Κυριακή, 6 Μαρτίου 2016

 ΝΥΧΤΑ 9-10-98
L. A. CALIFORNIA

ξέρετε πόσα καράτια έχει η ξενιτιά;
είκοσι τέσσερα
ξέρετε πόσες είναι οι έξοδοι κινδύνου της;
δεν έχει.

ο βρόχος ταλαντεύεται σε κάθε αγεροφύσημα μέσαθέ του περνάνε πουλιά με δυσανάγνωστα ονόματα σε ταυτότητες φθαρμένες κουβαλώντας στο φτερό τους ό,τι φανταστείς μερικά ξεκουράζονται πάνω στο σκοινί όπως σε νησί όταν μεταναστεύουν τότε το ταλάντεμα παίρνει άλλον ρυθμό που ως να προλάβει να στεριωθεί κι αυτός οι δυο εικόνες ζαλίζουνε το μάτι και θολώνουνε το νου τέτοιο ταλάντεμα μπορεί ακόμα να το προκαλέσει ένα κουφέτο ή το κλάμα ενός μωρού-πράγματα τόσο τραγικά στη βαθιάν ουσία τους, όσο καλόδεχτα στο μασκάρεμά τους
ο ξενιτεμένος κοίταξε πάνω από πρόσωπα και ιδέες στον χώρο που το Τίποτα απλώνει-κι είδε μέσα του σπόροι εφιαλτικοί και τερατώδεις να πλανιόνται, φαντάσματα ακόμα αγέννητων μορφών
και «μορφές» διάβαζες πάνω τους και «σπίτια» και «γράμματα», κι ένα σαν μέσα σε αχλύ κρυμμένο σπέρμα «Λόγος» έγραφε πάνω του διστακτικά
βέβαια το να τρέξει κανείς για να ξεφύγει είναι η πρώτη σκέψη όμως πού να πας-τα χέρια πίσω δεμένα, τα πόδια ξέψυχα και-λες και χρειαζότανε κι αυτό- απέραστη μπροστά του η θάλασσα
ο θάνατος ειν’ ένα άγριο σκυλί αν δεν του πετάς που και που καμιά πέτρα να φοβηθεί ν’ αναμερίσει, θα σε φάει
και η ζωή καλή είναι έχει τις παγίδες της τις ορέξεις τους διαλογισμούς της τα νεύρα της καμιά φορά, στο βάθος δεν είναι μεγάλη συφορά να είσαι ζωντανός οι χάντρες στον σκοτεινό της λαιμό λάμπουν σαν μπάλες πολύχρωμες σε πανηγύρι το γέλιο της δεν είναι πάντοτε σαρκαστικό και το σακούλι των ελπίδων της ξέχειλο-απλώνεις και παίρνεις όσες θέλεις-ασυλλόγιστα
τώρα θα πεις γιατί μιλάει έτσι για τη ζωή πρώτα δεν κινδυνεύει να τον ακούσει κι ύστερα ας ειπωθούν για λόγου της και μερικές αλήθειες
δε θρέφει ο καρπός τη ρίζα αλλά η ρίζα τον καρπό οι χυμοί στα τριχοειδή ανεβαίνουν δεν κατεβαίνουνε τα κύματα του ατλαντικού στέλνουν τον αφρό τους κατά τον άλλο κόσμο-ο αέρας φυσάει δυτικά αυτά όλα είναι ξένα για τα ρομπότ που ροκανίζουν ανθρώπους και για το Χρόνο που άνετα ροκανίζει και τους δυο
στιγμιότυπα: «θυμάσαι τις χάντρες;» «όχι» «καλά γιατί δεν υπήρχαν χάντρες» άλλο: «ο κύριος βαρόνος έχει επιληψία» «αλήθεια;» «δεν ξέρω ο κύριος βαρόνος δεν έχει επιληψία μα να πούμε κάτι…»
α! τυχεροί που είμαστε που δε μιλούν οι πεθαμένοι-που δεν έχουνε φωνή που ν’ ακούγεται από τ’ αυτιά μας και που όταν με το στόμα το δικό τους κάτι πούνε μόνον οι άλλοι πεθαμένοι τους ακούν και ακόμα ζωντανοί κάποιοι που εντός τους σέρνουν πεθαμένους
οι αρμοί του κόσμου σκουριάζουν οι ρόδες του φθείρονται οι κήποι του γεμίζουν αγκαθερά ξερόχορτα Σκουριά, Φθορά, Ξέρα λίγα βρύα μόνο πάνω τους θυμίζουν ζωή 
