθεί, έχει πια η αλήθεια
από το στόμα του χαθεί.

Κούρεψε το κεφάλι σου και πέτα τα μαλλιά σου
Και ας θρηνούν τα χείλη σου γιατί αποδοκιμάζει
Και αποδιώχνει ο Κύριος τη γενεά εκείνη
Που κάνει τέτοια πράγματα. Γιατί οι γιοί του Ιούδα
Κακά", λέει ο Κύριος, "έπραξαν ενάντιά μου.
Τα αίσχη τους τα φέρανε για να το μαγαρίσουν
το σπίτι που ’χει για όνομα τ’ όνομα το δικό μου.
Και χτίσαν στου Ταφέθ ναό, στου γιου του Ενώμ το ρέμα,
Και κει, και γιους και κόρες τους μες στη φωτιά τους ρίχνουν
Πράγμα που ούτε εντολή για τούτο έχω δώσει
Και ούτε το σχεδίασα ποτέ μες στην καρδιά μου.
Γι αυτό", λέει ο Κύριος, "Να! Έρχονται ημέρες
Που δε θα λεν «βωμός Ταφέθ» και γιου Ενώμ φαράγγι,
Αλλά"Φαράγγι των Νεκρών", και στο Ταφέθ θα θάφτουν
Γιατί άλλη δε θα μένει γη. Και τα πουλιά θα τρώνε
Του λαού ετούτου τους νεκρούς και τ’ άγρια θηρία.
Και δε θα βρίσκεται κανείς εκεί για να τα διώξει.
Κι από την Ιερουσαλήμ κι από τις πόλεις Ιούδα
Κάθε ευφροσύνης και χαράς φωνή θα τη βουβάνω
Και κάθε μια φωνή γαμπρού και κάθε μία νύφης-
Γιατί όλη η γη θα ’ναι έρημη.

θ. Αναισθησία για την αμαρτία
Και", λέει ο Κύριος", τον καιρό εκείνο από τους τάφους
Των βασιλιάδων, τα οστά έξω θα βγουν του Ιούδα,
Και των αρχόντων του τα οστά, τα οστά των ιερέων,
Και τα οστά των προφητών, και τα οστά εκείνων
Που μένουν στην Ιερουσαλήμ, και κάτω από τον ήλιο
Κι απ’ τη σελήνη θ’ απλωθούν, και κάτω από τ’ αστέρια
Και  τ’ ουρανού τα πνεύματα-κάτω απ’ όσα εκείνοι
Λάτρεψαν κι υπηρέτησαν και πήραν από πίσω,
(συνέχεια)

Παρασκευή, 27 Μαΐου 2016

Η ΛΕΣΛΥ
(CAL L.A.)

Η Λέσλυ ο νους της όλο στον Τζιμ.
Η Λέσλυ η δεξιά τιράντα της ποδιάς της
χλιαίνεται στο στέρνο της επάνω
μόνιμα απωθημένη εκεί απ’ το δεξί της στήθος.
Η Λέσλυ όταν κάτι τη ρωτώ
και σκύβει προς το μέρος μου
κατάφορτη ενδιαφέρον κι ομορφιά,
όλη δική μου τις στιγμές εκείνες.
Η Λέσλυ.
Η Ιστορία δε γίνεται επιστήμη παρά όταν οι άνθρωποι έχουν θελήσει να διευθύνουν καθαρά την Ιστορία τους.
Χέγκελ, Φιλοσοφία της Φύσης


Από τον αληθινό αντίπαλο παίρνεις άπειρο θάρρος.
Φ. Κάφκα, Τα μπλε τετράδια

ΣΟΦΙΑ ΚΩΦΟΥ

"Πουτάνες! Εδώ κυβερνάει ο Γκρήνσγουολντ!"
Αυτή την κραυγή άκουγα
Δεμένη στα κάγκελα του κρεβατιού
που πάνω του με βιάζανε-δεμένη
με ανοιχτά χέρια και πόδια σαν το γράμμα χι,
κάτι παράξενο κι αταίριαστο στο χώρο μέσα που τα γράμματα
κι ό,τι μαζί τους φέρνουνε είν’ αποδιωγμένα.

Ο βιαστής όλη τη νύχτα δούλευε απάνω μου
σαν μανιακός ερευνητής που όλες τις εφευρέσεις του
εκείνη τη νυχτιά τις έκανε και κείνη
την ίδια τη στιγμή, συνεπαρμένος, τις εφάρμοζε.

Πώς έπιασα παιδί έτσι;
Δεν είναι άδικο να πιάνεται παιδί-που θα πει άνθρωπος-
όντας τα πόδια μόνο της γυναίκας ανοιχτά
ενώ η ψυχή της μένει πιο απ’ το κλείσιμο κλειστή;

Στα χέρια μου ως στα σήμερα
δυο χρόνια ύστερ’ από το βιασμό
φαίνονται τα σημάδια καθαρά
που τα σκοινιά γύρω τους κάνανε
τη μέρα εκείνη.

"Πουτάνες" ήμαστε οι φυλακισμένες κουμουνίστριες.
Γκρήνσγουολντ ενα από τ’ αμερικάνικα τ’ αφεντικά.
ΦΩΝΕΣ ΚΟΥΡΑΣΜΕΝΕΣ

Φωνές κουρασμένες
μιλούν στο σκοτάδι
που έρχονται λες
απ' τα βάθη του Άδη.
Φαντάσματα μαύρα
με έχουν κυκλώσει
πουλιά έχουν μαύρες
φτερούγες απλώσει
κι η νύχτα τραβάει
σε μάκρος αιώνιο
τρελής φαντασίας
φρικτό πανδαιμόνιο.
Και όλο πυκνώνουν
τα μαύρα τα σκότη
της νύχτας η σκέψη
και σκέψη μου πρώτη.
To χέρι μου αγγίζει
κορμιά σαπισμένα
που ξέρω πως ήρθαν
μονάχα για μένα.
Ελπίδα να φύγω
καμιά δε μου μένει
Μαζί τους θα μείνω
στον κρύον αγέρα
η νύχτα ως να φύγει
και να 'ρθει η μέρα.
Μα μέρα δε βλέπω
τι τρόμος-τι φρίκη
τι χάσμα βαθύ
και να 'χει η ελπίδα
για πάντα χαθεί...
ΘΑΝΑΤΟΣ-5
Η βαρβαρότερη πράξη και η μεγαλύτερη προσφορά του ανθρώπου στο θάνατο, είναι να φέρει στον κόσμο ένα παιδί.
Να παραδώσει δηλαδή στη δυστυχία ένα ακόμα πλάσμα.

Η ανατροφή κατόπιν του παιδιού είναι το μεγάλο αστείο.
Έχουν γραφτεί πολλά βιβλία και πολλοί έχουν καταπιαστεί με το πρόβλημα της ανατροφής του παιδιού.
Και το θέμα ακολουθεί τη μόδα κάθε εποχής όπως κάνουν τα φορέματα των γυναικών. Τι πιο αστείο;
Και όμως, υπάρχουν άνθρωποι που παθιάζονται υποστηρίζοντας τη μια ή την άλλη θεωρία.
Ποια είναι τα κριτήρια που χρησιμοποιούν οι ειδικοί για να προβάλουν τη μια ή την άλλη θεωρία;
Το πράγμα μιλάει μόνο του αν δει κανείς τα συστήματα ανατροφής των παιδιών που έχουν φανεί πάνω στη γη. Τα κριτήριά τους είναι τελείως υποκειμενικά και σε όλες τις περιπτώσεις λανθασμένα και ολέθρια. Ολέθρια γιατί τα παιδιά που ανατρέφονται με όποιον τρόπο, δεν παύουν να παράγουν μεγάλους εγκληματίες, μεγάλους δολοφόνους, μεγάλους κλέφτες, μεγάλους βιαστές, μεγάλους μακελάρηδες λαών. Και είναι όλη αυτή η παραγωγή εκείνο ακριβώς που οι μέθοδες διαπαιδαγώγησης ήθελαν να αποφύγουν!
Τι άλλο παρά η ανάγκη να περάσουν τον καιρό τους σπρώχνει και τους θεωρητικούς της ανατροφής παιδιών στην εκπόνηση σχετικών σχεδίων και μεθόδων;
Και οι πειθόμενοι τοις ρήμασιν εκείνων,  αποδεικνύεται ότι ασχολούνται με το θέμα γιατί τους έτυχε στο δρόμο τους και γιατί δεν είχαν βρει κάτι καλλίτερο μέχρι τότε για να ασχοληθούν με αυτό.
Το αστειότερο όλων είναι ότι οι θεωρητικοί κάθε εποχής στηρίζονται σε μελέτες, παρατηρήσεις και πειράματα, που είναι πορίσματα… σοβαρής και μακροχρόνιας μελέτης και… και…

Σήμερα η μόδα είναι: αφήστε τα παιδιά να κάνουν ότι θέλουν. Μόνα τους να διαλέξουν το φαγητό τους, το παιχνίδι τους, τις παρέες τους, το επάγγελμά τους, τον φίλο τους, τον… την… το…
Και ύστερα εξανίστανται που τα παιδιά τους διάλεξαν το χασίσι, την παρέα με εγκληματίες, το παιχνίδι με τα χαρτιά, την πλαστογράφηση διαβατηρίων γι επάγγελμα, την Ξανθίππη για γυναίκα τους. 
Όλα όμορφα, ηθικά, αγγελικά πλασμένα. Και το παιχνίδι με τα παιδιά είναι βασικό στοιχείο ενασχόλησης στη ζωή των μεγάλων, δηλαδή ένας ακόμα θάνατος μέσα στους θανάτους που καθημερινά μας πνίγουν.

Το μόνο καλό που μας δίνουν τα παιδιά είναι η εικόνα του κόσμου από όπου ήρθαμε. Του κόσμου όπου εκεί κανέναν δεν ενδιαφέρει αν κάνοντας ένα βήμα πέφτουμε στο γκρεμό, του κόσμου όπου η φλόγα δεν μας καίει, όπου τα αυτοκίνητα δεν μας κόβουν, του κόσμου όπου αφηνόμαστε να πηγαίνουμε χωρίς φόβο για τίποτα, όπου η αθωότητα για μικρό δείγμα της μόνον έχει το βλέμμα των παιδιών, του κόσμου όπου όλα ήσαν όμορφα πριν η άβουλη κακοήθεια  των ανθρώπων μας φέρει από την άφροντι ζωή στον δικό τους φρικτό κόσμο, τον κόσμο του θανάτου.

Πέμπτη, 26 Μαΐου 2016

 Η ΚΑΡΦΙΤΣΑ
(CAL L.A.)

Θα ’ταν τριανταπέντε πάνω κάτω
κι ήτανε τα μαλλιά της άνω κάτω
καθώς τα εφυσούσε ένας αέρας
ζεστός από τη ζέστα της ημέρας.

Μιαν άσπρη οδηγούσε Μαζεράτι
και δίπλα μου το ρεύμα την εκράτει
της κίνησης στη sherman high way
επάνω σε μιαν άσφαλτο που καίει.

Στο σπορ της το αμάξι ήτανε μόνη
και είχε το ’να χέρι στο τιμόνι
και τ’ άλλο απλωμένο προς το μέρος
του στήθους όπου εδράζεται ο έρως.

Εκεί ματαίως απ’ ώρα προσπαθούσε-
μπροστά ενώ το δρόμο εκοιτούσε-
να βγάλει απ’ τη φαρδιά της τη μπλουζίτσα
μια ολόχρυση απαστράπτουσα καρφίτσα.

Που όμως συνεχώς αντιστεκόνταν
ξεμάκραινε, διπλώνονταν, κρυβόνταν.
Κι εκείνη εσυνέχιζε την πάλη
κρατώντας πάντα ίσια το κεφάλι

και, θε μου, με μιαν έκφραση απλωμένη
στο πρόσωπο, καθώς γαληνεμένη
μια θάλασσα μετά την τρικυμία-
που πλήρως ηρεμεί, ή σαν καμία

γυναίκα που αναλώθει όλο το βράδυ
στου έρωτα τη φλόγα και το χάδι-
που ολόκληρη εδόθη στα σκοτάδια
κι η μέρα τήνε βρήκε τέλεια άδεια.

Σου εύχομαι κυρία να μπορέσεις
το κόσμημα επιτέλους ν' αφαιρέσεις.
Αν μείνει, με τη λάμψη του την τόση
ποιος ξέρει τι κρυφό θα φανερώσει.
Η Ιστορία δε γίνεται επιστήμη παρά όταν οι άνθρωποι έχουν θελήσει να διευθύνουν καθαρά την Ιστορία τους.
Χέγκελ, Φιλοσοφία της Φύσης


Από τον αληθινό αντίπαλο παίρνεις άπειρο θάρρος.
Φ. Κάφκα, Τα μπλε τετράδια

Π.ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΟΥ

Όπως ο κλέφτης ένα σπίτι διαλέγει να διαρρήξει
και την πόρτα του με εργαλεία ειδικά της δουλειάς του
προσπαθεί μάταια ν’ ανοίξει
γιατί εκείνη αντιστέκεται και δυσανασχετεί
έχοντας στο νου της αντίς τα εργαλεία ετούτα
το κλειδί που για κείνηνε φτιαγμένο είναι
και ο κλέφτης χολωμένος και ανυπόμονος βρίσκεται
γιατί τον κεντρίζει
το πάθος ή η ανάγκη της κλοπής κι η λεία η εύκολη, επειδή
ερημικό και άδειο το σπίτι είναι,
και τέλος
με μια κλωτσιά στην κλειδαριά την πόρτα ανοίγει,

έτσι και μένα ο βιαστής με παίδεψε
ώσπου (φόβο μην έχοντας αυτός κανένα)
απαυδισμένος,
σαν ο αδικημένος ιδιοκτήτης να ’τανε,
με μια γροθιά
συντρίμμια μ’ έκαμε.
ΜΕ ΛΥΓΙΣΕ ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΠΟΥ ΕΤΟΛΜΗΣΑ

Με λύγισε το βάρος που ετόλμησα
στ’ αδύναμά μου χέρια να σηκώσω.
Με λύγισε. Κατάλαβα το λάθος μου
μα είναι πια αργά να μετανιώσω.

