Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2016

Ο  ΑΝΤΙΛΑΛΟΣ
Στην Κάθυ

Να ’ξερα που ’ναι  οι ψυχές
να πάω να τις ρωτήσω
και  να τους πω:   "Γιατί  ψυχές
μπαίνετε  μες  στο  σώμα;

Ποιο χέρι  στην αιώνια σας
την ύπαρξη απλώνει
και  στο  θνητό  έτσι κορμί
σας φυλακάει  τ’ ανθρώπου;

Κι  εσείς γιατί  την πρώτη  σας
ουσία δεν ξεχνάτε
κι  αμίλητες κι ακίνητες
δε  στέκετε   εκεί  μέσα

μόνο τα βελουδόπλαστα
φτεράκια  αργοχτυπάτε-
και κάθε χτύπος  ευλογιά,
μάλαγμα και  ’φροσύνη-

μόνο το διαμαντένιο σας
το φως  γυροσκορπάτε-
και  κάθε αχτίδα του χαρά
και  λάμψη κι  ομορφάδα;"

Ύστερα να κατέβαινα
ήθελα από τα ύψη
των καθαρών  τους των κορφών
και   μέσα να βυθίσω

στου νου τις πετροκάμωτες
και  σκοτεινές χαράδρες.
Και με φωνή που ο άδικος
ο πόνος την υψώνει

να του φωνάξω:   "Πες μυαλό
και  συ με τη σειρά σου
ποιος  μες  στο άδειο το καυκί
σ' έβαλε  του ανθρώπου

να τρως απ’ τη ’φροσύνη  του,
να πίνεις  τη χαρά του,
κάθε  του γλυκοθάμπωμα
να πικροχρωματίζεις

κι  ότι η ψυχή γεννά καλό
και  απαλό κι ωραίο
με  τα γαμψά να το ξεσκείς
και  μυτερά σου  νύχια-

ποιος  στο  σερνάμενο έδωσε
το φίδι, εξουσία
να ’χει  στον λεύτερο  αητό
πάνου, τον  υψικράτη; "

Κι  ανήμπορος τα δύο τους
ν’ ακούσω τι  μου λένε,
απάνω απ’ τ’ αγεφύρωτα
κρεμάμενος  τα χάη,

και  πριν  να πέσω να χαθώ
και  πριν ξαναγυρίσω
απ' το Μηδέν που βρίσκομαι
Στο Τίποτα  από όπου ’ρθα

φριχτή  να βάλω μια φωνή
κι  οι Κόσμοι να τρεμίσουν-
στριγκιά φωνή που ν’  ακουστεί
στα μάκρη  των Συμπάντων:

"Ποιος  σαδιστής  δημιουργός
έπλασε  τέτοια  αμάχη
και  μέσα την εφύτεψε
στ’ ανθρώπινα τα στήθια;

Ποιου πλαστουργού πανάθλιου
η διεστραμμένη σμίλη
έχει  ένα τέτοιο σύμπλεγμα
ιερόσυλο  σμιλέψει

και  το ζωντάνεψε και μες
στ’  ανθρώπινα τ’  αλώνια
το ’ζεψε, κι  ασταμάτητα
γυρίζοντας εκείνο

ποδοπατεί  αλύπητα
την ευτυχία τ’ Ανθρώπου
χωρίς αυτή όχι καρπό,
μα ουτ’ ανθό να δώσει;

Ποιος;  Ας φανερωθεί λοιπόν
ώστε προτού να σβήσω
πάνω στο σιχαμένο του
το πρόσωπο να φτύσω".

Μα ούτε  τώρα απόκριση
θα έπαιρνα καμία.
Μόνο  θ’ ακούγονταν βραχνός
μέσα στην ερημία

ο αντίλαλος απ’ τις τρανές 
φωνές  μου  που  θα ’ρχόταν
από  μακριά κι  από βαθιά
κάπου, σαν  όπως φτάνει

στ’  αυτιά μας  το  υπόκωφο
βόγγημα της γυναίκας
όταν  εκείνη  δίπλα μας,     
κάτω μας, σπαρταράει.