όλα καλά μα να φεύγεις ηττημένος-αυτό μετράει-έξω κι αν η ήττα είναι νίκη
κλειστός ουρανός κλειστές λέξεις κλειστά νοήματα-όχι νοήματα πώς να καταλάβεις; ανηφόρες, πείνες, αποχωρισμοί, ερείπια πώς ν’ ανασάνεις;
έλα λοιπόν εδώ να δεις πώς ζούμε, να δεις πώς από μια κλωστή μονάχα κρατημένοι σεργιανάμε με καμάρι τη ζωή μας, απλώνοντας ψηλαφητά το πόδι σα σε ναρκοπέδιο, μη  σκοντάψουμε και πέσει η ζωή μας και τη χάσουμε-τη μοναδική
έλα λοιπόν εδώ χωρίς άργητα μας προλαβαίνεις δε μας προλαβαίνεις γιατί όλα εδώ είναι ανάποδα φτιαγμένα τα σκοτάδια μας γνωρίζουνε τα περιβόλια μας έχουν ξεχασμένους όταν μας πέσει κάτω το μαντήλι μας δε σκύβουμε να το σηκώσουμε, τους επαίνους τους ακούμε αδιάφορα και αστόλιστοι μπορούμε να πάμε και σε γάμο ακόμα
έλα λοιπόν εδώ χωρίς άργητα μας προλαβαίνεις δε μας προλαβαίνεις γιατί όλα εδώ ξένα είναι και γι αυτό γίνονται όπως πρέπει κι αν κάποιος μας κακολογεί τόνε λυπούμαστε όχι από υψηλοφροσύνη τάχα μα γιατί χάνει τα λόγια του άσκοπα-ο καημένος
έλα, μας βρίσκεις δε μας βρίσκεις εδώ που τα λέμε υπάρχουν και στιγμές που η ζωή μας ξεγελάει ακόμα με κάτι πράγματα σαν άνθη λευκά που μπερδεύονται με το χιόνι-ξεγελάσματα όνειρα από θύμησες φτιαγμένα μνήμες που ξανάρχονται σαν ζωντανές  κι αφού η ζωή λοιπόν μοιάζει με θάνατο λέμε καμιά φορά μήπως μπερδέψαμε τις λέξεις μα κι έτσι πάλι ότι ελέγαμε για τη ζωή καθόλου δεν αλλάζει μόνο που τώρα θα το λέμε για το θάνατο
μα ούτε τα παιχνίδια αυτά δεν μας τραβάνε πια κι αν θέλεις να μας περιγράψεις με μια λέξη, να τη: παραδομένοι-και πώς όχι ας μάχονται όσοι ακόμα δεν εξόδεψαν όλες τις ήττες τους 
οι νόμοι της Φυσικής αδιαφορούν για τα βιβλία που τους περιγράφουν οι νόμοι της ζωής αδιαφορούν για τους ανθρώπους που διαφεντεύουν το αχ δεν έχει παράσταση στις εξισώσεις της Φυσικής και της Χημείας ούτε μπορούν οι νότες να το περιγράψουν φωλιάζει στην ψυχή-εκεί που δε χωράνε τα τεχνητά φθαρτά και ούτε φθόγγος είναι ούτε αριθμός αλλά βέλος που διατρυπάει την απεραντοσύνη (το ρολόι μας δε φοράει προσωπίδα-οι χτύποι του είναι χτύποι τσεκουριού σε κούφιο γέρικο κορμό)
για συζήτηση μην κάνεις σκέψη μιλάει κάποιος και κανείς δεν τον ακούει κι αν τον ακούει δεν τον εννοεί άλλες έννοιες κλείνει για τον καθένα η ίδια λέξη ανάλογα με την ηλικία, τη μόρφωση, τις εμπειρίες του και μοιάζουμε όταν μιλάμε σα να παίζουμε εκείνο το παιχνίδι που σ’ ένα χαρτί γράφει ερωτήσεις ένας κι ο άλλος απαντήσεις διασταυρώνοντάς τες ύστερα στην τύχη καταλαβαίνεις, κι αν τυχαία κάποιο ταίριασμα υπάρξει πάλι σε κατανόηση δεν οδηγεί μόνον επισφραγίζει τη δυνατότητα διαφόρων απαντήσεων στην ίδια ερώτηση έτσι το μόνο που μπορούμε είναι να καθόμαστε αμίλητοι ένας απέναντι στον άλλο και αυτή η στάση μας όπως θα δεις μας δίνει μιαν αξιοπρέπεια που δεν έχει ο λόγος έλα να μας δεις