Με λύγισε. Mα σκέπτομαι πως πρόσθεσα
στις τόσες μου τις γνώσεις άλλη μία:
μην πιάνεσαι μ’ αυτά που θέλουν δύναμη
αν νιώθεις τόση δα αδυναμία.
ΘΑΝΑΤΟΣ-4
Πριν από μερικές χιλιάδες χρόνια ένας άνθρωπος που λεγόταν Μωυσής ήτανε ο αρχηγός των εβραίων. 
Είναι αυτός που έβγαλε τους εβραίους από την Αίγυπτο.
Ο Μωυσής είχε γυναίκες όσες και όποιες ήθελε, είχε χρυσάφι άφθονο, είχε  υπηρέτες, είχε δική του ηγετική παρέα με την οποία έλεγχε την κατάσταση.
Στη διάρκεια της εξόδου ο εβραϊκός λαός, λόγω κυρίωςτων κακουχιών που είχε περάσει, ήτανε απειθάρχητος και έδειχνε τάσεις επαναστατικές. Ο Μωυσής δυσκολεύονταν να τα βγάλει πέρα. Οι εβραίοι είχαν αρχίσει να τον αμφισβητούν.
Τότε σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει τον θεό των προγόνων του. Η προεργασία υπήρχε από τους Αβραάμ, Ισαάκ, Ιακώβ και λοιπούς.
Δεν τον υπάκουαν οι άνθρωποι; Καλώς. Θα μπορούσαν όμως να μην υπακούσουν στο θεό;
Θα τους έφερνε λοιπόν εντολές από τον ίδιο το θεό.
Έκατσε με τους δικούς του και σκέφτηκαν ποιες εντολές διασφάλιζαν την ηγετική τους παρέα, στις οποίες έπρεπε να υπακούει ο εβραϊκός λαός σαν προερχόμενες από τον θεό.
Γιατί ένα τέτοιο εγχείρημα δεν μπορεί να έχει επιτυχία αν δεν υποστηριχτεί και από τους εκάστοτε μεγάλους που περιτριγυρίζουν το πολύ μεγάλο αφεντικό. Έτσι και οι μεγάλοι δίπλα στον Μωυσή, συμφώνησαν να βοηθήσουν γιατί έτσι θα εδραιωνόταν η θέση του Μωυσή στο λαό και κατά συνέπεια και τα δικά τους προνόμια.
Ο αρχηγός έχει ανάγκη από εκείνους που τον υμνολογούν και τον εκθειάζουν στο λαό, όσο και εκείνοι έχουν ανάγκη τον αρχηγό για να κρατηθούνε στην προσοδοφόρα θέση που έχουν δίπλα του. Είναι μία αμφίδρομη σχέση με αποδειγμένη ανά τους αιώνες την επιτυχία του σκοπού που επιδιώκει.
Αφού λοιπόν συμφώνησαν το περιεχόμενο των εντολών, έβαλε ο Μωυσής και του φτιάξανε δυο πλάκες με γραμμένες πάνω τους με θεϊκά γράμματα τις δέκα συμφωνημένες εντολές, και να τις πάνε στο όρος Σινά. Ύστερα ανέβηκε κι αυτός στο βουνό για να συνομιλήσει με το θεό, όπως είχαν αρχίσει να διαδίδουν οι δικοί του στο πλήθος των εβραίων.
Και ανέβηκε στο βουνό ο Μωυσής, και μίλησε με το θεό, και ο θεός του έδωσε τις εντολές που συμπτωματικά εξυπηρετούσαν τις φιλοδοξίες του Μωυσή.
Το πώς υπάκουσαν σ’ αυτές τις εντολές οι εβραίοι δεν είναι απορίας άξιο. Ξέρανε τη δύναμη που είχε ο θεός των πατέρων τους, ξέρανε τι έχουνε να τραβήξουνε από αυτόν αν δεν υπακούσουν τις εντολές του, η προπαγάνδα είχε δουλέψει άριστα, ο λαός πίστεψε, οι αντίπαλοι του Μωυσή με το λαό εναντίον τους δεν μπορούσανε να τα βάλουνε με τον Μωυσή-η δουλειά έγινε.

Στις τέσσερες πρώτες εντολές υπάρχει η αυτόματη γένεση του θεού και ο αυτοπροσδιορισμός του, ώστε οι εβραίοι να ξέρουνε ποιος είναι ο θεός τους.
Στις υπόλοιπες έξη εντολές απαγορεύονται όλα όσα ο Μωυσής θεωρούσε ικανά να του αμφισβητήσουν την εξουσία και τα αγαθά με τα οποία αυτή πάντοτε συνυπάρχει. 

Πέμπτη εντολή.
Τίμα τον πατέρα σου κι τη μητέρα σου……
Πάντοτε όπως και τότε, το «τίμα» πρακτικά σημαίνει «να κάνεις ότι σου λέει». Και οι γέροι τι θα έλεγαν στα παιδιά άλλο από όσα χρειάζονταν για να συνεχιστεί η παράδοση που είναι ο φύλακας άγγελος της εξουσίας;

Έκτη εντολή.
Ου φονεύσεις.
Συμφέρουσα εντολή. Αν κάποιος σκότωνε τον Μωυσή, θα θανατώνονταν αμέσως από τη στρατιωτική και τη θρησκευτική ηγεσία.
Αν ο Μωυσής ή κάποιος δικός του σκότωνε κάποιον θα σκοτώνονταν ο Μωυσής ή ο δικός του;
Όχι βέβαια, γιατί φως φανάρι, θα το είχε κάνει για το καλό του λαού. Αυτό όλοι το ήξεραν καλά γιατί όλοι ήξεραν ότι ο Μωυσής είχε σκοτώσει έναν αιγύπτιο για το καλό του λαού και τώρα ήταν αρχηγός τους.
Και αν ακόμα δεν ήταν έτσι, ποιος από τη θρησκευτική, τη δικαστική ή την πολεμική ιεραρχία θα άγγιζε τον Μωυσή; 

Έβδομη εντολή.
Ου μοιχεύσεις.
Με τον Μωυσή να έχει δική του όποια γυναίκα ήθελε, ποιον προστάτευε η εντολή; Ή μάλλον ποιον χαντάκωνε; 
Και πότε, πριν ή μετά από τον Μωυσή, είχε λειτουργήσει η ιδέα της εντολής αυτής υπέρ των φτωχών και άσημων; 

Όγδοη εντολή.
Ου κλέψεις.
Η εντολή αυτή υπάρχει όχι απ’ αρχής του κόσμου ή του πολιτισμού ή μιας κοινωνίας, αλλά από τη στιγμή που κάποιος ή κάποιοι μέσα στον κόσμο ή στον πολιτισμό ή στην κοινωνία αποκτούν αγαθά που οι άλλοι δεν έχουν αποκτήσει. Και μάλιστα χωρίς να ρωτάει κανείς: από ποιον εκείνος που καθιερώνει το νόμο ή την εντολή έκλεψε αυτά που έχει και για τα οποία φτιάχνει την εντολή;

Εντολή ένατη.
Ου ψευδομαρτυρήσεις……
Από τότε που ο άνθρωπος άρχισε να μιλάει, μέχρι και σήμερα που οι ψευδομάρτυρες τριγυρίζουν στα δικαστήρια με ένα γαρύφαλλο στο πέτο, οι άνθρωποι ψευδομαρτυράνε.
Εντολή κι αυτή που η ερμηνεία της ευνοεί πάντοτε τους έχοντες.

Εντολή δέκατη
Ουκ επιθυμήσεις την γυναίκα του πλησίον σου• ουκ επιθυμήσεις την οικίαν του πλησίον σου ούτε τον αγρόν αυτού ούτε τον παίδα αυτού ούτε την παιδίσκην αυτού ούτε του βοός αυτού ούτε του υποζυγίου αυτού ούτε παντός κτήνους αυτού ούτε πάντα όσα τω πλησίον σου εστι.
Λεπτομερέστατη και αναλυτικότατη.
Την παραθέτω ολόκληρη όπως είναι γραμμένη στο Δευτερονόμιο γιατί αυτή θα μπορούσε να είναι και η μοναδική εντολή του θεου-όλες οι άλλες είναι η σάλτσα.
Γιατί εάν δεν επιθυμήσεις τότε ούτε θα κλέψεις, ούτε θα σκοτώσεις, ούτε θα μοιχεύσεις, ούτε θα ψευδομαρτυρήσεις.

Έτσι ο Μωυσής έγινε εκτός από πολεμικός αρχηγός και θρησκευτικός ποιμένας των εβραίων. Αυτό άλλωστε γινόταν και γίνεται και σε άλλα μέρη του κόσμου. Και δεν θα αναφέραμε σήμερα τον Μωυσή, αν αυτό που έκανε περιοριζόταν στα πλαίσια τα εβραϊκά, όπως ό,τι έκαναν οι Φαραώ περιορίζονταν στην Αίγυπτο.
Το πράγμα με τον Μωυσή επεκτάθηκε με τη μεσολάβηση του Χριστού σε όλο τον κόσμο, με αποτέλεσμα η μισή ανθρωπότητα να καλείται να τηρεί σήμερα τις δέκα εντολές τις εφευρεμένες τότε από τον Μωυσή για τις προσωπικές του φιλοδοξίες, και για τον ίδιο λόγο να διδάσκεται και την ιστορία του λαού των εβραίων.
Βεβαίως αν δεν είχε υπάρξει ο Μωυσής και τα έργα του, κάτι άλλο θα είχαν εφεύρει οι κατοπινοί φιλόδοξοι αρχηγοί για να κρατούν υποταγμένους στη θέλησή τους τούς πολίτες και τους πιστούς.
Και δεν ξέρει κανείς τι θα ήτανε αυτό.
Όμως ό,τι και να ήτανε, είναι ζωή αυτή για τα δισεκατομμύρια ανθρώπων που υποτάσσονται στην φιλαρχία ενός ανθρώπου, που έζησε μάλιστα πριν από τεσσεράμισι χιλιάδες χρόνια και στη μηχανή που αυτός βρήκε για να σταθεροποιήσει την εξουσία του;
Αν είναι πράγματι ζωή, αν πράγματι τόσο φτηνή και μάταια είναι η ζωή, τότε ας ομολογήσουμε ότι βρήκαμε το σκοπό της και ας ψάλλουμε τροπάρια στον Μωυσή σαν στον σωτήρα της ανθρωπότητας.
Επειδή όμως αυτό δεν είναι ζωή, δεν μπορεί να είναι παρά θάνατος. Όπως κάθε θρησκεία.

Δευτέρα, 23 Μαΐου 2016

ΘΑΝΑΤΟΣ-4

Οι άνθρωποι βλακωδώς φερόμενοι και υπείκοντες στoν μιμητισμό, κάνουν παιδιά.
Παλιά είχα διαβάσει το μυθιστόρημα «Ο κόσμος που χάθηκε». Σ’ αυτό κάποιος σκάβοντας στον κήπο του βρήκε μια τεράστια σφαίρα. Η σφαίρα αποδείχτηκε πως είχε μέσα της μια γυναίκα και δείγματα του προοδευμένου πολιτισμού που προϋπήρχε χιλιετηρίδες πριν στη γη. Μεταξύ άλλων οι τότε άνθρωποι είχαν εφεύρει μια συσκευή που εξέπεμπε ακτίνες που σκότωναν τους μαύρους ανθρώπους της εποχής.
Μια παρόμοια συσκευή αν έφτιαχνε κανείς σήμερα, που όμως να μην σκοτώνει μόνον τους μαύρους αλλά και τους υπόλοιπους ανθρώπους της γης, θα ήταν ο σωτήρας της ανθρωπότητας.  
Αφού μέχρι τώρα δεν βρέθηκε το μηχάνημα που θα εκπέμπει ακτίνες στειρωτικές ή θανατηφόρες για τον άνθρωπο, πρέπει να παροτρύνουμε τους ευαίσθητους επιστήμονες να το προσπαθήσουν.
Αν ζούσε ο πατέρας μου σήμερα, θα έκανα μήνυση εναντίον του γιατί με γέννησε.
Δεν έχω ακούσει ποτέ για τέτοια μήνυση, αν και τόσα καινούργια πράγματα ακούω κάθε μέρα.
Σκεφτείτε, μηνύουμε κάποιον γιατί μας έβρισε ή γιατί μας πήρε ένα μέτρο γης ενώ θεωρούμε φυσικό να υπάρχουμε ενώ υποκείμεθα σε βρισιές και σε καταπάτηση των οικοπέδων μας!
Βλέπω εκείνους που περιμένουν παιδί και γελώ μαζί τους.
Και η πιο ντροπαλή γυναίκα του κόσμου ακόμα, δεν ντρέπεται να κυκλοφορεί όντας έγκυος.
Η έγκυος περιφέρει την φουσκωτή κοιλιά της με περηφάνια.
Εκείνη που αν την κοίταζε και μόνο κάποιος άντρας έτρεχε να κρυφτεί από τη ματιά του, εκείνη που φορούσε μακριά φουστάνια για να μη φανεί ούτε ο αστράγαλός της, τώρα περιφέρει περήφανη τη φουσκωμένη κοιλιά της και μόνο που δε φωνάζει: «Γαμήθηκα!» (η μετάφραση στα νεοελληνικά του «υπανθρεύθην»-βρέθηκα κάτω από άντρα)
Αυτό που δεν άφηνε κανέναν να της το κάνει, τώρα βγαίνει και φωνάζει ότι κάποιος της το έκανε ανοίγοντας μόνη της τα πόδια της σ’ αυτόν.
Κι αν τη ρωτούσε κάποιος πώς τώρα δεν ντρέπεται γι αυτό που έκανε, θα έλεγε γεμάτη απορία και έκπληξη για την ερώτηση: «Μα είμαι παντρεμένη. Αυτός ήταν ο άντρας μου»
Και τέλος γι αυτήνε.
Κι αν τη ρωτήσει κανείς να εξηγήσει με περισσότερα λόγια αυτό που είπε, θα έλεγε  ότι μαζί με κείνον τον άντρα πήγε μια μέρα σε κάποιο σπίτι όπου ένας άντρας με γένια και μακρύ μαύρο φουστάνι, διάβασε από ένα βιβλίο κάτι λόγια και αυτό της έδινε το δικαίωμα να κυλιστεί σα ζώο πάνω σ’ ένα κρεβάτι παρέα με τον άντρα εκείνον.
Ωραία λοιπόν, θα πάρω κι εγώ μία γυναίκα και θα την πάω σ’ ένα σπίτι όπου ένας άντρας ντυμένος με μακρύ μαύρο φόρεμα και έχοντας γένια, κρατώντας στα χέρια του ένα βιβλίο, θα μας διαβάσει πεντέξη σειρές. Ύστερα θα έχω κάθε δικαίωμα λοιπόν να ρίξω αυτή τη γυναίκα στο κρεβάτι.
Όχι, θα μου πει η γυναίκα, δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα, ο άντρας με το μαύρο φουστάνι και τα γένια πρέπει να είναι ιερέας, το σπίτι εκκλησία και το βιβλίο που θα κρατεί στα χέρια του το ιερό Ευαγγέλιο.
Εδώ εγώ τα παρατάω, όπως κάνω με κάθε τι ανόητο που ακούω.
Και η κυρία αυτή όχι μόνον διατυμπανίζει ότι γαμήθηκε, αλλά και οι άνθρωποι της δίνουν τη θέση τους στο λεωφορείο. Γιατί; Για να τη βραβεύσουν επειδή απόδειξε ότι μπορεί και ότι έχει γαμηθεί; Ή επειδή θα φέρει στον κόσμο ένα ακόμα δυστυχισμένο πλάσμα που κι αυτό με τη σειρά του θα φέρει άλλα  δυστυχισμένα πλάσματα  στο φως, διαιωνίζοντας τη δυστυχία πάνω στη γη;
Και ο άντρας; Τι κάνει ο άντρας που έχει γυναίκα έγκυο; Ανάλογα χαίρεται κι αυτός που αποδειγμένα πλέον μπορεί να «εκτελεί τα συζυγικά του καθήκοντα».
Και τρέχει νυχτιάτικα να πάρει παγωτό που ήρθε η όρεξη της γυναίκας του να φάει, της παίρνει υπηρέτρια στο σπίτι για να μην κουράζεται και της κάνει όλα τα χατίρια. Και όταν ακούσει το παιδί να κλωτσάει μέσα στην κοιλιά της γυναίκας που άφησε έγκυο, κάνει σαν τρελός από τη χαρά του, λες και το ίδιο δεν κλωτσάει και το παιδί του λιονταριού ή του λαγού στην κοιλιά της μάνας του.
Και  αν το παιδί είναι αγόρι, ε, τότε, ο ηλίθιος αυτός είναι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου.
Και όταν περάσει η υποκριτική περίοδος και των δυο, τότε βλέπουν ότι είναι θύματα και οι δύο των ανθρώπινων συνηθειών και παραδόσεων.
Και το δράμα που κρατάει μια ζωή αρχίζει. Οι επιθυμίες του ενός συγκρούονται με τις επιθυμίες του άλλου, οι συνήθειες επίσης. Το μίσος και των δυο, του ενός για τον άλλο φουντώνει, η σιχαμάρα ομοίως.
Ο φόβος για τη ζωή τους του ενός από τον άλλο κάθε βράδυ ενώ κοιμάται, αλαφρώνει στη σκέψη ότι οικονομικοί λόγοι θα εμποδίσουν τον ή την σύζυγο από του να κάνει και αυτό το έγκλημα. Και η απαρίθμηση των εργασιών που πρέπει να γίνουν και από τους δυο αύριο βοηθάει επίσης σ’ αυτό.
Είναι ζωή αυτή στην οποία μας έφεραν οι πατεράδες μας ή θάνατος;
Όλες οι διηγήσεις όμως, όλα τα κινηματογραφικά έργα , όλα τα παραμύθια, σταματάνε στο γάμο. Κανένα δεν παρακολουθεί τους παντρεμένους μετά το γάμο τους και αν το κάνει, το κάνει ωραιοποιώντας τα στραβά και φοβερά του.

