Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2016

                              ΑΔΕΙΑ

Όπως διψώντας έρωτα τα νιόγεννα μωράκια
τα ροδαλά χεράκια τους ανοιούν λαχταρισμένα
έτσι και τα κλαδάκια τους έχουνε απλωμένα
σε αγκαλιά ορθάνοιχτη τα τρυφερά δεντράκια.

Μα τίποτε-μα τίποτε δεν πιάνουν. Τον αέρα
σπαθίζουνε τα φύλλα τους-ακούσιοι δον  Κιχώτες,
ή που όλη νύχτα μάχονταν απέλπιδα στρατιώτες
και μάθουν για την ήττα τους μόνο σαν φέξει η μέρα.

Μα τίποτε-μα τίποτε. Ολάδεια πάντα μένουν
τα φουντωτά κλωνάρια τους κι η πράσινη αγκαλιά τους.
Ότι τριγύρω τους θωρούν νομίζοντας δικά τους
τα προσπερνούν και τρέχοντας σ’  άλλη αγκαλιά πηγαίνουν.

Τίποτε. Και διαβαίνουνε-και φεύγουνε τα χρόνια.
Και όσο μεγαλώνουνε οι τρυφεροί τους κλώνοι
αντί να σβει κι η πεθυμιά μαζί τους μεγαλώνει.
Και φεύγουνε... και φεύγουνε... και φεύγουνε τα χρόνια.

Και φεύγουνε αγύριστα και πίσω τους ρημάδια
ζωούλες που ανάρχιστα τελειώνουνε αφήνουν.
Κι αφήνουν δέντρα γέρικα που τα κλαδιά τους τείνουν
άχρωμα, άψυχα, ξερά, και άδεια... άδεια... άδεια...