Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2016

Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)

Και άρχοντας ο Ιωσήφ ήτανε μες στη χώρα.
Κι αυτός ήταν που πούλαγε στον κόσμο το σιτάρι.
Κι ήρθανε, και, τ’ αδέρφια του, βαθιά τον προσκύνησαν.
Όταν τους είδε ο Ιωσήφ, τους γνώρισε αμέσως
Δεν το ’δειξε όμως και σκληρά τους μίλησε-τους είπε:
Από που έχετ' έρθει εσείς; Απ’ τη Χαναάν, του είπαν,
Τρόφιμα ν’ αγοράσουμε. Αυτοί δεν τον γνωρίσαν
Μα ο Ιωσήφ τους γνώρισε. Κι ο Ιωσήφ ’θυμήθη
Τα όνειρα που είχε δει, και λέει στους αδερφούς του:
Κατάσκοποι είσαστε κι εδώ να μάθετε έχετ’ έρθει
Τα μυστικά της χώρας μου. Εκείνοι: Όχι κύριε,
Τρόφιμα ν’ αγοράσουμε οι δούλοι σου έχουμ’ έρθει.
Πατέρα ενός είμαστε γιοί. Ειρηνικά έχουμ’ έρθει.
Δεν είμαστε κατάσκοποι. Όχι, τους κάνει εκείνος
Της χώρας μου τα μυστικά να μάθετε έχετ' έρθει.
Οι δούλοι σου, του είπαν αυτοί, δώδεκα είμαστ’ αδέρφια
Και μένουμε στη Χαναάν. Κι έκατσε ο πιο μικρός μας
Μαζί με τον πατέρα του. Κι ο άλλος δεν υπάρχει.
Κι είπε σ’ αυτούς ο Ιωσήφ: Αυτό που εγώ σας είπα!
Κατάσκοποι είσαστε. Αλλά, σας λέω πάλι ετούτο:
Μα την υγεία του Φαραώ, δε βγαίνετε απ’ τη χώρα
Εδώ αν κι ο νεότερος δεν έρθει αδερφός σας.
Ας πάει ένας από σας εδώ να τόνε φέρει
Ενώ οι άλλοι φυλακή θα μείνουνε ωσότου
Αν ειν' αλήθεια να φανεί τα λόγια σας ή όχι.
Κι αν όχι, τότε είσαστε κατάσκοποι αλήθεια,
Μα την υγεία του Φαραώ. Μετά για τρεις ημέρες
Στη φυλακή τους έβαλε. Και πάει την τρίτη μέρα
Και, αν αυτό θα κάνετε, τους λέει, τότε θα ζήστε.
Εγώ φοβάμαι το θεό. Ειρηνικοί αν είστε,
Τότε ο ένας από σας στη φυλακή ας μείνει,
Κι οι υπόλοιποι πηγαίνετε στη χώρα σας και πάλι
Το στάρι για να πάτε κει που έχετ' αγοράσει.
Και φέρτε το νεότερο τον αδερφό μαζί σας
Ώστε να γίνουν πιστευτά τα λόγια σας. Ειδάλλως
Όλοι σας θα πεθάνετε. Κι αυτοί εκάναν έτσι.
Κι ένας στον άλλο οι αδερφοί λέγανε: ναι, αμαρτία
Στον αδερφό μας έχουμε κάνει εμείς μεγάλη
Γιατί δε λογαριάσαμε τον πόνο της ψυχής του
Κι όταν μας παρακάλαγε δεν είχαμε ακούσει.
Γι αυτό και τούτο το κακό πάνω μας έχει πέσει.
Εγώ δε σας το έλεγα, τότε ο Ρουβήν τους είπε,
Να μη το βλάφτε το παιδί; Δε μ’ είχατε ακούσει. 
Να τώρα που το αίμα του εκδίκηση ζητάει.
Νόμιζαν πως ο Ιωσήφ δεν τους καταλαβαίνει
Γιατί συνεννοούντανε με διερμηνέα μαζί του.
Κι όταν τους άκουσ’ ο Ιωσήφ παράμερα επήγε
Κι έκλαψε. Κι ήρθε ύστερα και μίλησε μαζί τους.
Και πήρε, και, τον Συμεών, τον έδεσε μπροστά τους.
XLΙΙ25
Κι ειπ'  ο Ιωσήφ τ’ αγγεία τους να τα γεμίσουν στάρι
 Μέσα στο σάκο καθενός να βάλουν τα λεφτά τους
Που για το στάρι δώσανε, κι ακόμα να τους δώσουν
Τρόφιμα για το δρόμο τους. Και κάνανε όπως είπε.
Και κείνοι απά’ στους όνους τους φορτώσανε το στάρι
Και από κει εφύγανε. Και κει που σταμάτησαν
Το σάκο του ένας έλυσε να βγάλει λίγο χόρτο
(συνέχεια)