Κυριακή, 22 Μαΐου 2016

                             ΑΓΑΠΗ

«Τ’ ειν’ η ζωή;» ερώτησα το βιαστικό αγέρι.
«Εγώ όλο τρέχω-εγώ φυσώ, εγώ περνάω μόνο.
Ρημάζω, καίω, καίγομαι, γκρεμίζω, ξεριζώνω
και τα πετούμενα κρατώ μες στ’ απαλό μου χέρι.»

Ερώτησα τη θάλασσα τ’ είν’ η ζωή να μάθω.
«Εγώ τα γοργοτάξιδα καράβια σου βυθίζω
εγώ ανταριάζω και χτυπώ, θυμώνω και αφρίζω
και το νερό ζυμώνοντας ψάρια και φύκια πλάθω.»

Στο χώμα που στη ράχη του όλα γερά κρατάει
στράφηκα και απόκριση ζητώ στο ρώτημά μου.
«Η απόκριση δε βρίσκεται στα χείλη τα δικά μου
μα ρώτησε τον πλάστη μας που όλα τ’ απαντάει.»

Και στράφηκα τριγύρω μου: «Όπου κι αν είσαι πες μου
Πλάστη, τι είναι η ζωή που όρισες να ζήσω;
Δώσε μου την απάντηση που μόνος μου δε βρίσκω
και που κρατάει μέσα της τις χάρες τις κρυφές μου».

Αμέσως, κάθε θόρυβος, κάθε φωνή εστάθη.
Και στη σιωπή που άφησε το τέλος της μιλιάς μου
μού αποκριθήκαν απαλά οι χτύποι της καρδιάς μου:
«Αγάπη είναι η ζωή… Αγάπη...Αγάπη...Αγάπη...»

Σάββατο, 21 Μαΐου 2016

ΤΙΠΟΤΑ
(CAL L.A.)

Αυτό ειν'’ένα ποίημα για το τίποτα.
Για τίποτα δεν έχει να μιλήσει.
Mονάχα θα κρατεί τα όσα ανείπωτα
κι ανάκουστα εντός μου έχουνε σβήσει.

Εντός του θα κρατεί όσα αφανέρωτα-
κρυφά όσα εμείνανε στα μάτια
και θα ’χει για στροφές του χάδια του έρωτα
που στου άδοτου χαθήκανε τα πλάτια.

Κι έτσι καθώς μετέωρο θα στέκεται
χωρίς κάτι γερό να το στηρίζει
σαν του Γουσταύου του Φλωμπέρ τη γη θα φαίνεται
που έρημη στα χάη τριγυρίζει.

Τίποτα-όχι-τίποτα δεν έγραψα
μια νύχτα εαρινή στην Καλιφόρνια.
Για τίποτα χαμένο εγώ δεν έκλαψα-
τίποτα δε μου πήρανε τα χρόνια.
Η Ιστορία δε γίνεται επιστήμη παρά όταν οι άνθρωποι έχουν θελήσει να διευθύνουν καθαρά την Ιστορία τους.
Χέγκελ, Φιλοσοφία της Φύσης


Από τον αληθινό αντίπαλο παίρνεις άπειρο θάρρος.
Φ. Κάφκα, Τα μπλε τετράδια

ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ ΤΣΙΝΑΒΟΥ

Είμ’ έγκυος.
Χτες το κατάλαβα.
Αν ζήσω ως τότε θα ’χω ένα παιδί.

Τον καιρό που το ’πιασα μια παρέα χίτες με γλεντούσε.
Έξω τα δέντρα λάμπανε τότε-σαν να ’χε πάντα μόλις βρέξει-
και τα λουλούδια εφάνταζαν με ζωηρότερα
χίλιες φορές από άλλοτε τα χρώματα στο πρόσωπό τους.
Όλα έξω τότε ήταν ολοκάθαρα
γιατί τη βρώμα όλη
στη φυλακή την είχανε μαζί τους οι βιαστές φερμένη
και την αδειάζαν μέσα μου με τα χοντρά όργανά τους.

Να ’ταν από την τόση βρώμα να ’βγει κάτι αγνό
όπως από την κόπρο το λουλούδι!
Να ’ταν να βγάλω εν’ αγνό παιδί!..μα πώς
με τέτοιο ένα τέρας-όποιο-για πατέρα;
ΌΤΑΝ ΣΤΟ ΘΟΛΟ Τ' ΟΥΡΑΝΟΥ


Όταν στο θόλο τ' ουρανού
φανούν τα πρώτα νέφη
και της αγάπης μας χαθεί
τ’ ολόδροσο το κέφι
τότε καλλίτερα θαρρώ
πως θα 'ναι να χωρίσουμε
και ο καθένας χωριστά
νέα ζωή ν' αρχίσουμε.
ΘΑΝΑΤΟΣ-3
Η πατρίδα. Έχουνε χωρίσει οι άνθρωποι τη γη σε πατρίδες. Και λένε να, αυτή είναι η δική μου πατρίδα. Μην τολμήσεις να έρθεις εδώ γιατί θα σε σκοτώσω. Και πρώτη φροντίδα τους είναι πώς να διαφυλάξουνε την ακεραιότητα της πατρίδας του καθένας.
Και κανείς δε λέει πως η αρχή του  ο χωρισμού σε πατρίδες στηρίζεται στη δύναμη που μια ομάδα ανθρώπων έχει να εξουσιάζει το χώρο αυτής της πατρίδας, και στο φόβο πως κάποια άλλη ομάδα ανθρώπων που διαθέτει δύναμη μεγαλύτερη από την δική της, μπορεί να κάνει δικόν τον χώρο που η πρώτη πατρίδα αποκαλεί πατρίδα της. Φόβος και τρόμος μιας πατρίδας για την κατάληψή της από άλλη πατρίδα. Και αυτή είναι ζωή!
Φόβος και τρόμος μιας χώρας μήπως φτιάξει κανένα ισχυρότερο όπλο η άλλη χώρα και καταλύσει τη δική της πατρίδα. Και αυτή είναι ζωή και όχι θάνατος!
Και ολόκληρες βιομηχανίες για την υπεράσπιση της πατρίδας δημιουργούνται, στρατοί σχηματίζονται, εργοστάσια παραγωγής όπλων φτιάχνονται, τα σχολεία κάθε πατρίδας διδάσκουν πόσο δίκιο έχει η πατρίδα αυτή στις διαφορές της με άλλες πατρίδες, πρόγονοι επικαλούνται σαν κίνητρο διαφύλαξης των οστών τους, πολυάνθρωπα υπουργεία και Υπηρεσίες δημιουργούνται για την προστασία του πληθυσμού μιας χώρας από εκείνον της διπλανής της. Και αυτό είναι ζωή και όχι θάνατος! 
Και πάνε και πεθαίνουνε οι άνθρωποι και σκοτώνουν ο ένας τον άλλο για το ποια πατρίδα είναι καλλίτερη. Και αυτό δεν είναι θάνατος! 
Και ποιήματα και μυθιστορήματα και εκατομμύρια βιβλία γράφονται για να εκθειάσουν τις χάρες, τις ομορφιές, τις ιδιαιτερότητες κάθε πατρίδας. Και  σημαίες ανεμίζουνε δακρύζοντας μάτια, και λόγοι πύρινοι εκφωνούνται, και γιορτές διοργανώνονται για να μην ξεχαστεί η προς την πατρίδα οφειλόμενη πίστη, αγάπη, αφοσίωση, λατρεία. Και πατρίδες μισούνται ή αγνοούνται όχι γιατί τους αξίζει το μίσος και η άγνοια, αλλά γιατί δεν είναι «η δική μας» πατρίδα. Και αυτά δεν είναι θάνατος λέει, είναι ζωή!
Μήπως πρέπει να αναθεωρήσουν κάποιοι τις απόψεις τους;

Παρασκευή, 20 Μαΐου 2016

ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ
ή
ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ!
(CAL L.A.)

Στην ανοιχτή τη θάλασσα!
Στη γαλανή παντάνασσα!
Εκεί! Εκεί ας πάμε!
Μ’ αυτή-μ’ αυτή ας μεθάμε!
Στους ψαράδες! Στους ψαράδες!
Κάθε ψάρι δέκα Ελλάδες.

Στην πρώτη την κοιτίδα μας!
Στη μοναχή πατρίδα μας!
Κοντά της ας βρεθούμε!
Την άρμη της ας πιούμε!
Στων κυμάτων της τα τόξα-
κάθε κύμα και μια δόξα.

Στης θάλασσας τα κύματα!
Στα γαλανά της μνήματα!
Ας τρέξουμ’ εκεί πέρα!
Στο λεύτερον αέρα!
Αυτή ψυχή μας όλη-
χωριό, αυλή, περβόλι…
Η Ιστορία δε γίνεται επιστήμη παρά όταν οι άνθρωποι έχουν θελήσει να διευθύνουν καθαρά την Ιστορία τους.
Χέγκελ, Φιλοσοφία της Φύσης


Από τον αληθινό αντίπαλο παίρνεις άπειρο θάρρος.
Φ. Κάφκα, Τα μπλε τετράδια


ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΓΚΙΤΗ (δεκαεξάχρονη)

Περίμενα σαν Άνοιξη το γάμο μου
που όλα μου τα κλαριά μ’ άνθη θα γέμιζε.
Να χύσω μες στα πέταλά τους της ψυχής μου το άρωμα
να ευωδιάσει η Πλάση.

Αντίς γι αυτό με βιάσανε.
Κι ως και οι ρίζες μου ξεράθηκαν.
ΣΤΗ ΣΤΡΑΤΑ ΤΗΝ ΑΠΟΜΕΡΗ-ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ

Στη στράτα την απόμερη-στην άκρη του χωριού
το μνήμα δεκοχτάχρονου εστήθη αγοριού.
Δεν το ευλόγησε παπάς, δεν το ’κλαψε μητέρα
η νύχτα δεν το πόνεσε δε δάκρυσεν η μέρα.
To δέντρο πάνω στο βουνό δεν έχυσε ένα δάκρυ
και δε θολώσαν τα νερά στου πέλαγου τα μάκρη.
Δεν έκλαψε το σύννεφο-δεν έκλαψε το κύμα
δάκρυ δεν έχυσε άνθρωπος επάνω από το μνήμα.
Βοσκόπουλο που έβοσκε τ’ αρνιά-ποιος το θυμάται
τι κι αν επέθανε-κι αν ζει τι τάχα κι αν κοιμάται.
T’ αφεντικό του πλήρωσε άλλον βοσκό. Τ’ αρνάκια
αφέντη άλλον έκαναν κι άλλον τα κατσικάκια.
Όμως επάνω στο ξερό της μαύρης γης το χώμα
στην τρύπα που δεν έκλεισε καλά καλά ακόμα
όποια κι αν τύχει να διαβείς μέρας ή νύχτας ώρα
θα δεις στον τάφο να θρηνεί μια κόρη μαυροφόρα.
Ω! Προσπεράστε! Τι θα πει... τ’ ήταν για σας τ’ αγόρι;
Τι κι αν επέθανε; Κι αν ζει; Τι τάχα κι αν κοιμάται;
Μια μαυροφόρα κοπελιά που κλαίει τον καλό της-
δικός της ήταν κι ο καλός κι ο θάνατος δικός της.
ΟΙ ΞΕΓΡΑΜΜΕΝΟΙ

Ήτανε η τρίτη φορά που την είδα.
Πέρασε από μπροστά μου αγκαλιασμένη με τον εραστή της.
Με  κοίταξε.
Και διάβασα στην πρώτη σελίδα των ματιών της:

«Καταραμένο το αφτέρωτο πουλί.
Καταραμένο το αμύριστο λουλούδι.
Καταραμένος ο ανάστραφτος κεραυνός.
Καταραμένο το αφίλητο στόμα.

Ξεγραμμένοι εκείνοι που ανθούν μόνο όταν ποτίζονται με γυναίκα.
Ξεγραμμένοι εκείνοι που γι αυτούς η κοιλιά της γυναίκας γεννάει όχι παιδιά αλλά επιθυμίες.
Ξεγραμμένοι όσοι ριγούν μπρος σ’ ένα κοκαλάκι για γυναικεία μαλλιά.
Ξεγραμμένοι όσοι φλογίζονται στο άγγιγμα ενός φουστανιού.

Ευλογημένοι αυτοί που ευτυχούν μακριά από τη γυναίκα.
Ευλογημένοι όσοι μπορούν να αντικρύσουν ένα γυναικείο εσώρουχο χωρίς να λιποθυμήσουν.
Ευλογημένοι οι ηλίθιοι.
Ευλογημένοι οι χαζοί
Ευλογημένοι οι κενοί.
Ευλογημένοι oι γελοίοι.
Ευλογημένοι αυτοί που δεν μπορούν να δώσουν περισσότερα από όσα μια γυναίκα μπορεί να πάρει.
Ευλογημένοι οι διαλεχτοί των γυναικών.

