Κυριακή, 6 Μαρτίου 2016

    ΓΡΙΠΗ

Α! Τι καλά να 'σαι άρρωστος
από τη θεία γρίπη
να ’ναι ο καφές σου άνοστος
και άοσμοι οι κήποι!

Να σε πονούν τα κόκκαλα
και να σου τρέχει η μύτη
ν' ακούς πουλιά γλυκόλαλα
μες στο ίδιο σου το σπίτι.

Να βλέπεις τον αντίχειρα
τεράστιο του χεριού σου
και ν’ απορούν ανίσχυρα
η λογική κι ο νους σου.

Στον πυρετό να ψήνεσαι
αλλά να μη το νιώθεις
απ' τα υγρά να πίνεσαι
κι ας είσαι συ ο πότης.

Α! Πώς η γρίπη θα 'θελα
αιώνια να κρατούσε-
να πλέει η ζωή σε διάσελα
που πριν δεν το μπορούσε...

Να ’ναι όλα ένα όνειρο
αλλά να είσαι ξύπνιος.
Στο μέτωπο ξυδόνερο
να 'χεις όσο είσαι ύπτιος,

να έχεις πονοκέφαλο
να 'χεις καρηβαρία
να ιδρώνει το προσκέφαλο
απ' την πολλή αγγαρεία.

Kι η ζάλη η καλοπρόφταστη
κι η ζάλη η 'βλογημένη
η ζάλη η ζαχαρόπλαστη-
η ζάλη!- να σε δένει

μέ τέτοια χάδια ανάλαφρα
που πια το χώμα αφήνεις
κι αργοπλανιέσαι άπαυτα
στα πούπουλα μιας δίνης

που κάνει τα μηνίγγια σου
πουλιά που φτερακίζουν
σαν τα φτερά του Πήγασου
που-να ’τα! σε αγγίζουν.

Και κει ψηλά να έρχονται
μαζί σου οι ασπιρίνες
στο πλάι σου να στέκονται
και ν' αρχινούν εκείνες

διόλου χωρίς να ντρέπονται
σαν φίνες ερωμένες
τα λόγια που δε λέγονται
να λένε σαστισμένες.

Να λιώνεις από αγνότητα
να πνίγεσαι στο κάλλος
και να παινιέσαι αδόκητα
λες είσαι κάποιος άλλος.

Ή να 'χεις λες την άβυσσο
για πάντοτε αφήσει
και να 'σαι στον παράδεισο
Αδάμ πριν αμαρτήσει.

Ω! Τι καλά έτσι η άβολη
να φεύγει σου η λύπη
και τη χαρά την άδολη
να φέρνει μία γρίπη!

Τι ωραία να λυτρώνεσαι
απ' όλες σου τις έγνοιες
και σε στρωσιές να στρώνεσαι
ζεστές και μεταξένιες!

Και τι καλά που αιστάνεσαι
σ' άλλη πως ζεις μια πλάση
και μέσα της να χάνεσαι
σαν μέσα σε γιορτάσι!

Ω! Τι καλά να 'σαι άρρωστος
από τη θεία γρίπη
να ’ναι ο καφές σου άνοστος
και άοσμοι οι κήποι...