καλή η Αθήνα μα καλή κι η Έδεσσα οι πλατείες της λάμπουν χλωμά τα φθινοπωρινά απογέματα τα ροδάκινα ένας μικρός ήλιος το καθένα μα πόσο ακόμα οι λάμψεις; ως πόσο οι πλατείες και τ’ απογέματα;
σφυράει το τρένο ο αποχαιρετισμός ιλαρός γιατί εγκαταλείπονται μηδενικά και εικασίες και γιατί το τρένο είναι το μεγαλύτερο μηδενικό
μερίδιο στην ευτυχία δεν έχει ο χορηγός η ευτυχία δεν έχει μερίδιο στη ζωή
τιποτένιοι απατεώνες μας πήρανε το πορτοφόλι με μέσα του όλα τα χαρτιά: αποδείξεις κάρτες, τα εισιτήρια του θεάτρου, το σημείωμα με τις δουλειές που έπρεπε να γίνουν και ξέρουμε όλα τα πέταξαν εκτός από τα χρήματα που βρήκαν μέσα αν τουλάχιστον χανόταν κανείς από κάτι μεγάλο…
το βράδυ όταν σβήνουμε το φως χάνεται ο κόσμος τίποτε τότε δεν υπάρχει οι πατρίδες μένουν μόνο στο μυαλό (και κείνο όλοι ξέρουμε το τι σκαρώνει) το ίδιο και οι άλλοι χώροι μένει ο δικός μας κόσμος μόνο-το δωμάτιό μας ή το κρεβάτι με το σώμα μας επάνω ή το σώμα μας μόνο χωρίς τίποτα έξω ή μέσα του
επειδή χωρίς τη μνήμη δεν θα υπήρχαμε γι αυτό ο ξενιτεμένος καλεί τη μνήμη μοναδικό θεό επειδή χωρίς τη μνήμη δε θα κέρδιζε η αδημονία την υπομονή μας το σκοτάδι το φως ο θάνατος τη ζωή επειδή η μνήμη γέννησε και μας και την ψυχή μας την απληστία και την αγωνία μας επειδή χωρίς τη μνήμη δεν θα υπήρχε ο κόσμος γι αυτό καλεί τη Μνήμη τον Μοναδικό ανήλεο θεό 
ένα τεστ: ξενιτεμένοι είναι κείνοι που φεύγουν ή αυτοί που μένουν; απάντηση: κείνοι που φεύγουν αυτό, κι ας μην ξενιτευτείτε, πρέπει να το μάθετε και ποιανού η κούπα έχει φαρμάκι κρύσταλλο αντί για πάτο; του ξενιτεμένου, να το θυμόσαστεκαι ποιανού το πρόσωπο είναι κείνο που είναι; να ξέρετε, του ξενιτεμένου για ποιον ο ήλιος είναι πηγή σκότους; για ποιον του μαχαιριού κόβει και η λαβή του; για ποιον στη γη επάνω δεν υπάρχει πανδοχείο; για ποιον ο χειμώνας σέρνει πίσω του το πτώμα της Άνοιξης; για τον ξενιτεμένο να το ξέρετε και ποιος είναι-ας το ξαναπούμε- ο ξενιτεμένος; κείνος που φεύγει ή κείνος που μένει; κείνος που φεύγει-το θυμόσαστε, μπράβο
καλή είναι η Αθήνα οι γειτονιές της έχουν ακόμα χρώμα η ανάσα της έχει ακόμα ευωδιά τόσο παλιά όσο το στρέβλωμα του νου και όσο της ανθρώπινης δυστυχίας το μονοπάτι είναι κι αυτό μια πρωτιά φανταχτερή για των θνητών τα μέτρα καλή είναι η Αθήνα με το τσιμέντο της με τις εκκλησίες της με τα νυφιάτικα μαγαζιά της με δυο άδειες τρύπες για μάτια με ρουζ στα άσπρα ζυγωματικά με μάρμαρο στη θέση των ανθρώπων με κουφέτα ανθοδέσμες ρύζι κώνειο μηκώνιο καλός κι ο ουρανός της Αθήνας-γαλανός η περηφάνια του ντόπιου-η αμαρτωλη απόλαυση των τουριστών οι περηφάνιες και οι απολαύσεις-δυο τραγανά κεράσια στη δλητηριασμένη τούρτα.