Ξεγραμμένοι αυτοί που σ’ ένα κύπελλο βλέπουν το ρόδο της γυναίκας.
Ξεγραμμένοι εκείνοι που συγκλονίζονται στη θέα δυο γυναικείων ποδιών.
Ξεγραμμένοι εκείνοι  που ο θεός είναι γι αυτούς το στήθος της γυναίκας.
Ξεγραμμένοι εκείνοι που η ζωή τους είναι ένας κύκλος με  κέντρο του το γυναικείο σώμα.

Ευλογημένοι εκείνοι που αρκούνται στο γυναικείο χαμόγελο.
Ευλογημένοι όσοι μπορούν να έχουν το νου τους λεύτερο από την τυραννία της γυναίκας.
Ευλογημένοι όσοι μπορούν και συνυπάρχουν με το όχι της γυναίκας.
Ευλογημένοι οι ηλίθιοι.
Ευλογημένοι οι χαζοί.
Ευλογημένοι οι κενοί.
Ευλογημένοι οι γελοίοι.
Ευλογημένοι αυτοί που δεν μπορούν να δώσουν περισσότερα από όσα μια γυναίκα μπορεί να πάρει.
 Ευλογημένοι οι διαλεχτοί των γυναικών.

Ανίδεοι εκείνοι που λένε ότι ο θεός υπάρχει.
Γιατί θεός δεν υπάρχει.
Γιατί αν ο θεός υπήρχε δε θα υπήρχαμε εμείς.
Και δε θα ήμασταν τώρα εδώ
ικετεύοντας για ένα χάδι
ζητιανεύοντας ένα φιλί
ελπίζοντας σ’ ένα άγγιγμα
λαχταρώντας ένα βλέμμα συμπάθειας
αναζητώντας μια αιτία για να ζήσουμε
πεθαίνοντας για ένα ψίχουλο αγάπης.

Γιατί αν ο θεός υπήρχε
δε θα ήμασταν τώρα εδώ
τόσο στριμωγμένοι αλλά τόσο μακριά ο ένας από τον άλλο
τόσο γελαστοί όμως τόσο έτοιμοι να σκοτώσουμε ο ένας τον άλλο
τόσο ευγενικοί και τόσο απότομοι
τόσο γλυκομίλητοι μα και τόσο γεμάτοι δηλητήριο ο ένας για τον άλλο.

Γιατί αν ο θεός υπήρχε
δε θα ήμασταν τώρα εδώ
τόσο φτωχοί σε χαρά
τόσο γεμάτοι με θλίψη.

Γιατί αν ο θεός υπήρχε
δε θα ήμασταν τώρα εδώ
με τις τσέπες μας γεμάτες υποκρισία
με τα χέρια μας γεμάτα υποκρισία
με τις καρδιές μας γεμάτες υποκρισία.

Γιατί αν ο θεός υπήρχε
δε θα ήμασταν εδώ τώρα
κλεισμένοι πριν ανοίξουμε
βυθισμένοι πριν ανατείλουμε
ξεραμένοι πριν ανθίσουμε
μισημένοι χωρίς να έχουμε πρώτα αγαπηθεί
νεκροί πριν να ζήσουμε.

Γιατί αν ο θεός υπήρχε
δε θα ήμασταν εδώ τώρα
μόνοι.

Καταραμένος ο αριθμός που δε μετρήθηκε.
Καταραμένο το αθέριστο χωράφι.
Καταραμένη η βροχή που δεν έπεσε.
Καταραμένο το αταξίδευτο καράβι.
Καταραμένο το αχάϊδευτο κορμί».

Πέμπτη, 19 Μαΐου 2016

Ο ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΟΣ
(συνέχεια)

VII4-VII22
Πίστη σε λόγια ψεύτικα μη δώστε, γιατί διόλου
Δε θα σας ωφελήσουνε. Μη λέτε «ναός Κυρίου…
Ναός Κυρίου είναι αυτός».

Κι αν δρόμους πάρετε σωστούς κι αν τακτική αλλάξτε
Κι αν κρίνετε τις διαφορές δίκαια των ανθρώπων
Κι αν ξένον, χήρα ή ορφανό δεν τους καταπιέστε
Κι αθώο αίμα δε χύσετε σ αυτόν εδώ τον τόπο
Κι αν από πίσω από θεούς ξένους δεν περπατήστε-
Κάτι που θα σας έβλαφτε-τότε σ’ αυτό το μέρος
Θα κάνω εγώ να μείνετε, στη γη που από αιώνες
Έδωσα στους πατέρες σας για πάντοτε δική σας.

Αλλά σε λόγια ψεύτικα, σεις έχετε πιστέψει
Που ωφέλεια δε σας φέρανε. Κι είστε μοιχοί και κλέφτες.
Ψέματα ορκιζόσαστε και είστε δολοφόνοι.
Τη Βάαλ θυμιατίζατε και πήρατε από πίσω
Ξένους θεούς, χωρίς καλά να ξέρετε ποιοί είναι-
Κάτι που ειν’ άσχημο για σας. Και ήρθατε στο σπίτι
Που τ’ όνομά μου του ’δωσα, σταθήκατε μπροστά μου
Κι είπατε: δε θα κάνουμε στο μέλλον τέτοια αίσχη.
Μην είναι σπήλαιο ληστών για σας αυτό το σπίτι
Που τ’ όνομά μου του ’δωσα; Γιατί εγώ έτσι βλέπω», 
Λέει ο Κύριος. «Στη Σηλώ πηγαίνετε, στον τόπο
Που πρώτα πρώτα εγώ σ’ αυτόν έδωσα τ’ όνομά μου
Και δείτε τι έκανα εκεί για τη μεγάλη ασέβεια
Που ’χε ο λαός μου ο Ισραήλ.

Λοιπόν κι εγώ για όλα αυτά που κάνατε τα έργα-
Που σας εμίλησα κι εσείς δεν έχετε ακούσει
Που σας εκάλεσα κι εσείς δεν έχετε απαντήσει
Σ’ αυτόν λοιπόν τον τόπο εγώ που φέρει τ’ όνομά μου
Και που εσείς πιστέψατε-στον τόπο που έχω δώσει
Σε σας και στους πατέρες σας, θα κάνω εγώ τα ίδια
Που έκανα και στη Σηλώ. Θα σας καταφρονήσω
καθώς εκαταφρόνησα τότε τους αδερφούς σας-
Όλο το σπέρμα του Εφραίμ.

Και συ για το λαό αυτόν μη προσευχές μου κάνεις
Έλεος μη ζητάς γι αυτούς, μην εύχεσαι, και ούτε
Να ’ρθεις εδώ πάλι γι αυτούς γιατί δε θα σ’ ακούσω.
Ή μη τι κάνουνε αυτοί στις πόλεις του Ιούδα
Και μες στης Ιερουσαλήμ την  πόλη δεν το βλέπεις;
Ξύλα μαζεύουνε οι γιοί, τα καίνε οι πατέρες
Και ζύμη οι γυναίκες τους κάνουν να φτιάξουν πίτες
Για την ουρανιά δέσποινα. Και χοΐκές θυσίες
Σε άλλους θεούς κάνανε θεούς για να με προκαλέσουν.
Εμένα προκαλέσανε ή μόνο τους εαυτούς τους
Ώστε να ντροπιαστούν αυτοί οι ίδιοι;», λέει ο Κύριος.

Γι αυτό κι ο Κύριος λέει αυτά: «Η οργή και ο θυμός μου
Στον τόπο αυτό θα ξεχυθούν, σ’ ανθρώπους και σε ζώα 
Σ’ όλα τους τα γεννήματα και σ’ όλα τους τα δέντρα
Και θα τα κάψει αλύπητα.»

Αυτά λέει ο Κύριος: «Μαζέψτε τις θυσίες 
Και τα ολοκαυτώματα και φάτε τα για κρέας.
Γιατί προς τους πατέρες σας εκείνη την ημέρα
Που από της Αίγυπτου εγώ τους έβγαλα τη χώρα
(συνέχεια)
ΣΚΕΨΕΙΣ ΕΥΕΝΔΟΤΟΥ ΕΙΚΟΣΑΧΡΟΝΟΥ EN
AMEPIKH ΕΛΛΗΝΑ
(CAL L.A.)

Κοιτώντας στον καθρέφτη τελευταία
θαρρώ πως άνθρωπος τόσο δε μοιάζω-
πως διαφοροποιούμαι-πως αλλάζω
πως πρόσωπο και σώμα φτιάχνω νέα.

Σαν ο καθρέφτης το κορμί μου να ’ναι
και μ’ αριθμούς και γράμματα γεμίζει
κι η όψη μου που Ουάσινγκτον θυμίζει
χλευάζει τους ανθρώπους που πεινάνε.

Νομίζω γίνομαι όπως με βλέπουν
όσοι εδώ, σ’ αυτή τη χώρα ζούνε-
αυτό με πάθος που όλοι τους ζητούνε
και που όλα τους σε κείνο αποβλέπουν.

Ναι. Πράγμα θα ’μαι αύριο μεθαύριο.
Σε μία χώρα που για να υπάρξεις
την ύπαρξή σου πρέπει ν' αποτάξεις
Παράς θα γίνω-χρήμα-ένα δολάριο.
ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑ ΡΩΡΕΡΚΑΡ

Πόσο ζηλεύω αυτό το κύπελλό μου
στου τραπεζιού μου που βυθάει τη σκόνη!
Μια ηρεμία μέσα του απλώνει
που έχω καιρό να δω στον εαυτό μου.

Δεν ταξιδεύει όπως το μυαλό μου
στο χαμογέλιο σου που όλα πληγώνει.
Κι η σκέψη των ματιών σου δεν το λιώνει,
κι ουτ’ η ιδέα του στρογγυλού σου ώμου.

Πηλός κι εγώ πηλός κι η αφεντιά του.
Μα τόσο ο πόνος μου για σε μετράει
που μπαίγνιο μ’ έχει κάνει του θανάτου.

Αυτός για σένα ο πόνος θα με φάει.
Κι αυτό το κύπελλο, ως τραβάω κάτου,
πάλι αδιάφορα θα με κοιτάει.
Η Ιστορία δε γίνεται επιστήμη παρά όταν οι άνθρωποι έχουν θελήσει να διευθύνουν καθαρά την Ιστορία τους.
Χέγκελ, Φιλοσοφία της Φύσης


Από τον αληθινό αντίπαλο παίρνεις άπειρο θάρρος.
Φ. Κάφκα, Τα μπλε τετράδια

ΠΕΠΗ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ

Να κλαίει βέβαια κανείς είναι γελοίο
αφού αξία καμία δεν κακοπαθαίνει.
Aξία δεν υπάρχει πια καμία-όλες τους
όπως κι εμάς,
αφού τις βασανίσαν πρώτα, τις εκτέλεσαν.

Μπορείς να κλάψεις για καλό κάτι που υπάρχει
και συ να το ’χεις δεν μπορείς. Όμως
υγεία, ηθική, τιμιότητα, ανθρωπιά και λογική
πάνε πια.

Μία κανονικότητα μονάχα μένει γεγονότων
κάθε ημέρα ίδιων: ξύλο στις δέκα,
φάλαγγα το απόγεμα
και το βράδυ κατάβρεγμα με κρύο νερό.
Και σήμερα σαν ν' άργησαν-
Ε! Φρουροί!..
ΧΤΕΣ ΜΙΑ ΧΤΕΝΑ ΜΕΣ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣΑ

Χτες μια χτένα μες στα χέρια μου κρατούσα
τήνε χάιδευα απαλά τήνε φιλούσα
και θαρρούσα ότι μες στην αγκαλιά μου
όχι εκείνην μα εσέ είχα γλυκιά μου.

Με εκοίταζε ένας φίλος κι απορούσε
κι ας του το ’πα, να πιστέψει δεν μπορούσε
ότι μ’ έφερνε η χτένα μου κοντά σου
γιατί χτένισε μια νύχτα τα μαλλιά σου.
ΠΟΡΝΗ
ή
Η ΚΑΤΑ ΧΟΛΙΑΣΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
(έργο σε πέντε πράξεις. Εδώ η πρώτη πράξη)
(συνέχεια)

ΘΕΟΣ
(στην Εύα)
Πάρε ζωή-ο Αδάμ σε περιμένει.
(Η Εύα ζωντανεύει)

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
(στην Πόρνη)
Πάρε ζωή-ο Αδάμ σε περιμένει.
Πάρε ζωή-σε περιμένει η Πλάση.
(Η Πόρνη ζωντανεύει. Βγαίνουν ο Θεός πίσω
και η Εύα και ο Εωσφόρος μπροστά)

ΕΥΑ
(στον Εωσφόρο)
Μ’ έστειλε ο Θεός Αδάμ να σ’ έβρω.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
Καλώς τηνε. Σε περιμένω. Έλα.
(ανοίγει μια μυστική πόρτα που το άνοιγμά της
ξεχύνει σκοτάδι)
Μπες μέσα εκεί και πρόσμενε ώσπου να ’ρθω.
( Η Εύα μπαίνει πέφτοντας έτσι στα σκοτεινά χάη . Ακούγεται η φωνή της Εύας όπως πέφτοντας σε βάραθρο. Ο Εωσφόρος κλείνει την πόρτα
πίσω της και πηγαίνει πάλι στην Πόρνη)

ΠΟΡΝΗ
Ω! Τι φτεράκια τρισχαριτωμένα!
Πώς θα ’θελα εγώ να τα φοράω!
Δώστα μου κι ό,τι θέλεις από μένα...

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
Όπως σε ήθελα μού έχεις γίνει.
Αλλά δε σ’ έπλασα για τον εαυτό μου.

ΠΟΡΝΗ
Ω! Δεν πειράζει. Έλα! Φίλησέ με!
Έλα και το κορμί μου περιμένει
Χάδια ερωτικά και τα φτερά σου.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
Άκουσ’ εδώ ζωντόβολο μια κι έξω.
Τα ψέματά σου δεν περνούν σε μένα.
Είμαι ο πλάστης σου. Αν δε μ' ακούσεις
θα σε χαλάσω όπως σ’ έχω φκιάσει.
Άκου λοιπόν χωρίς να με διακόψεις.
Τη λίγη προσοχή που σου ’χω δώσει
θέλω στα λόγια μου όλη να τη δώσεις.
Kι αν δε σου μείνει άλλη δεν πειράζει.
Δε θα τη χρειαζόσουν. Λοιπόν άκου.
Κάποτε ο θεός μαζί με μένα
To άπειρο το σύμπαν κυβερνούσε.
Αλλά με πονηριές και μ’ ατιμίες
Κατάφερε από μένανε να πάρει
Όλες τις εξουσίες. Και μονάχος
Τους κόσμους από τότε κυβερνάει.
Ότι τα’ ανέχομαι όλα προσποιούμουν,
Γιατί δεν είχα τι να κάνω άλλο.
Αλλά κρυφά δουλεύω ώστε να πάρω
Από τα χέρια του την εξουσία.
Kι έχω ένα σχέδιο μέσα στο μυαλό μου
Που το περσότερο έχει γίνει πράξη.
Ο ρόλος ο δικός σου μένει ακόμα
Με τέχνη να παιχτεί για να μου δώσει
Τη δίκαια τη νίκη που μου πρέπει.
Μ’ αν συ ξεστράτιζες απ’ το σκοπό σου
Χαμένα θα ’ταν όλα. Κι όχι μόνο.
αλλά και συ μαζί τους θα χανόσουν.
Κοίτα λοιπόν τριγύρω-κι αν σ’ αρέσει
Να υπάρχεις, τότε βαλ’ τα δυνατά σου
Kι ό,τι σου πω βρες τρόπο να το κάνεις.

