Τρίτη, 8 Μαρτίου 2016

Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)

Χρυσή αλυσίδα του περνά. Και από τ’ άρματά του
Στο δεύτερο τον έβαλε, και κήρυκας μπροστά του
Ανάγγελνε τον Ιωσήφ. Και όλης της Αιγύπτου
Τον διόρισε έτσι άρχοντα. Και, ο Φαραώ του είπε:
Διατάζω εγώ ο Φαραώ και λέω πως κανένας
Μες σ’ όληνε την Αίγυπτο τίποτα δε θα κάνει
Αν δε το εγκρίνεις πρώτα συ. Και τον Ιωσήφ τον είπε
Ο Φαραώ Ψονθομφανήχ. Και του ’δωσε γυναίκα
Την Ασενέθ, του Πετεφρή την κόρη, που ιερέας
Ήτανε στην Ηλιούπολη. Κι ήταν τριάντα χρόνων
Ο Ιωσήφ, όταν μπροστά στο Φαραώ εστάθη-
Το βασιλιά της Αίγυπτος. Κι η γη έδωσε πλούτη
Στα εφτά τα χρονιά τα καλά. Και στα εφτά αυτά χρόνια
Που ευφορία είχε η γη, τα τρόφιμα είχε  όλα
Μαζέψει από της Αίγυπτος τη γη μέσα στις πόλεις,
Σε κάθε πόλη βάζοντας τα τρόφιμα που βγάζαν
Οι κάμποι που ήταν γύρω της. Κι ο Ιωσήφ σιτάρι
Σαν της θαλάσσης μάζεψε-τόσο πολύ-την άμμο
Που αδύνατο για κάποιονε  θα ’ταν να το μετρήσει.
XLI50
Κι ο Ιωσήφ απόχτησε δυo γιους προτού τα χρόνια
Τα εφτά να έρθουν του λιμού-παιδιά όπου σε κείνον
Eγέννησε η Ασενέθ, του Πετεφρή η κόρη,
Ιερέα της Ηλιούπολης. Και Μανασσή τον πρώτο
Το γιό του είπε ο Ιωσήφ, γιατί, τους πόνους, είπε,
Να τους ξεχάσω μ’ έκανε ο θεός, και τους δικούς μου,
Κι αυτούς που του πατέρα μου η έλλειψη μου ’χει φέρει.
Κι Εφραίμ είπε τον δεύτερο το γιό του, γιατί, είπε,
Στη γη που ταπεινώθηκα μ’ έχει ο θεός υψώσει.
Και τα εφτά της αφθονίας περάσανε τα χρόνια
Που γνώρισε η Αίγυπτος. Και του λιμού τα χρόνια
Όπως το είπε ο Ιωσήφ, αρχίσανε να ’ρχόνται.
Κι ήρθε λιμός σ’ όλη τη γη. Ψωμί όμως υπήρχε
Στην Αίγυπτο. Και πείνασε της Αίγυπτου η χώρα.
Και φώναζε στο Φαραώ ο λαός ότι πεινάει.
Και είπε στους Αιγύπτιους ο Φαραώ: τραβάτε
Κι ό,τι σας πει ο Ιωσήφ να κάντε, κάνετέ το.
Και ο λιμός σ’ ολόκληρη τη γη ήταν απλωμένος.
Άνοιξε τότε ο Ιωσήφ τις αποθήκες όλες
Και άρχισε και πούλαγε στάρι στους Αιγυπτίους.
Όμως στην Αίγυπτο έρχονταν κι όλες οι άλλες χώρες-
Στον Ιωσήφ, ώστε απ’ αυτόν σιτάρι ν’ αγοράσουν
Γιατί ο λιμός σ’ ολόκληρη τη γη ήταν απλωμένος.
XLII
Κι όταν στην Αίγυπτο έμαθε ότι πουλιέται στάρι
Είπε στους γιους του ο Ιακώβ: Στεκόσαστε ακόμα;
Άκουσα πως της Αίγυπτος το στάρι δεν της λείπει.
Κάτω τραβάτε και τροφές καμπόσες αγοράστε
Να ζήσουμε, γιατί αλλιώς το θάνατο θα βρούμε.
Κι οι αδερφοί του Ιωσήφ οι δέκα σηκωθήκαν
Σιτάρι από την Αίγυπτο να πάνε ν’ αγοράσουν.
Και δεν τον έστειλ' ο Ιακώβ τον Βενιαμίν μαζί τους,
Τον αδερφό του Ιωσήφ, γιατί είπε με το νου του
Καλλίτερα, να μη κι αυτός κακό κανένα πάθει.
Και με τους γιους του Ισραήλ μαζί πήγαιναν κι άλλοι
Τρόφιμα ν’ αγοράσουνε-γιατ’ η Χαναάν πεινούσε.
(συνέχεια)