Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2016

                  Ο ΑΛΙΟΣΑ

Ξέρω ένα παιδάκι που το λεν Αλιόσα.
Για να του μιλήσω θα ’δινα όσα κι όσα.
Μα η μαμά του όλο μακριά το πάει
κι από μένα πάντα πέρα το κρατάει.

Όταν κείνο λίγο εμένα πλησιάζει
και με χαιρετάει  κι όλο με κοιτάζει
τότε η μαμά του-σαν πουλάκι η κλώσα-
δυνατά του κράζει: «έλα δω Αλιόσα».

Θέλω εκεί να πάω και να της ειπώ
πόσο και Ρωσία και ρώσους αγαπώ,
η Ρωσία πως είναι η ψυχή του κόσμου,
κι ίδια μετ’ εκείνη που πλαντάει εντός μου.

Να της πω για Στάλιν, να της πω για Λένιν.
Να της πω για το ύστερο αίμα του Εσένιν.
Τον «Αλιόσα» να της πω του Τολστόι «-τσουκάλι»
που σαν άγιος διάβηκε της ζωής τη ζάλη.

Τον Αλιόσα να της πω που ο Πογκορέλσκι
να του αρέσει έκανε τόσο το κοτέτσι.
Και για τον Καραμαζώφ, τον γλυκύ Αλιόσα,
που σ’ ανθρώπους άμετρους έχει δώσει τόσα.

Αλλά όχι-η μάνα του όλο το τραβάει
κι από μένα μακριά πάντοτε κρατάει
το μικρό ξανθό παιδί-το μικρό αγοράκι
που ως από μακριά φανεί λάμπει το βραδάκι.

Ειν’ ένα μικρό παιδί, καταδεχτικό,
όμορφο, εξυπνούλικο κι έτσι ζωηρό,
λες δεν το γυρνάει η γης αλλ’ αυτό εκείνη
μες στα στίλβοντα κι αβρά των αστέρων σμήνη.

Βηματίζοντας πατεί ίσια και γερά
και όταν πάει τρέχοντας πόδια έχει φτερά.
Α! την ευτυχία αυτό των θνητών χαλκεύει
κάτω απ’ των σερνάμενων Δυτικών τη χλεύη.

Να ’σφιγγα θα ήθελα μια φορά το χέρι
ρώσου ενός που τόνε λεν μάλιστα κι Αλιόσα
για να νοιώσω αχώριστο που έχω γίνει ταίρι
μ’ όσα οι τόποι όπου γης-όχι!-δεν μου δώσαν!