ΠOPΝΗ
Μ’ αρέσει-ναι, που μ’ έπλασες-μ’ αρέσει.
Kαι αγαπώ και τη ζωή και σένα.
ΕΩΣΦΟΡΟΣ
Πρέπει να μ’ αγαπάς. ’Τι σ’ έχω πλάσει…
Kαι να με λίγα λόγια το σχέδιό μου:
Μες στο μυαλό έχω βάλει των αγγέλων
κι είπανε του θεού τη γη να πλάσει.
Kαι σύντροφο γυναίκα να του δώσει.
Κι έπλασε ο θεός την Εύα. Όμως
την ίδια ώρα εγώ έπλαθα εσένα.
Kαι τη μορφή εκείνης σου ’χω δώσει.
Θεός κι Αδάμ δική τους σε θαρρούνε.
Αυτό το πιο μεγάλο σου είναι όπλο.
Τέλεια σου τα ’χω ετοιμασμένα όλα.

ΠΟΡΝΗ
Κι η Εύα;

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
Πάει αυτή. Στα σκότη εχάθη.
Δεν άκουσες πριν λίγο τη φωνή της;

ΠΟΡΝΗ
Την άκουσα και μια χαρά είχα νιώσει
Γιατ’ ήτανε φωνή φρίκης και τρόμου.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
Έτσι λοιπόν αντίζηλο δε θα ’χεις.
Μα χρόνο ας μη χάνουμε με τούτα.
Πρέπει ο θεός τις τόσες αδικίες
Που μου ’κανε, γοργά να τις πληρώσει.

ΠOPΝΗ
Αλλά εγώ ακόμα ούτε τον είδα.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
Γρήγορα θα τον δεις. Σήμερα κιόλας.
Θα τον γνωρίσεις απ' την ασκημιά του
Kι από το σκήπτρο που κρατεί στο χέρι.
Όσο για «πώς», σου ’χω τα όπλα δώσει
που δέκα θεούς μπορούνε να νικήσουν.
Στο χέρι σου καλά να τα δουλέψεις.
Λοιπόν, όταν χωρίσουμε σε λίγο,
δύσκολα ευκαιρία θα βρούμε άλλη
για να μιλήσουμε κρυφά οι δυο μας.
Ο τόπος έχει σπιούνους του γεμίσει.
Απ’ όλους τους αγγέλους τους δικούς μου
θα εμπιστεύεσαι μονάχα έναν-
Το Σαφανία, τον υπαρχηγό μου.
Kαι να το πρώτο ποιό είναι μάθημά σου.
Θα είσαι o πιστός μου υπηρέτης.
Και θα ξεχάσεις έρωτες μαζί μου.
Για τώρα αλλιώς θα με υπηρετήσεις.
Κι άκου το δεύτερο το μάθημά σου:
Ενώ είσαι κι όνομα και πράμα Πόρνη
Για το θεό και τον Αδάμ εισ’ η Εύα.
Και τρίτο μάθημα: Είν’ ο σκοπός σου
δυστυχισμένο τον Αδάμ να κάνεις
και το θεό να ρίξεις απ’ το θρόνο.
Τ’ άκουσες;
ΠΟΡΝΗ
Τ' άκουσα καλά κύριέ μου.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
Και από τώρα θα με λες Εωσφόρο.
Τράβα. Και μην ξεχάσεις ό,τι σούπα.

ΠΟΡΝΗ
(Πηγαίνοντας προς την πόρτα σεινάμενη και κουνάμενη)
Αδάμ δυστυχής-θεός δίχως θρόνο…
Αδάμ δυστυχής-θεός δίχως θρόνο...
Αδάμ δυστυχής-θεός δίχως θρόνο...
(Βγαίνει)

ΕΩΣ
Τέτοια φωτιά νερό ποιο θα τη σβήσει…
Φωτιά και κείνο θα γενεί μαζί της.
Είμαι ανεπανάληπτος. Και τώρα
να πάω. Οι άγγελοι με περιμένουν.
Δόξα στον παντοδύναμο Εωσφόρο!
(τέλος της τρίτης σκηνής και της πρώτης πράξης)
(το βιβλίο πλέον υπάρχει ολόκληρο και όποιος θέλει το παίρνει δωρεάν-όπως πάντοτε όλα τα βιβλία μου- από μένα. Τη διεύθυνσή του να μου δώσει μόνο και θα του το στείλω. Και με τα ταχυδρομικά δικά μου.)

Τετάρτη, 18 Μαΐου 2016

ΘΑΝΑΤΟΣ-2
Και δεν είναι τουλάχιστον αστείοι όσοι νομίζουν ότι βρήκαν το σκοπό αυτής της κατάστασης που λένε ζωή;
Αυτής της κατάστασης που δεν ξέρουνε από πού να τη δούνε ή από πού να την πιάσουν για να τη χειριστούν.
Τρέχουν οι άνθρωποι να δουν τα κινηματογραφικά και τα θεατρικά έργα. Δηλαδή να δούνε τι; Να δούνε υποκρισίες, που σημαίνει ψέματα. Να δούνε ανύπαρκτες καταστάσεις κάποιων φανταστικών κόσμων, να δούνε πράγματα που δεν τους προσφέρουν τίποτε.
Δεν τους αρέσει ο εαυτός τους και πηγαίνουν να δουν άλλους εαυτούς. Έστω ψεύτικους.
Μα βγαίνοντας από το θέατρο και μέχρι να βγούνε στο δρόμο, έχουν ξεχάσει ό,τι είδαν και ξαναπέφτουν στο δικό τους πάλι καλούπι καθένας.
Μα το ίδιο αξιολύπητοι είναι και οι ηθοποιοί. Διαγωνίζονται ποιος θα μπορέσει να δείξει με τη φωνή του, τις κινήσεις του κορμιού του ή τις εκφράσεις του προσώπου του ότι είναι κάποιος άλλος και μαζί πόσο μάταιο είναι ό,τι και αυτός κάνει. 
Χρόνων μάταιες σπουδές, χαμένες έτσι κι αλλιώς ζωές, με σκοπό την παραπλάνηση και τον εκτροχιασμό των ανθρώπων-θεατών.
Και ακούς κριτικούς ή γνώμες άλλων ανθρώπων να εκθειάζουν τις καταστροφικές συνέπειες του θεάτρου και του κινηματογράφου.
Και βραβεία θεσπίζονται, και γιορτές φτιάχνονται, και εκατομμύρια ανθρώπων ασχολούνται με το αντικείμενο.
Για ποιο σκοπό; Για να βλέπει κάποιος τραγωδίες που του είναι άχρηστες . Γιατί να βλέπει κανείς τον Άμλετ να αναρωτιέται να ζει κανείς ή να μη ζει, αφού και αυτός ο ίδιος έχει αναρωτηθεί  γι αυτό πριν μάθει ακόμα για τον Άμλετ;
Γιατί να μαθαίνει κανείς ότι η Αντιγόνη υπάκουσε στους άγραφους νόμους αντί στους γραφτούς, αφού όλοι και όλες θα υπακούσουν σε κάποιο νόμο θέλοντας και μη;
Και ποιος θα μας πει μετά από την παράσταση της τραγωδίας ποιος είναι ο νόμος που είναι σωστό να υπακούσει κάποιος; Στην ίδια απορία δεν μένει και μετά την παράσταση-αν υποτεθεί πως είχε κάποια απορία-ο θεατής; Ποιο το όφελος λοιπόν από την παράσταση, αυτή ή όποια άλλη;
Επειδή κάποιος Αριστοτέλης είπε ότι με την τραγωδία ο άνθρωπος «καθαίρεται» από το άγχος και τις έντονες ψυχολογικές μεταπτώσεις που τον κατακλύζουν, αυτό θα πρέπει να θεωρηθεί θέσφατο και να διατυμπανίζεται από όποιον θέλει να προσδώσει αξία σε μια ανάξια και καταστροφική πράξη, όπως είναι το θέατρο και ο κινηματογράφος;
Και καθαίρεται από το άγχος ή αποκτά ο άνθρωπος άγχος βλέποντας θέατρο;
Ποιος καθιέρωσε την δήθεν αξία του Αριστοτέλη άλλος, παρά όποιος είχε τάχα συμφέρον να το κάνει;
Για να γελάσει ή να κλάψει ο άνθρωπος έχει ανάγκη το θέατρο και τον κινηματογράφο την ώρα που κάθε μέρα γελάει και κλαίει και χωρίς αυτά;
Όχι. Ανάγκη το θέατρο και ο κινηματογράφος είναι για εκείνους που καλοζούνε από αυτά.
Και γι αυτούς ανάγκη βιοποριστική. Γιατί ας μην πάει το μυαλό κάποιου πως οι συγγραφείς, οι ηθοποιοί, οι σκηνοθέτες και λοιπά, έχουν κάποια άλλη ωφέλεια από αυτό που κάνουν.
Ως για όσους πάνε και βλέπουνε τα έργα, πόσο καλλίτερο θα ήτανε αν κοιτάζανε για πολύ λιγότερο χρονικό διάστημα ένα ρυάκι να κυλάει, ή τον ουρανό! Και από πόσα άγχη και έντονες ψυχολογικές μεταπτώσεις που τους κατακλύζουν θα ξαλάφρωναν, για λίγο έστω!
Η ζημιά που κάνει ο κινηματογράφος και το θέατρο είναι ανυπολόγιστη φορτώνοντας τον άνθρωπο με κόμπλεξ για όσα οι ηθοποιοί χαίρονται και που για κείνον είναι ακατόρθωτα και δίνοντάς του παραδείγματα για πράξεις βλαβερές για τον ίδιο ή και για άλλους. 
Η χειρότερη όμως κατάσταση στην οποία τον οδηγεί είναι η ταχύτητα με τη οποία τον μαθαίνει ότι δήθεν γίνονται τα πάντα, όταν μέσα σε ένα λεπτό του παρουσιάζεται να γεννιούνται και να πεθαίνουν αυτοκρατορίες, να περνάνε χρόνια, να πλάθονται χαρακτήρες και πόλεις, να πετυχαίνονται πράγματα που στη ζωή κανενός ανθρώπου δεν συμβαίνουν πραγματικά. Η ολέθρια βιασύνη του κόσμου και φυσικά η αναποτελεσματικότητά της να δημιουργήσει τα ίδια αποτελέσματα στη ζωή όπως τα δημιουργεί στο θέατρο και στον κινηματογράφο, είναι γέννημα του ίδιου του θεάτρου και του κινηματογράφου.
Και από όλα μένει η ικανότητα των ανθρώπων του θεάτρου και του κινηματογράφου να υποκρίνονται και να ψεύδονται.
Κινηματογράφος-θέατρο και τα παρόμοια: η αφρόκρεμα  της άκρας υποκρισίας.  Μία Τέχνη όπου η προσποίηση, η απάτη, η επιτήδευση, έχουν μπει στην υπηρεσία της αποχαύνωσης του ανθρώπου ελέω της ανάγκης να περνάει αυτός κάπως αυτός τον καιρό του.
Μήπως αυτό δεν είναι ζωή αλλά θάνατος;
ΣΚΙΖΕΣ
(CAL L.A.)

Εν’ αστεράκι λαμπερό και δυο κορφές φοινίκων
βλέπω απ' το σπίτι μου σα βγω και κάτσω στο μπαλκόνι.
Όσα σε άλλους θάματα η φύση μπρος απλώνει
τα σπίτια εμέ το κρύβουνε των άλλων των ενοίκων.

Και μαστορεύω τις κορφές για να τους δώσω ρίζες
και με τ’ αστέρι προσπαθώ έναν ουρανό να φτιάξω.
Aστείο πράγμα-γίνεται το νόμο εγώ ν’ αλλάξω;
T’ αστέρι σκότος θα γενεί κι οι κορυφούλες σκίζες.
ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑ ΡΩΡΕΡΚΑΡ

Λέω πως ίσως πρέπει να προσέχω
μήπως, για την αγάπη λέγοντάς σου
που ένιωσα σα μ’ είδε η ματιά σου,
γελοιότητας βροχή πάνω μου βρέχω-

μην ευτελίζω την καλή μου φήμη
τον πόνο λέγοντάς σου που με κόβει.
Μην η γραφή αυτή μου περικόβει
την παινεσιά που δίκια με αμείβει.

Μα τάχα ο νηστικός ντροπή θα λάβει
αν -ο φτωχός- ζητάει αποφαίδια,
ή SOS αν στέλλει αδιάκοπα καράβι
που απ’ του νερού χαλιέται τα παιχνίδια;

Ίσως. Μα προσευχές στο θεό σαν πέμπεις
ποτέ μες στο γελοίο δεν θα έμπεις.
Η Ιστορία δε γίνεται επιστήμη παρά όταν οι άνθρωποι έχουν θελήσει να διευθύνουν καθαρά την Ιστορία τους.
Χέγκελ, Φιλοσοφία της Φύσης


Από τον αληθινό αντίπαλο παίρνεις άπειρο θάρρος.
Φ. Κάφκα, Τα μπλε τετράδια


ΕΙΡΗΝΗ ΛΙΑΚΑ

Την ευχαρίστηση έχω σε πόσους άντρες δώσει!
Όλοι οι χαφιέδες της Ασφάλειας
και οι σπιούνοι της Αμάγκ
περάσαν από πάνω μου.
Αν ήμουν πόρνη θα 'χα τώρα θησαυρίσει.

Είμαι τυχερή, μου λένε, γιατ' είναι όμορφη, αλλιώς
θα ’χα πεθάνει τώρα.

Πως είμαι όμορφη το ξέρω-κουμουνιστικό άσχημο
τίποτα δεν υπάρχει.-όλες μας είμαστ’ όμορφες εδώ.