εδώ τη νύχτα δεν κοιμάσαι σε ξυπνάν τα ελικόπτερα ψάχνοντας για φονιάδες και για κλέφτες το φως τους εντονότερο από των άστρων το μέγεθός τους πολλαπλάσιο του ήλιου το βογγητό τους πιο βαθύ από τη θάλασσα γι αυτό οι άνθρωποι πιστεύουν στα ελικόπτερα κι όχι στ’ αστέρια και στον ουρανό γι αυτό οι αισθήσεις ειν’ ολέθριες-μας ξεγελούν γι αυτό στραβά τα βλέπουμε όλα κι η ζωή μας οδηγεί σε λάθος δρόμο-μα και τι και τ’ αστέρια αν κάποιος κοίταζε δε θα ’πεφτε και πάλι στον γκρεμό; 
έλα να δεις τις μικρές μας φυλακές τις μικροσκοπικές που από λίγα μίλια μακριά δεν φαίνονται ούτε αυτές ουτ’ εμείς μέσα τους να δεις τα σπίτια λέω που ’χουμε εδώ κομψούλια καγκελάκια στα παράθυρα συναγερμοί ηλεκτρονικοί που φτιάχνουν δίχτυ γύρω η πόρτα με τρεις φραγμένη κλειδαριές πίσω της το όπλο κατ’ απ’ το μαξιλάρι το πιστόλι μας έλα να δεις τις όμορφές μας φυλακές με μόχθο από μας τους ίδιους σκαλιγμένες πάνω στα κοφτερά του τρόμου βράχια με περηφάνια γιατί τους εφτιάξαμε μικρά όμορφα φρούρια
τα φώτα του κήπου το βράδυ ανάβουν αυτόματα στο πέταγμα των πουλιών της νύχτας ή στο σούρσιμο κάποιας αλαφροπάτητης γατούλας καθώς το γεύμα της γυρεύει μόνο εμείς δε βλέπουμε τον κήπο μας γιατί μέσα του έκθετοι θα ’μασταν στόχος έλα να δεις τις μικρές μας φυλακές που μέσα τους κλεινόμαστε πριν πέσει ο ήλιος  γιατί εδώ η σελήνη-δικτάτορας απαγορεύει την κυκλοφορία έλα να δεις τις φυλακές μας πριν μας τις πάρει η τράπεζα γιατί εδώ ως και τις φυλακές μας τις χρωστάμε έλα να δεις
έσπρωξε το καρότσι της με δυσκολία ως τ’ αυτοκίνητο προσεκτικά έβαλε τις σακούλες στο καπό μια ντομάτα κύλησε στο χώμα την εκοίταξε, σκέφτηκε λίγο στα σκουπίδια τέλος την σήκωσε και την επέταξε πηγαίνοντας την έσπρωχνε ο αέρας κι έτρεχε άθελά της, γυρίζοντας επήγαινε αργά αργά σαν κολυμπώντας στον αέρα ενάντια ή σαν να μάχονταν με το λεπτό της σώμα  ν’ ανοίξει δρόμο μες από πλήθος αντιξοότητες τα μαλλιά της οριζοντιωμένα για πρώτηνε φορά κερδίζοντας η επανάστασή τους στη βαρύτητα ενάντια, τέλος με το μικρό της σώμα ταλαντευόμενο σα βάρκα σε νερού γρήγορα κυματάκια εμπήκε στ’ αυτοκίνητο με δυσκολία και συνενοχικά γελώντας του όταν ξαφνικά τον είδε που την κοίταζε, έκλεισε την πόρτα του αυτοκίνητου της έβαλε μπρος έφυγε ήταν εκείνη η Κυριακή που ο νοτιάς είχε λυσσάξει
οι ξενιτεμένοι παιδιά της Νύχτας κι αδερφοί των αστεριών ζιζάνια με κόπο ξεριζωμένα που ξεραίνονται κατ’ απ’ τον ήλιο το χωράφι τότε βγάζει καλόν καρπό για όσους μένουνε
απόψε το φεγγάρι ήρθε και ’στάθη στο παράθυρό του ίσα εκεί που έπεφτε το βλέμμα του ως στεκόταν τέτοια ωραία συμφωνία ήταν απρόσμενη γι αυτό και αποκαλυπτική ένοιωσε τότε πώς μπορούν με τόσα πράγματα να παρομοιάζουν το φεγγάρι οι ποιητές κάτι φωτεινό μες στ’ άφωτα τα πλάτη τ’ ουρανού μπορείς με ό,τι θέλεις να το παρομοιάσεις αφού ό,τι να πεις ταιριάζει όχι μοναχά στου φεγγαριού αλλά σε κάθε υποστάσεως τη μοναδικότητα
