Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2016

Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)

Να δώσει οι όνοι τους να φαν. Και στ’ άνοιγμα του σάκου
Είδε βαλμένα τα λεφτά που ’δωσε για το στάρι.
"Μου ’δωσαν πίσω τα λεφτά!" είπε στους αδερφούς του.
"Να τα! Μέσα στο σάκο μου!".Κι έκπληξη νοιώσαν όλοι
Και ταραχτήκαν. Και, γιατί, ένας στον άλλο λέγαν
Αυτό μας το ’κανε ο θεός; Και στη Χαναάν εφτάσαν
Και στον πατέρα τους Ιακώβ τα ’πανε όλα-του ’παν:
Σκληρά εκεί μας μίλησε ο άρχοντας της χώρας
Και φυλακή μας έβαλε, σαν κατασκόπους λέει.
Του ’παμε πως δεν είμαστε κατάσκοποι και ότι
Ειρηνικά είχαμε ’ρθει. Πως είμαστε αδέρφια
Δώδεκα όλοι, όμως πια πως ο ένας δεν υπάρχει
Και ότι ο μικρότερος έχει στο σπίτι μείνει
Μαζί με τον πατέρα μας στη γη Χαναάν. Κι εκείνος
Που ’ναι της χώρας ο άρχοντας, ειρηνικοί πως είστε
Μας είπε, θα σιγουρευτώ, αν απ’ τούς αδερφούς σας
Έναν αφήνοντας εδώ, φύγετε, και το στάρι
Αφού το πάτε σπίτι σας, τον νεώτερο μαζί σας
Πίσω μου φέρετε αδερφό. Σίγουρος τότε θα ’μαι
Πως όχι σαν κατάσκοποι, μα ειρηνικά έχετ' έρθει.
Τότε και θα σας δώσω εγώ τον αδερφό σας πίσω
Και μέσα θα εμπορεύεστε σ’ αυτήν εδώ τη χώρα.
Κι όταν ν’ αδειάσουν πήγανε τους σάκους τους, κοιτάζουν,
Και τα λεφτά εβρίσκονταν του καθενός τους μέσα.
Κι αυτοί και ο πατέρας τους, φοβήθηκαν σαν τα ’δαν.
Και ο πατέρας τους Ιακώβ, μ’ αφήσατε, τους είπε,
Χωρίς παιδιά. Ο Ιωσήφ κι ο Συμεών χαμένοι.
θα πάρτε και τον Βενιαμίν, σε μένα τύχανε όλα…
Και στον πατέρα του ο Ρουβίν είπε: τα δυο παιδιά μου
Να τα σκοτώσεις αν αυτόν δε σου τον φέρω πίσω-
Μπιστέψου τον σε μένανε. Ξανά θα σου τον φέρω.
Κι εκείνος είπε δε θα ’ρθει ο γιός μου-όχι-μαζί σας.
Ο αδερφός του πέθανε και μόνο αυτός μου μένει.
Κι αν πάθει τίποτα κακό στο δρόμο που θα πάτε
Τα γερατειά μου ολόπικρα στον Αδη θα τα στείλτε.
XLIII
Και όλο και μεγάλωνε στη χώρα τους η πείνα.
Κι όταν το που απ’ την Αίγυπτο φέρανε φάγαν στάρι
Τους είπε ο πατέρας τους: πηγαίνετε και πάλι
Να φέρτε λίγα τρόφιμα. Και ο Ιούδας του είπε:
Ο άρχοντας της Αίγυπτος δέκα φορές μας το ’πε,
Ο αδερφός σας αν δε ’ρθεί ο νεότερος μαζί σας
Να μην ερθείτε ούτε σεις. Λοιπόν τον αδερφό μας
Αν στείλεις συ μαζί με μας, τότε και μεις θα πάμε
Για να σου φέρουμε τροφές. Αν όχι, δε θα πάμε
Γιατί εκείνος ο άνθρωπος τόπε και το ξανά ’πε
Να φέρτε το νεότερο τον αδερφό μαζί σας
Αν θέλετε να σας δεχτώ, αλλιώς δε θα με δείτε.
Ήταν ανάγκη αδερφό πως έχετε να πείτε
Και τόσες να μου βάλετε σκοτούρες στο κεφάλι;
Ειπ' ο Ισραήλ. Και του ’πανε, ο άνθρωπος εκείνος
Ερώταγε μ’ επιμονή για την οικογένεια μας-
Αν ζεις εσύ μας ρώταγε κι αν αδερφό έχουμ' άλλον
Και μεις στις ερωτήσεις του είχαμε απαντήσει.
(συνέχεια)