Τέλος,
απ’ τα πολλά τα σπέρματα που δέχτηκα
κάποιο
δέθηκε μέσα μου και γέννησα εν’ αγόρι.
Τώρα εκείνο βρίσκεται σε κάποιο ίδρυμα
κι εγώ εδώ να με χτυπάν και να με βασανίζουνε
και να με βιάζουν όποτε τους κάνει κέφι.
Η ΜΕΡΑ ΑΡΓΟΚΥΛΗΣΕ ΚΙ Η ΝΥΧΤΑ ΑΡΧΙΝΑ

Η μέρα αργοκύλησε κι η νύχτα αρχινά
γεμάτη πόνο, μοναξιά, σαν πίσσα αναλιωμένη
με ουρανό που προμηνά ναυάγια και φουρτούνες.
Τα ζώα ετρομάξανε και τρέμουν τα κλαδιά
και μόνη μέσα στη νυχτιά καμια ψυχή δε μένει
κι ακούς πιο κει αριά αριά να κρώζουν οι κουρούνες.
Νύχτα που κάνει σαν τρελή να πάλλεται η καρδιά σου'
νύχτα που κάνει στεναγμό τον πιο πικρό σου πόνο
και την ψυχή κάνει βαριά και το μυαλό θολώνει.
Όμως εμένα θα με δεις- τι τρέλα αληθινά-
να περπατώ στην ερημιά παντέρημο και μόνο
και να ζητώ στη σκοτεινιά εν' ανθισμένο κλώνο…
ΠΟΡΝΗ
ή
Η ΚΑΤΑ ΧΟΛΙΑΣΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
(έργο σε πέντε πράξεις. Εδώ η πρώτη πράξη)
(συνέχεια)

ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ
ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ

(Η σκηνή χωρισμένη σε δύο μισά. Το αριστερό προς τους θεατές είναι το εργαστήρι του θεού. Το άλλο του Εωσφόρου. Στον χώρο του θεού και του Εωσφόρου από ένας πάγκος με υλικά κατασκευής ανθρώπων. )

ΘΕΟΣ
Εμπρός λοιπόν. Ας πλάσω τη γυναίκα.
Χωρίς αυτήν ο Αδάμ δύστυχος θα ’ναι.
Χωρίς αυτήν ο Αδάμ χαμένος θα ’ναι.
Ας φτιάξω μια γυναίκα να τ’ αρέσει.
Ας φτιάξω μια γυναίκα να μ’ αρέσει.
Ας φτιάξω τη γυναίκα όπως πάντα
Στους λογισμούς μου μέσα την κρατούσα.
Ας φτιάξω τη γυναίκα που η μορφή της
Από παλιά τα φρένα μου δονούσε.
Ας φτιάξω τη γυναίκα που μια νέα
Στον κόσμο ολόκληρο πνοή θα δώσει.
Πνοή γεμάτη καλοσύνη θεία.
Πνοή γεμάτη θεία ευλογία.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
Εμπρός λοιπόν. Ας φτιάξω τη γυναίκα
Που στον Αδάμ τη δυστυχιά θα φέρει.
Που ο Αδάμ μ’ αυτήν χαμένος θα ’ναι.
Ας φτιάξω τη γυναίκα όπως πάντα
Στους λογισμούς μου μέσα την κρατούσα.
Ας φτιάξω τη γυναίκα που θα φέρει
To θάνατο σ’ ότι ζωή κατέχει.
Ας φτιάξω μια γυναίκα να τ’ αρέσει.
Ας φτιάξω μια γυναίκα να μ’ αρέσει.

ΘΕΟΣ
(φτιάχνει τα πόδια)
Τα πόδια να τη φέρνουν προς τον άντρα
Kι ωραία πάνω τους για να κρατούνε
Τα κάλλη και τα δώρα του κορμιού της.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
(φτιάχνει τα πόδια)
Τα πόδια για να φεύγει από τον άντρα
Και κείνος από πίσω της να τρέχει.
Και πάνω τους αυτά να κουβαλούνε
Την προστυχιά και τη βρωμιά του κόσμου.

ΘΕΟΣ
(Φτιάχνει το αιδοίο)
To άνθος που τον άντρα να ευφραίνει
και δύναμη καινούργια να του δίνει.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
(Φτιάχνει το αιδοίο)
Τ’ αγκάθι που τον άντρα θα πονάει
Και πίσω του σαν δούλο θα τον σέρνει.

ΘΕΟΣ
(φτιάχνει την κοιλιά)
Και τώρα την κοιλιά. Που θα γεννάει
Άσβηστους πόθους κι ηδονή στον άντρα.
Και πάνω της το τρέμουλο σταλάζω
Της σκοτεινής κι ατέλειωτης λαγνείας.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
(φτιάχνει την κοιλιά)
Και τώρα την κοιλιά. Κοίτη απάτης
στης ηδονής το άπατο το ρέμα.
Kαι πάνω στ’ άσπρο δέρμα της ορίζω
Προσποίηση, σκοπιμότητα και ψέμα.

ΘΕΟΣ
(φτιάχνει τα στήθη)
Τα στήθη! Στρογγυλά σαν τα oυράνια
κι άσπρα σαν τ’ άνθη πικραμυγδαλίτσας.
Κρουστά σαν τους κρυφούς τους λoγισμoύς μου.
Xρυσάφι στα ορφανά τα χέρια του άντρα.
Η πιο γλυκιά στα χείλη του οπώρα.
Kαι όλη την ουσία εντός τους βάζω
Της θείας μου της ύπαρξης. Και δίνω
Μέσα στο γάλα το μεθυστικό τους
Τη λάμψη και την πύρα χίλιων ήλιων.
Kαι του πουλιού το πέταγμα φτερώνω
Στο σείσιμό τους όταν περπατάει.
Kαι στις μικρές τους τις θηλές ριζώνω
Του πόθου το γλυκύτερο λουλούδι.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
(φτιάχνει τα στήθη)
Τα στήθη! Στρογγυλά σαν τα oυράνια
κι άσπρα σαν τ’ άνθη πικραμυγδαλίτσας.
Κρουστά σαν τον ιστό της δυστυχίας
Που θα γεμίζει η ιδέα τους τον άντρα.
Βάρος ασήκωτο στ’ αντρίκια χέρια.
Στο στόμα του φαρμακωμένο μήλο.
Και όλη την ουσία μέσα τους βάζω
της άθλιας ύπαρξής μου. Και ξεχύνω
Μέσα στο γάλα το μεθυστικό τους
Τον πόνο και την πίκρα και τη λύπη.
Και την απελπισιά μέσα πετρώνω
Σε κάθε ελπιδαπέλπιδο άγγιγμά τους.
Και στις μικρές τους τις θηλές ριζώνω
Την άρνηση και την αχαριστία.

ΘΕΟΣ
(φτιάχνει τα χέρια)
Τα χέρια. Για ν' αγγίζουνε τον άντρα
Και στα ουράνια να τόνε σηκώνουν.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
(φτιάχνει τα χέρια)
Τα χέρια. Για ν’ αρπάζουνε τον άντρα
Κι ασήκωτα να τον κρατάνε χάμου.

ΘΕΟΣ
Τα μάτια. Να κοιτάζουνε τον άντρα
Μ’ υποταγή, μ’ αιδώ και με λατρεία.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
Τα μάτια. Να κοιτάζουνε τον άντρα
Και μ’ ένα βλέμμα τους να τον συντρίβουν.

ΘΕΟΣ
To στόμα. Η μιλιά του να χαϊδεύει
Με λόγια βάλσαμο τ’ αυτιά του άντρα.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
To στόμα. Αρπαχτικό σαν του κοράκου.
Και κάθε λόγος του πηχτό φαρμάκι.

ΘΕΟΣ
Και νου βάζω στ’ ωραίο κεφαλάκι
Που να οδηγάει άσφαλτα τον άντρα
όταν εκείνος δίβουλος θα στέκει.
Κι υπακοή και πίστη το προικίζω.
Και σύνεση. Και περισσή τη γνώση.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
Κι άχερα στο κεφάλι της στοιβάζω.
Και στο χαμό να οδηγάει τον άντρα
Όταν εκείνος άβουλος θα στέκει.
Και το μυαλό της τ’ αχεροπλασμένο
Με παραλογισμό κι ανευθυνότη
Και με την προδοσία το προικίζω.

ΘΕΟΣ
Και την ψυχή της δώρα τη γεμίζω.
Δροσιά και χάρη και γλυκιάν αγάπη.
Ντροπή, φιλοτιμία κι ευγνωμοσύνη.
Τόλμη κι αγάπη για το κάθε ωραίο.
Κι ευδιαθεσία. Κι υψηλοφροσύνη.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
Και την ψυχή της δώρα τη γεμίζω.
Κακότητα κουφότητα και φθόνο.
Εγωισμό τυφλό κι αγνωμοσύνη.
Τάση κάθε καλό να καταστρέφει.
Και αναξιότητα για την αγάπη.
Και ματαιοδοξία. Και φιλαρέσκεια.

ΘΕΟΣ
Και, προσταγή μου, τούτο το κορμάκι
Να καίγεται ολόκληρο απ’ τον πόθο.
που θα τον σβει στου άντρα την αγκάλη.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
Και στο κορμί που έτσι έχω φκιάοει
Αναισθησία δίνω και ψυχρότη.
Κι όταν ο άντρας αγκαλιά ζητάει
να μη τη δίνει μα να την πουλάει.
Και το φκιασίδωμα και το στολίδι
να ’ναι η μόνη ακριβή χαρά του.

ΘΕΟΣ
( ακουμπάει το χέρι του στο κεφάλι της Εύας)
Και ονομάζω τη γυναίκα Εύα.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
( ακουμπάει το χέρι του στο κεφάλι της Πόρνης)
Και ονομάζω τη γυναίκα Πόρνη.
(συνέχεια)

Τρίτη, 17 Μαΐου 2016

Ο ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΟΣ
(συνέχεια)

VI16-VII3
Και τότε τον εξαγνισμό θα βρείτε στις ψυχές σας.
Και, «δε θα περπατήσουμε», είπαν, «σ’ αυτό το δρόμο».
Και φύλακες σας έβαλα που «τη φωνή ακούστε»
Σας έλεγαν «της σάλπιγγας». Κι είπατε «δεν ακούμε».
Και τ’ άκουσαν κι οι άρχοντες αυτό, και οι λαοί τους.
Γη τώρα άκουσε και συ. Να! Συφορές θα ρίξω
Πάνω σε τούτον το λαό-αυτό σ’ αυτούς αξίζει
Γιατί επαναστάτησαν. Γιατί σ’ αυτά που είπα
Δεν πρόσεχαν-κι απόρριψαν το νόμο το δικό μου.
Τάχα γιατί μου φέρνετε από το Σαββά λιβάνι
Κι από τα πέρατα της γης μου φέρνετε κανέλλα; 
Δεκτά δεν γίνονται από με τα σφάγια των βωμών σας
Ούτε οι θυσίες ευχάριστες που κάνετε μου είναι.
Γι αυτό και, λέει ο Κύριος, να! στο λαό ετούτο
Θα δώσω αρρώστια μια εγώ-και θ' αρρωστούν αντάμα
Και οι πατέρες και οι γιοι. Φίλος θα χάνει φίλο 
Και γείτονας το γείτονα.

Να! έρχεται από Βορρά λαός, λέει ο Κύριος,
Και έθνη θα ξεσηκωθούν από της γης τα μάκρη.
Τόξο και λόγχη θα κρατούν. Και φοβεροί θα είναι.
Κι έλεος δε θα δείξουνε. Και θα ηχεί η φωνή τους
Σαν βουητό της θάλασσας. Και θα παραταχτούνε
Σαν φλόγα πάνω στ’ άρματα και στ’ άλογα επάνω
Και, θυγατέρα της Σιών, πόλεμο θα σ’ ανοίξουν.

ΛΑΟΣ
Γι αυτούς όταν εμάθαμε μας κόπηκαν τα χέρια.
Θλίψη μας επερίζωσε και πόνοι σαν της γέννας.

Ο ΚΥΡΙΟΣ
Στους δρόμους μη βαδίζετε. Μην πάτε στα χωράφια.
Γιατί τα ξίφη του εχθρού σας έχουνε κυκλώσει.

ΙΕΡΕΜΙΑΣ
Του λαού μου θυγατέρα εσύ, με σάκο περιζώσου
Σκόρπισε στάχτες πάνω σου κι οικτρό αρχίνα θρήνο
Σαν πρόσωπο να έχασες αγαπητό. Γιατί αίφνης
Μεγάλη μία συφορά επάνω σου θα πέσει.

Ο ΚΥΡΙΟΣ
Σε όρισα δοκιμαστή ανάμεσα σ’ ανθρώπους         
Που έχουνε δοκιμαστεί. Γι αυτό μπορείς να ξέρεις
Ότι καλά εξέτασα τους δρόμους που ’χουν πάρει.

ΙΕΡΕΜΙΑΣ
Όλοι είναι ανυπάκουοι. Δρόμο στραβό επήραν.
Σίδερο είναι και χαλκός. Όλοι είναι διεφθαρμένοι.
Δεν έχει φυσερό η φωτιά. Μόλυβδος δεν υπάρχει.
Ο σιδεράς ματαιοπονεί: η κακία τους δε σβήνει.
Με χρήμα παρομοιάστε τους που αξία πια δεν έχει
Γιατί όλη την αξία τους ο Κύριος τους την πήρε.

7. Για το τέμπλο του  ναού

Όλοι  οι Ιουδαίοι ακούσετε το λόγο  του Κυρίου.
Ο  θεός και Κύριος  του Ισραήλ αυτά τα λόγια λέει:
«Αλλάξετε τους  δρόμους  σας, αλλάξτε  τις  βουλές σας, 
Και   θα σας  βάλω εγώ σ’  αυτόν  να μείνετε τον  τόπο.
(συνέχεια)
ΜΕΡΙΚΟΥΣ
ή
ΣΩΒΙΝΙΣΜΟΣ
(CAL L.A.)

Καινούργια ποιήματα με δανεικό μολύβι. Περσικό.
To μαύρο του μελάνι άραγε ποιο κρύβει μυστικό
και τι μας φέρνει από τη μακρινή πατρίδα
του Ξέρξη, του Οροφέρνη και του Δάτι και του Μίδα...

Ίσως ανάμεσα στους Πέρσες που πολέμησαν στις
Πλαταιές
να βρίσκεται κι ο πρόγονος (κι ας πέρασαν τόσες γενιές)
του πέρση που στο μαγαζί του τα μολύβια αυτά πουλάνε-
αφήσαμε και μερικούς ζωντανούς πίσω να πάνε.
ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑ ΡΩΡΕΡΚΑΡ

Να σε παινέσω; Η παινεσιά γυρίζει
και μες στου νου τις αυλακιές βυθιέται
ντροπή γεμάτη γιατί την ορίζει
αφέντης που απ’ τα κάλλη σου γελιέται
και στέλνει λέξεις να τα επαινούνε.
Κι αλήθεια ομορφιά ως τη δική σου
λέξεις ανθρώπινες πώς να την πούνε-
πώς, άγγελε επουράνιου παραδείσου;

Κάκια τα μάτια σου δε θα μου πιάσουν
καθένα αν με τον ήλιο τα συγκρίνω;
Και η αγνότη σου αν την παρομοιάσουν
με τήν αγνότη, οι λέξεις μου, του κρίνου.

Παίνεμα θα ’ταν για τα ωραία στην Πλάση
κάποιος με σένα αυτά να παρομοιάσει.
Η Ιστορία δε γίνεται επιστήμη παρά όταν οι άνθρωποι έχουν θελήσει να διευθύνουν καθαρά την Ιστορία τους.
Χέγκελ, Φιλοσοφία της Φύσης


Από τον αληθινό αντίπαλο παίρνεις άπειρο θάρρος.
Φ. Κάφκα, Τα μπλε τετράδια

ΜΟΣΧΩ ΞΑΝΘΟΥ

Μ’ έχουν μερόνυχτα άυπνη και με χτυπάνε.
Δεν ξέρω πια τι πιο πολύ πονάει-
το ξύλο; η αυπνία;

Κι ενώ με βασανίζουνε, ανοίγει η πόρτα ξαφνικά
και μπαίνει κάποιος που μ’ αρπάζει
από τα χέρια εκείνων που με δέρνουνε
με ρίχνει πάνω σ’ ένα στρώμα
και με βιάζει.
Μετά σειρά έχει άλλος… κι άλλος..,

Το κορμί μου κατάμαυρο.
Το στήθος μου ρημαγμένο. H δεξιά του ρόγα
κρέμεται κομμένη. Το φύλο μου όχι μια
παρά πολλές πληγές αιματηρές.

