Σάββατο, 5 Μαρτίου 2016

Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)

Το που ’χε πριν αξίωμα. Κι έδωσε το ποτήρι
Στο χέρι αυτός του Φαραώ. Και, όπως τ’ όνειρό του
Ξηγώντας είπε ο Ιωσήφ, τον αρχιαρτοποιό του
Είπε και τον κρεμάσανε. Κι ο αρχιοινοχόος
Δεν τον θυμήθη τον Ιωσήφ-τον ξέχασε τελείως.
XLI
Κι όνειρο είδε ο Φαραώ μετά από δύο χρόνια.
Είδε ότι καθότανε δίπλα από το ποτάμι
Και μες από τον ποταμό βγήκαν εφτά αγελάδες
Ωραίες και παχιές παχιές και βόσκανε στα χόρτα.
Κι απ’ το ποτάμι εβγήκανε κι άλλες εφτά κατόπι
Που ήταν στην όψη άσχημες κι αποσκελετωμένες
Και με τις άλλες βόσκανε στου ποταμού την όχθη.
Κι οι εφτά αγελάδες οι άσχημες κι οι αποσκελετωμένες
Φάγανε τις εφτά παχιές κι όμορφες αγελάδες.
Κι ο Φαραώ εξύπνησε. Ξανακοιμήθηκε όμως
Και δεύτερο είδε όνειρο. Κι από ’να είδε κοτσάνι
Στάχια εφτά ολόγερα κι ωραία να φυτρώνουν.
Και να που ύστερα απ' αυτά, εφτά ανεμοδαρμένα
Στάχυα φυτρώσαν κι αχαμνά. Και τα ανεμοδαρμένα-
Αυτά τα στάχυα τ' αχαμνά-κατάπιανε τα στάχυα
Τα ολόγερα και τα μεστά. Κι ο Φαραώ ξυπνάει
Κι είδε πως ήταν όνειρο. Και το πρωί σαν ήρθε
Τον βρήκε ταραγμένονε. Κι έστειλε να φωνάξουν
Όλους από την Αίγυπτο τους 'ξηγητές ονείρων
Κι όλους όσοι ήτανε σοφοί, και σ’ όλους τ’ όνειρό του
Διηγήθηκε  ο Φαραώ, μα να του το ’ξηγήσει
Κανένας δεν εμπόρεσε. Κι ο αρχιοινοχόος
Εμίλησε στο Φαραώ, και, η μνήμη μου, του είπε,
Μιαν αμαρτία που ’κανα σήμερα μου θυμίζει:
Που οργίστη με τους δούλους του ο Φαραώ-εμένα
Και τον αρχιαρτοποιό και φυλακή μας είχε
Στο σπίτι του αρχιστράτηγου. Και είδαμε κι οι δυο μας
Την ίδια νύχτα όνειρο, καθένας το δικό του.
Κι ένας του αρχιστράτηγου δούλος, νεαρός, Εβραίος,
Μαζί μας ήταν, και σ’ αυτόν είπαμε τ’ όνειρό μας.
Κι αυτός μας το εξήγησε κι έγινε όπως το ’πε:
Εμένα με ξανάβαλες στο αξίωμα που είχα
Και κείνονε τον κρέμασες. Και τον Ιωσήφ μπροστά του
Πρόσταξε τους ανθρώπους του ο Φαραώ να φέρουν.
Εκείνοι από τη φυλακή τον βγάλαν, τον ξυρίσαν,
Ρούχα του αλλάξανε και μπρος στο Φαραώ τον πάνε.
Κι ο Φαραώ στον Ιωσήφ, όνειρο είδα, είπε, 
Και δεν εβρέθηκε κανείς να μου το εξηγήσει.
Να λεν για σένανε άκουσα πως έχεις εξηγήσει
Κάτι όνειρα που σου ’πανε. Κι ο Ιωσήφ του είπε:
Τ' όνειρο που είδε ο Φαραώ θα ’ξηγηθεί μονάχα
Με τη βοήθεια του θεού. Να!, ο Φαραώ του είπε,
Είδα ότι εστεκόμουνα στου ποταμού το χείλος,
Κι εφτά αγελάδες βγήκανε μες από το ποτάμι
Καλοθρεμμένες κι όμορφες, και βόσκανε στην όχθη.
Και από πίσω απ’ αυτές κι άλλες εφτά εβγήκαν
Που ήταν άσχημες κι ισχνές και κακομοιριασμένες,
Τέτοιες, που μες στην Αίγυπτο χειρότερες δεν είδα.
Κι οι εφτά αγελάδες οι άσχημες κι οι κακομοιριασμένες
Φάγαν τις πρώτες τις εφτά που ήταν γερές κι ωραίες.
Μα κι ας τις εκατάπιανε, καθόλου οι κοιλιές τους
(συνέχεια)