τους φίλους του τους είχε μέσα στο τσεπάκι του γιλέκου του σαν ρολόι χρυσό χτυπούσαν εκεί δίπλα στους χτύπους της καρδιάς του καμιά φορά μπερδεύονταν οι δύο ήχοι- έλεγε ας τους να μπερδεύονται έτσι είναι οι φίλοι να μην ξέρεις αν αυτοί είσαι εσύ ή εσύ εκείνοι μια τέτοια εμπλοκή έλεγε είναι ευπρόσδεκτη κι έτσι τραβούσε ο καιρός ώσπου μια μέρα που είχε συννεφιά κι ο ήλιος δεν προσδιόριζε τις ώρες αυτή τη μέρα θέλησε να δει τι ώρα είναι και τότε είδε πως του  ρολογιού του οι δείχτες γύριζαν ανάποδα κι ότι χαμένος ήταν μες στο Χρόνο το πέταξε κι αυτός και δόθηκε ολόβολος στη νύχτα ή στη μέρα αδιαφορώντας πού
όταν έρθει η ώρα που όλα ησυχάζουν τότε είναι πολύ αργά η άφωνη σάλπιγγα πρέπει μέσα στο σάλο να ηχήσει κατόπι βλέπεις όλα από ένα επίπεδο πιο πάνω κι αυτό η δόξα είναι  της ζωής για τους μικρούς ανθρώπους-κάτω τότε βλέπεις ν’ αναδεύονται επιθυμίες αδιαμόρφωτες πάθη θερμά πράξεις άσκοπες, ψευδαισθήσεις και ο μικρός άνθρωπος-εσύ-δεν μετράς πια στ’ ανθρώπινα
στις μεγάλες ηλικίες κανείς πρέπει να κάνει δίαιτα όχι ξηρούς καρπούς, όχι λησμονιά όχι τσιγαριστά όχι εγκατάλειψη, όχι πολύ αλάτι, όχι αδιαφορία χλωρούς καρπούς ναι ελεημοσύνη ναι βρασμένα χορταρικά ναι ψέματα καλοβρασμένα ναι ευγένεια ναι ζυμαρικά ναι καμιά φορά μπερδεύονται τα πιάτα ή κάποιος έχει αλλάξει ετικέτες στα μπουκάλια ή κάποιο φαγητό τελείωσε και πια τα πράγματα δυσκολεύουν η διαδικασία αντιστρέφεται τα ναι παίρνονται για όχι και τα όχι για ναι μπορεί ακόμα και να ξαναγυρίσει κανείς για λίγο στην παιδικότητα
το δέντρο έξω από την κρεβατοκάμαρά του ρίχνει τα φύλλα του και τώρα φαίνονται τα πουλιά στα κλώνια να λυπηθεί κανείς για το θάνατο των φύλλων ή να χαρεί για το φανέρωμα των πουλιών;
Επειδή όταν κανείς πεθαίνει τα πράγματά του μένουν ορφανά αυτό δε θα πει πως δεν έπρεπε να πεθάνει θα πει πως δεν έπρεπε να είχε ζήσει
αυτά δεν γράφονται για να εξασφαλιστεί μια ευπροσήγορη όαση γιατί αν την ευπροσηγορία τη ζητάς την έχεις κιόλας εξαντλήσει γράφονται για να μάθει κανείς για το μέλλον ή για να κληροδοτήσετε τη γνώση στα παιδιά του για το μέλλον τους κι έτσι κι αυτά ώσπου κάποτε να μη φεύγουν οι άνθρωποι από τη ζωή αδίκιωτοι
ένας καλός Λόγος χτυπάει κατάστηθα τη μοναξιά αυτιά που δεν ακούνε τέτοιο Λόγο απέξω, ψάχνουνε σε δικούς τους ήχους να τον βρουν κι όταν τον βρούνε ειν’ αυτός ο Λόγος ασταμάτητος και ρέει ανυστερόβουλα σαν το ποτάμι που κυλάει έτσι απλά κι ούτε γνωρίζει πως γεωργοί ποτίζουν τα χωράφια τους με τα νερά του κι όποιος θα πάρει το μαχαίρι να χωρίσει το Λόγο σε καλόν και σε κακόν το αδύνατο του εγχειρήματος τόνε συνθλίβει 

ξέρετε πόσα καράτια έχει η ξενιτιά;
είκοσι τέσσερα
ξέρετε πόσες είναι οι έξοδοι κινδύνου της;
δεν έχει.

ο βρόχος ταλαντεύεται σε κάθε αγεροφύσημα μέσαθέ του περνάνε πουλιά με δυσανάγνωστα ονόματα σε ταυτότητες φθαρμένες κουβαλώντας στο…