Τους τελευταίους βιασμούς δεν τους θυμάμαι
γιατί αμέσως μόλις με ξαπλώσουνε
πριν απ’ αυτούς βρίσκει ευκαιρία ο ύπνος
και αυτός πρώτος
με παίρνει.
18 ΜΑΗ
ΗΜΕΡΑ ΜΟΥΣΕΙΩΝ
(στίχοι για παιδιά)

Όλο το παρελθόν της ανθρωπότης
βρίσκεται αλήθεια μέσα στα μουσεία-
στη γη επάνω αυτό που έχει αξία.
μέσα εκεί καλά είναι φυλαγμένο

Του ανθρώπου εκεί υπάρχει η ιστορία.
Κι αν χίλιες λέξεις λέει μια εικόνα,
μα κάθε άγαλμα, κάθε εργαλείο,
μιλάει, μόνο αυτό, για έναν αιώνα.

Κάθε μια πόλη, κάθε χωριουδάκι,
πρέπει και το μουσείο του να έχει,
και όποιος για επίσκεψη εκεί πάει
πρώτα προς το μουσείο αυτό να τρέχει.

Μα δυστυχώς εμείς, αν κι η Ελλάδα
χιλιάδες κρύβει θησαυρούς στο χώμα,
μουσεία δεν έχουμε ούτε για όσα
στο φως του ήλιου εβγήκανε ως τώρα.

Ζητείστε απ’ την κυβέρνηση παιδιά μου
να κάνει γρήγορα ό,τι φροντίδα
έπρεπε ασίγαστη να έχει πρώτη:
να φτιάξει δεύτερη μία πατρίδα

με όσα, όχι πάνω είναι στο χώμα
μα μ’ όσα όμορφα κι ευλογημένα
εφτιάξαν οι σπουδαίοι πρόγονοί μας
και μες στο χώμα βρίσκονται ακόμα.
ΕΣΤΟΛΙΖΟΝ ΤΟΝ ΤΑΦΟΝ ΤΟΥ ΡΟΔΩΝ ΣΚΙΑΙ

Εστόλιζον τον τάφον του ρόδων σκιαί
που εις πλησίον μνήμα εφύτρωνον.

Αυτό πολύ του εκακοφαίνετο
διότι ήλπιζεν ο θάνατος πως εξισώνει
και πως αφότου σφραγισθούν τα χείλη
ουκ ένι πλέον δούλος ουδ’ ελεύθερος,
άρσεν και θήλυ.

Κι αν άρσεν δε τον πείραζε να παραμείνει
Όμως τον επηρέαζεν η διαφορά εκείνη:
δε θα μπορούσε άραγε
εις αυτού τον τάφον να ανθούν τα ρόδα;
Μα δεν βαριέσαι
δεν άλλαξε εις ολόκληρον ζωήν-
στον θάνατον θα άλλαζεν η μόδα;
ΠΟΡΝΗ
ή
Η ΚΑΤΑ ΧΟΛΙΑΣΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
(έργο σε πέντε πράξεις. Εδώ η πρώτη πράξη)
(συνέχεια)

ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ
ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
(μόνος)

Όταν ακόμα δεν υπήρχε ο κόσμος,
Όταν ακόμα όλα χαμένα ήταν
Μες στην ανυπαρξία και στο κενό τους,
Προτού ακόμα ούτε το σκοτάδι
Ούτε η ευφροσύνη του να είναι,
Σαν μες στο Τίποτα δυο Εικασίες
Ακόμα ατέλεστες αναπαυόνταν
OΙ σπόροι του Απείρου και του Αιώνιου:
Η σκέψη του θεού και η δική μου.
Ώσπου η μια τραβώντας προς την άλλη
αγγίξανε. Και τότε αρχίσαν όλα.
Οι δυο οι Βούλησές μας ορθωθήκαν
Kι άρχισε καθεμιά τους να προβλέπει
και να σχεδιάζει την τροχιά του Χρόνου
Μες στους βαθιούς τους Κύκλους του Απείρου.
Αλλ’ απ’ τα πρώτα κιόλας βήματά μας
Κι οι πρώτες μας φανήκαν διαφωνίες.
Όλα εκείνος τα ’θελε με τάξη-
Άψογη ευθεία την τροχιά του Χρόνου,
Τους κύκλους ένα κέντρο μόνο να ’χουν
κι όλα κάποια τροχιά ν' ακολουθάνε.
Και σ' ό,τι εκαταπιάστηκε από τότε
Αρμονικό και σύμμετρο το θέλει.
Εγώ την αταξία θέλω σ' όλα.
Τo ανακάτωμα και την αμάχη.
Δεν ήθελα ο Χρόνος μιαν ευθεία
Ράθυμα και ανούσια να χαράζει
Και τα κομμάτια του ν’ ακολουθάνε
Τo ένα τ’ άλλο σαν σε λιτανεία.
Τον ήθελα να στρέφει και να σπάζει,
Ν’ ανακατώνεται και να λυγίζει
Kι άσκοπα μπρος και πίσω να πηγαίνει
Χωρίς συνέπεια και χωρίς συνέχεια.
To Απειρο εγώ το ’θελα να ’ναι
Πολλές μικρές γωνιές και καθεμιά τους
Στην άλλη να χτυπά. Κι ό,τι στη μία
Θα γίνεται, τ’ αντίθετο στην άλλη.
Κι η αρμονία που με αηδιάζει
θέση στους Κόσμους μου καμιά δε θα ’χε.
Μα υπερίσχυσε η δύναμή του
Κι όπως αυτός τα θέλει, τα ’χει κάνει.
Εμένα απόμερα με είχε βάλει
Κι αμέτοχον σε όλα με κρατούσε.
Kι όταν τις λεγεώνες των αγγέλων
Έφτιαξε, μόλις που άφησε κι εμένα
Να πλάσω μερικούς που να μου μοιάζουν.
Γιατί το ήξερε πως δεν μπορούσε
Σ’ ένα μεγάλο θέμα όπως εκείνο
Και τη δική μου ν’ αγνοεί εξουσία.
Κι έβαλα τους αγγέλους μου και του ’παν
Κι έφτιαξε ύλη και μ’ αυτή τον κόσμο.
Αλλά κι εδώ έκανε τα δικά του.
Τα σχέδια τ’ άλλαξε που του ’χαν πάει
Kι όλα και πάλι άνοστα γινήκαν.
Μα κάτι πρέπει να ’χω και δικό μου-
Κάπου το στρατηγείο μου θα πρέπει
Κι εγώ να στήσω. Θέλω να ορίζω
Κι εγώ μία γωνιά σ’ αυτό τον κόσμο.
Αυτός ο κήπος είναι ότι πρέπει
Κι αυτόνε στο μυαλό μου έχω βάλει
για βασίλειό μου και για ορμητήριο
για τις επόμενές μου τις κινήσεις.
Ποτέ δεν πρόκειται να ησυχάσω
Τη δύναμη απ’ τα χέρια του αν δεν πάρω
Και μες στον κόσμο αν δεν αφεντέψω.
Νομίζω αρκετά τον έχω αφήσει
Να κάνει το δικό του. Η σειρά μου.
Και δε βαδίζω στα τυφλά. Έχω κάνει
με το μυαλό το εωσφορικό μου
αλάνθαστο ένα-ένα τέλειο σχέδιο:
Την ώρα που θα φτιάχνει τη γυναίκα
Δίπλα του εγώ θα φτιάχνω τη δική μου
Χωρίς εκείνος βέβαια να το ξέρει.
Εβαλα κι έκανε ο Σαφανίας-
Ο πιο έμπιστος απ’ όλους άγγελός μου-
Στου θεΐκού σπιτιού τον δώθε τοίχο
Μία τρυπούλα, που απ’ αυτήν θα βλέπω
Πώς ο θεός θα πλάθει τη γυναίκα
Και τη στιγμή την ίδια θα σκαρώσω
Και τη δική μου-τη σωστή γυναίκα.
Κι αυτήν αυτί της άλλης θα προσφέρω
Για φάρμακο στου Αδάμ τη δυστυχία.
Με όχημα εκείνην θα μπορέσω
του θεού την εξουσία να γκρεμίσω.
Μα να! O Γαβριήλ βλέπω να φτάνει.
Και σκεπτικό τον βλέπω να βαδίζει.

ΓΑΒΡΙΗΛ
Τι ήτανε πάλι, αυτή σου η ιδέα
για σύντροφο του Αδάμ- τι έχεις στο νου σου;

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
Γαβριήλ πολύ παράξενα με βλέπεις.
Εσύ πες τι έχεις βάλει στο μυαλό σου.

ΓΑΒΡΙΗΛ
Ξέρεις καλά. Νομίζω ετοιμάζεις
Κάτι κακό μ' αυτή την πρότασή σου.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
Αλλά, Γαβριήλ, φιλύποπτος μην είσαι.
Τόσοι καιροί περάσαν από τότε
Που πάψαν με το θεό οι διαφορές μου.
Kαι από τότε ζούμε αγαπημένα
Εγώ κι αυτός, και σεις από κοντά μας.
Νικήθηκα. Κι απόφαση το πήρα
Πως ένας άγγελος κι εγώ θα είμαι.

ΓΑΒΡΙΗΛ
Στην τάξη δεύτερος μετά ’πο μένα.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
Μα σ όλα τα υπόλοιπα ο πρώτος.
Και πρώτα στο μυαλό. Έχω ιδέες
Που στη δική σου θέση θα βρισκόμουν
Αν ο πανάγαθος δεν με φοβόταν.

ΓΑΒΡΙΗΛ
Θεός και να φοβάται; Πώς και σου ’ρθε;

ΕΩΣΦΟΡΟΣ Τότε γιατί τις εξουσίες όλες
Μου πήρε από τα χέρια μου αφού ξέρει
Καλλίτερος απ’ όλους σας πως είμαι;

ΓΑΒΡΙΗΛ
Κι αν συμφωνήσω προς στιγμήν μαζί σου
Πως είσαι πράγματι καλλίτερός μας,
Αυτό δε δείχνει φόβο, μα φροντίδα.
Κανέναν δε θ’ αφήσει να χαλάσει
Ό,τι με τόση αγάπη έχει φτιάξει.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
Και ποιός θα του το χάλαγε; Ποιος είναι
Που θα ’θελε μαζί του να τα βάλει;

ΓΑΒΡΙΗΛ
Όποιος τη δύναμη θαρρεί πως έχει.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
Οι περισσότεροι άγγελοι δικοί του.
Κι αυτοί έχουν τις καλλίτερες ρομφαίες.
Σε μας τις άχρηστες έχει δοσμένες.
Μπορεί αυτός λοιπόν να κινδυνέψει;

ΓΑΒΡΙΗΛ
Φτάνει που θα ’μπει μόνο στον αγώνα.
Θα ’ναι και τούτο μια ταλαιπωρία
Και μία έγνοια μες στις τόσες άλλες.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
Όχι Γαβριήλ. Αυτά περάσαν πλέον.
Η δύναμή μου όλη υποταγμένη
Στη θεία δύναμη. Κι αυτό το ξέρεις.
Τη γνώμη μου όμως όταν μου ζητάει
δεν πρέπει να τη δίνω από φόβο
Μη κάποιος σαν και σένα δυσφορήσει;
Γαβριήλ έχω μυαλό ανώτερό σου
Κι ανώτερο απ’ όλων των αγγέλων-
Έχω μυαλό ισάξιο του θεού μας.
Kι απόδειξη για τούτο είναι ότι
Πολλές μου συμβουλές πράξη τις κάνει.
Τι το κακό μπορείς να βρεις σε τούτο;

ΓΑΒΡΙΗΛ

Τίποτα αλήθεια όπως τα λες. Και ούτε
Η παντοδυναμία του θεού μας
Μπορεί να κινδυνέψει από σένα.
Όμως εμέ που μέσα στις δουλειές μου
είναι και το να ξέρω τι σκαρώνεις,
Και που από πείρα ξέρω πώς δουλεύει
και πόσο βρώμικος είναι ο νους σου,
Πάντα με υποψίες με γεμίζει
Κάθε καινούργια σου πρωτοβουλία.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
Α! Γαβριήλ! Έναν πιστό ας είχα
κι εγώ καθώς εσένα έχει εκείνος...

ΓΑΒΡΙΗΛ
Λέω πως δε σου λείπουν οι πιστοί σου.
Μόνο που βέβαια δεν το φανερώνουν.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
Τη γνώμη δεν μπορώ να στην αλλάξω-
Δε σου την άλλαξα αιώνες τώρα.
Να σε ρωτήσω μόνο θέλω τούτο:
Είναι καλή η ιδέα μου-δε βρίσκεις
Να ’χει ένα σύντροφο ο Αδάμ στον κόσμο;

ΓΑΒΡΙΗΛ
Καλό το βρίσκω μα απαραίτητο όχι.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
Πώς όχι; Δεν τον είδες πόσο πλήττει;

ΓΑΒΡΙΗΛ
Και μ' άλλες ασχολίες θα μπορούσε
Τις άδειες του τις ώρες να γεμίζει.
Τόσα μπορούσανε άλλα να γίνουν.
Μ’ αφού απόφαση ο θεός το πήρε
παύει εμένα να μου πέφτει λόγος.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
Τώρα μιλάς σωστά. Τώρα στη θέση
Στέκεις αληθινά που σου αξίζει:
Εμείς διατάζουμε, σεις υπακούτε.

ΓΑΒΡΙΗΛ
Φεύγω γιατί θα τσακωθούμε αν μείνω.
Πάντοτε οι καλοί θα υποχωρούνε.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
Τότε ειμ' ο άγγελος της καλοσύνης.

ΓΑΒΡΙΗΛ
Μάλλον ο υπηρέτης της ανάγκης.

(τέλος της δεύτερης σκηνής της πρώτης πράξης)
(συνέχεια)

Δευτέρα, 16 Μαΐου 2016

Ο ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΟΣ
(συνέχεια)

 VI4-VI15
ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ
Ενάντια τους για πόλεμο-εμπρός-ετοιμαστήτε.
Σ’κωθείτε κι ας ανέβουμε πάνω της μεσημέρι.

Ο ΛΑΟΣ
Αλίμονό μας. Έγειρε το πρόσωπο της μέρας.
Οι σκιές της πάνε- χάνονται.

ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ
                                                 Εμπρός λοιπόν, σ’κωθείτε
Κι ας την ξεθεμελιώσουμε ορμώντας της τη νύχτα.
Γιατί έτσι λέει ο Κύριος.

