Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2016

Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)

Και  τον ανοίξανε. Κι  αυτός  να ψάχνει  είχε αρχίσει
Από  τον   μεγαλύτερο, ώσπου ήρθε   στον  πιο  νέο. Και  βρέθηκε το κύπελλο στου Βενιαμίν  το σάκο. Αυτοί χτυπιόνταν… δέρνονταν… μα φόρτωσαν καθένας
Τα ρούχα του στον όνο  του και  γύρισαν στην πόλη.
ΧLIV14
Κι ο Ιούδας με τ’ αδέρφια του επήγανε στο σπίτι
Που ακόμα ήταν ο Ιωσήφ, και τόνε προσκύνησαν.
Κι αυτός, τι πράγμα ειν’ αυτό που κάνατε; τους είπε.
Δεν ξέρατε πως άνθρωπος όπως εγώ κατέχει
Τη μαντική τη δύναμη; Και είπε ο Ιούδας:
Τι ν’ απαντήσουμε και τι στον κύριο να πούμε
Για να ’βρουμε το δίκιο μας; Γιατί ο θεός τη βρήκε
Την αμαρτία των δούλων σου. Και τώρα στον κύριο μας
Είμαστε δούλοι του κι εμείς, κι εκείνος που εβρέθη
Το κύπελλο επάνω του. Κι ο Ιωσήφ τους είπε:
Όχι, ποτέ το πράγμα αυτό εγώ δε θα το κάνω.
Θα γίνει δούλος μου αυτός το κύπελλο που πήρε.
Οι άλλοι στον πατέρα σας ελεύθεροι θα πάτε.
Κι ο Ιούδας επλησίασε τον Ιωσήφ και του ’πε:
Κύριε θερμοπαρακαλώ, τον δούλο σου άφησέ με
Να σου μιλήσω και μη συ, που είναι η σειρά σου
Πρώτος μετά το Φαραώ, στο δούλο σου θυμώσεις.
Ερώτησες τους δούλους σου, κύριε, πατέρα αν έχουν
Ή αδερφό. Κι είπαμε μεις στον κύριο, ναι, υπάρχει
Ο γέρος ο πατέρας μας, και πως στα γερατειά του
Ένα παιδί απόχτησε, το νιότερο αδερφό μας,
Που ο αδερφός του πέθανε, κι αυτός έχει απομείνει
Μονάχα απ’ τη μητέρα του, κι ο γέρος μας πατέρας
Τον αγαπάει παρά πολύ. Κι εσύ στους δούλους σου είπες
Σε μένα φέρετέ τόνε, κι εγώ θα τον φροντίσω.
Κι είπαμε μεις στον κύριο πως μπορετό δεν είναι
Ν’ αφήσει το παιδί αυτό το γέρο του πατέρα
Γιατί αν θα τον άφηνε θα πέθαινε  εκείνος.
Και είπες συ στους δούλους σου, αν και ο αδερφός σας
Δεν έρθει ο μικρότερος, τότε δε θα μπορέστε
Να φτάστε ως εμέ ξανά. Κι εμείς είχαμε πάει
Κι είπαμε στον πατέρα μας, δικός σου που είναι δούλος,
Τα λόγια του κυρίου μας. Τραβάτε λίγα πάλι
Μας είπε ο πατέρας μας, τρόφιμα ν’ αγοράστε.
Και μεις, δε θα μπορέσουμε, του είπαμε, να πάμε
Εκτός κι αν ο μικρότερος έρθει μαζί αδερφός μας.
Γιατί αν αυτός δε βρίσκεται μαζί μας, εμείς τότε
Αδύνατο στον άρχοντα να παρουσιαστούμε.
Και είπε ο πατέρας μας, καλά ξέρετε όλοι
Πως δύο η γυναίκα μου γιους μου ’χει γεννημένα.
Κι ο ένας μου εχάθηκε. Τον φάγαν τα θηρία
Μου ’πατε τότε, κι έκτοτε δε τον ξανάδα. Τώρα,
Αν θα μου πάρετε κι αυτόν κι ενώ θα ταξιδεύει
Κάτι κακό θα του συμβεί, τότε τα γερατειά μου
Γεμάτα λύπη αβάσταχτη στον Άδη θα τα στείλτε.
Αν τώρα στον πατέρα μου και δούλο σου θα πάω
Χωρίς μαζί μου το παιδί, την ώρα που η ζωή του
Απ’ το παιδί κρέμεται αυτό, τότε, όταν δει εκείνος
(συνέχεια)