Ο ΚΥΡΙΟΣ
                                          'Ρημώστε  τη  από  δέντρα.
Ορμήστε στην Ιερουσαλήμ μ'   όλη  τη  δύναμή  σας.
Ψεύτικη  πόλη.   Πάνω  της  όλη  η   τυράγνια πέφτει.
Όπως ο λάκκος  το  νερό κρυώνει, έτσι και κείνη
Την κρυώνει  η  αμαρτία της. Η  δυστυχία κι  η  ασέβεια  Παντοτινοί της σύντροφοι.

Με  βούρδουλα Ιερουσαλήμ και  πόνους  συμμορφώσου
Γιατί   θα πάρω  μακριά από   σένα την  ψυχή   μου.
Πρόσεχε  μη  ακατοίκητη  κι   έρημη   γη   σ’   αφήσω.
Γιατί   έτσι  λέει   ο Κύριος: καθώς  όσοι   τρυγάνε
Γυρίζουνε  τα χέρια τους πάνω από  το καλάθι
Το   ίδιο κάνοντας και  σεις, ως κι απ’  τ’   αποτρυγίδια
Το Ισραήλ  γυμνώστε   το.

ΙΕΡΕΜΙΑΣ   
                                              Σε  ποιόνε  να μιλήσω;
Σε  ποιόν  να παραπονεθώ κι   εκείνος  να μ’   ακούσει;
 Γιατί αυτιά έχουν άπιστα και   δεν  μπορούν ν'  ακούνε.
Μια κατηγόρια είναι  γι  αυτούς ο λόγος  του Κυρίου-
Δε  θέλουνε  να τον ακούν.

Ο ΚΥΡΙΟΣ
Κι έχω γεμίσει από θυμό, γιατί τόνε κρατάω
Και δεν τους εκατάστρεψα ν’ αφανιστούν τελείως.
Σε νέους και σ’ ανήλικα όμως θα τον ξεχύσω
Και θα πιαστεί απ' αυτόν μαζί κι ο άντρας κι η γυναίκα,
Μεσόκοποι και γέροντες. Και σπίτια και χωράφια,
Και οι γυναίκες τους μαζί, σε άλλους θα δοθούνε.
Γιατί το χέρι μου εγώ-να!-πάνω απ' τους ανθρώπους
Που κατοικούν σ’ αυτή τη γη θ’ απλώσω, είπε ο Κύριος.
Γιατί από τον πιο μικρό μέχρι τον πιο μεγάλο
Όλοι ανομίες κάνανε. Μια απάτη ήταν όλοι.
Ψευτοπροφήτες κι ιερείς. Στον άρρωστο λαό μου
φέρονταν σαν ασήμαντη να ’ταν η αρρωστιά του.
Και, "ειρήνη.. ειρήνη…», έλεγαν. Μα που ’ναι η ειρήνη;
Ντράπηκαν γιατί αστόχησαν. Αλλά και η ντροπή τους
Πραγματική δεν ήτανε. Το αίσχος τους δεν το ξέρουν
Γι αυτό και όταν πέσουνε για τα καλά θα πέσουν.
Κι όταν εγώ θα ’ρθώ εκεί, εκείνοι θα χαθούνε,
Είπε  ο Κύριος.

Κι είπε ακόμα ο Κύριος: Σταθείτε και κοιτάξτε
Ποιοι είναι οι αιώνιοι οι δρόμοι του Κυρίου.
Βρείτε το δρόμο τον καλό και πάνω του βαδίστε.
(συνέχεια)
ΒΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΝΟΤΙΑΣ
(CAL L.A.)

Ποτέ δεν έμαθα πού ειν’ ο Νότος και ο Βορράς
ή απ’ τους αέρηδες βοριάς ποιος είναι και ποιος νοτιάς.
Πως ειν’ οι μέρες αντιλαμβάνομαι νοτινές
όταν μαζεύονται τα παλιόχαρτα στις γωνιές.
Και-φίλε μου άκου!-αυτό συμβαίνει κι εδώ κι εκεί-
για όσους δεν ξέρουνε: και σ’ Ελλάδα κι Αμερική.
ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑ ΡΩΡΕΡΚΑΡ

Όντας γιατρός έχω αρρώστιες τόσες
γιατρέψει, που ως προχτές μόνο θαρρούσα
ότι κι εγώ ατός μου αν αρρωστούσα
θα γιατρευόμουν τόσες που ’χω γνώσες.

Μα τούτη η αρρωστιά που ’χω αρρωστήσει
δε λέει να μου περάσει ό, τι κι αν κάνω
και φάρμακο στο φάρμακο επάνω
άχρηστα γιατρικά έχω γεμίσει.

Σκέψης νυχτιές και λογικής κραιπάλη
λες θέλουνε κι αυτές να με παιδέψουν-
δε στέργουν την αγάπη τη μεγάλη
για σένα που με καίει να μου μερέψουν.

Xωρίς αξία όλ’ αυτά μού μένουν
και τις πληγές που μου άνοιξες βαθαίνουν.
Η Ιστορία δε γίνεται επιστήμη παρά όταν οι άνθρωποι έχουν θελήσει να διευθύνουν καθαρά την Ιστορία τους.
Χέγκελ, Φιλοσοφία της Φύσης


Από τον αληθινό αντίπαλο παίρνεις άπειρο θάρρος.
Φ. Κάφκα, Τα μπλε τετράδια

ΑΝΘΟΥΛΑ ΠΑΛΗΚΑΡΙΔΟΥ

Με βιάσανε μπροστά στα δυο παιδιά μου.
Μπροστά μου εκτελέσανε τον άντρα και τον αδερφό μου.

Δυο μέρες ύστερα απ’ τις εκτελέσεις
με καταδίκασαν σε θάνατο. 

Είναι γιατί με λυπηθήκαν τάχα
ή γιατί νομίζουν
ότι ο θάνατος κακό θα ’ναι για μένα κάτι;
"ΣΑΝ ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΑ ΤΟΥ ΚΑΜΠΟΥ- 
  
"Σαν τα λούλουδα του κάμπου- δες με", μου ’λεγες, "δεν μοιάζω;
Ποθητή ωσάν και κείνα και δροσάτη δεν φαντάζω;
Δεν θυμίζουν τα δικά μου τα γλυκά τα χρώματά τους
και τη μέθη δε σου δίνω που σου φέρνει τ’ άρωμά τους;
Μη στη χάρη με περνούνε; Σαν και κείνων δε σε φέρνει
η θωριά τους σ' άλλους τόπους; To μυαλό δεν σου το παίρνει
του προσώπου μου η γλύκα; Η ψυχή σου, πες, δε χαίρει
αν κρατάς ίδια εκείνα ή εμένα από το χέρι;"
Και ν’ ακούσεις εποθούσες τρελλοκόριτσο μικρό
με του κάμπου τα λουλούδια ότι μοιάζεις να σου πω.
Κι ας θαρρούσα ότι ήσουν όχι αυτό μα κάτι άλλο
κι απ’ τα λούλουδα μ’ ακόμα κι απ’ τον κάμπο πιο μεγάλο 
όταν ναι σου απαντούσα ξέχναγες τη συφορά
που θα ’ρχόταν κάποια μέρα να μας κλέψει τη χαρά.
Γιατί έτσι κάποια μέρα αγαπούλα μου χρυσή
σαν τα λούλουδα του κάμπου εμαράθηκες και συ.
ΠΟΡΝΗ
ή
Η ΚΑΤΑ ΧΟΛΙΑΣΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
(έργο σε πέντε πράξεις. Εδώ η πρώτη πράξη)
(συνέχεια)



ΓΑΒΡΙΗΛ
Λοιπόν...δεν είμαι ο μόνος που τον είδα.
Μαζί μου ήτανε κι o Εωσφόρος.
Και μου ’πε πως κι αυτός έχει προσέξει
Πως, λέει, ο Αδάμ στενοχωριέται.
Αν είναι δυνατόν... Στον κήπο μέσα...

ΘΕΟΣ
Να ξέρεις δεν μπορείς-εσύ ’σαι πνεύμα-
πώς σκέπτεται ο Αδάμ ο χωματένιος.
Και μην ξεχνάς ότι θεός δεν είσαι.
Κράτα λοιπόν τα συμπεράσματά σου
και τις εκπλήξεις για τον εαυτό σου.
Θέλεις-μάλλον μπορείς- να με βοηθήσεις;
Τί άρχισες τις ιστορίες πάλι;
Περιορίσου σ’ ό,τι σου ζητάω.

ΓΑΒ
Αυτό κάνω θεέ. Κι αν τον Εωσφόρο
Στην ομιλία μου έχω αναφέρει
Είναι γιατί μου είπε πως γνωρίζει
τι λείπει απ’ τον Αδάμ και πως εκείνος
Μπορεί να βρει στο πρόβλημά του λύση.
Μα σημασία δεν του είχα δώσει.
Ούτε τον ρώτησα τι εννοούσε.
Όμως με κάλεσες εσύ και βλέπω
Πως θεία είναι βούληση δικιά σου
Να διώξεις του Αδάμ τη στενοχώρια.
Γι αυτό το θάρρος παίρνω και στο λέω.

ΘΕΟΣ
Τράβα λοιπόν να μου τόνε φωνάξεις.


ΓΑΒΡΙΗΛ
Πηγαίνω.
(βγαίνει)

ΘΕΟΣ
(μιλώντας στον εαυτό του)
Αν και δεν του ’χω εμπιστοσύνη
Μα το μυαλό του κατεβάζει ιδέες.
Αλήθεια, αυτός μπορεί να με βοηθήσει.
Μα όμως πρέπει και να τον προσέχω-
όποτε δυσκολίες είχα κάπου
Αυτός για όλα ήταν η αιτία.
Και ύστερα μου ζήταγε συγγνώμη.
Κι εγώ τι- να ’κανα... τον συγχωρούσα.
Και τώρα ακόμα που ’πλαθα τον κόσμο
Συνέχεια ερχότανε και μου γινόταν
Στο πλάσιμό του για να με βοηθήσει.
Δεν του το επέτρεψα γιατί εφοβόμουν
πως κάποια ζαβολιά θα μου σκαρώσει.
Και τον κυνήγησα. Όμως δε θέλω
Και από σύμβουλό μου να τον χάσω.
Μα να ’τον που ’ρχεται! Γεια σου Εωσφόρε!

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
Θεέ μου χαιρετώ. Στις διαταγές σου.

ΘΕΟΣ
Έχεις προσέξει ο Αδάμ πως πλήττει.
Μου το ’πε ο Γαβριήλ. Και μου ’πε ακόμα
Πως κάποιο σχέδιο έχεις στο μυαλό σου
Που την ανία του θα θεραπεύσει.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
Είναι πολύ απλό.
(στον Αδάμ)
                              Έχεις προσέξει
Αδάμ, ότι φορές φορές τα ζώα
Το ’να με τα’ άλλο σμίγουν και κολλάνε,
Και λίγο μένουν έτσι πριν χωρίσουν;
Και μετά λίγες ώρες ή και μέρες
πάλι συσμίγουνε-πάλι κολλάνε;

ΑΔΑΜ
Ναι. Το ’χω δει. Λοιπόν και τι με τούτο;

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
Αυτή ’ναι όλη τους η ευτυχία.

ΑΔΑ
Δεν είν’ αλήθεια αυτό που λες. Γιατί έχω
Πολλές φορές κι εγώ επάνω ανέβει
Σε ζώα ένα σωρό, και άλλα τόσα
παίρνω στην αγκαλιά μου και χαδεύω.
Τα σφίγγω και με σφίγγουνε, μα όμως
Καμία ευτυχία έτσι δε νοιώθω.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
Αδάμ Αδάμ δουλεύει το μυαλό σου
Μα όχι όπως πρέπει. Είδες ποτέ σου
Αγκαλιασμένο λύκο με λιοντάρι;
Είδες ελέφαντα πάνω σ’ αρκούδα;
Αδάμ τα ζώα ίδια πρέπει να ’ναι
Να νιώσουνε αν θέλουν ευτυχία
Με το σφιχτό εκείνο αγκάλιασμά τους.

ΑΔΑΜ
Πρέπει λοιπόν το θεό μας ν’ αγκαλιάσω;
Μόνος αυτός μου μοιάζει απ’ όλα γύρω
Τα ζωντανά τα πλάσματα που βλέπω.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
Όχι Αδάμ. Δεν είναι ο θεός μας
Εκείνος που θα πρέπει ν' αγκαλιάσεις.
Πρέπει να είναι κάποιος σαν και σένα.
Δηλαδή όχι ακριβώς. Ας πούμε
περίπου σαν και σένα. Κι εξηγούμαι:
Αυτό το χωματένιο το κομμάτι
Που κουβαλάς ανάμεσα στα σκέλια
Πολλές φορές δε μεγαλώνει τόσο
Που σ’ εμποδίζει και να περπατήσεις
Και που δεν ξέρεις πώς να το βολέψεις; 

ΑΔΑΜ
Αλήθεια ναι. Μεγάλο δίκιο έχεις.
Και κάπου θέλω να το βάλω μέσα.

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
Νάτο λοιπόν. Για τούτο και τα ζώα
Κολλούν το ’να με τ’ άλλo-γιατί θέλουν

Μέσα το ένα στ’ άλλο έτσι να βάλει
Τo πράμα που όπως συ έχουν καθένα.
Μα πρόσεξε! Το ζώο που θα βάλεις
Μέσα του το κομμάτι το δικό σου
Μορφή και όψη σαν και σένα θα ’χει,
Μα εκεί που συ αυτό το πράμα έχεις,
Εκείνο μία τρύπα θα ’χει αντίς του,
για να μπορείς συ μέσα της να βάζεις
Τo πράμα αυτό σου όταν μεγαλώνει.
Κι αυτή θα ’ν' όλη σου η ευτυχία.
Έτσι θα πάψεις να στενοχωριέσαι
Κι η Φύση ωραία τότε θα σου μοιάζει
Και πάντα αχόρταγα θα την κοιτάζεις.

ΘΕΟΣ
Λες πως γυναίκα ο Αδάμ γυρεύει…

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
Τι άλλο θε’ μου; Φανερό το πράγμα.

ΑΔΑΜ
Αλήθεια αυτό το πράγμα εδώ πέρα
Σα μεγαλώνει μ’ ενοχλεί θεέ μου.
Καλά τα λέει ο Εωσφόρος. Κόψ ’το.
Έτσι κι εγώ την ησυχία μου θα ’βρω
Χωρίς κι εσύ σε βάσανα να μπαίνεις
Να κάθεσαι και ταίρι να μου φτιάχνεις.

ΘΕΟΣ
Όχι Αδάμ. Αυτή δεν είναι λύση.
Αν κάτι μοναχά έχω να κάνω
είναι αυτό που είπε ο Εωσφόρος.
Αφήστε με! Φευγάτε! Θα δουλέψω!

ΕΩΣΦΟΡΟΣ
Μπορώ να σε βοηθήσω...

ΘΕΟΣ
Φύγε είπα!
(Όλοι εκτός από το Θεό βγαίνουν βγαίνουν.)
Αυτό που θα ’κανα μου ’πε να κάνω.
Αυτό που έλεγα πως θ’ αποφύγω…
Δαιμόνιος. Μα του κόβει το ξερό του.


(τέλος της πρώτης σκηνής της πρώτης πράξης)
(συνέχεια)