Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2016

Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)
Ακόμα ζει; Και  του ’πανε, και ζει και  υγιαίνει
Ο δούλος  σου  ο πατέρας  μας. Κι είπε, ευλογημένος
Ας  είν'  αυτός απ’ το θεό. Και  έσκυψαν εκείνοι
Και  τόνε προσκυνήσανε.Και  στρέφοντας  τα μάτια
κοιτάζει αυτός τον Βενιαμίν που ήταν αδερφός του
Από την  ίδια την κοιλιά. Και  ρώτησε, αυτός είναι
Ο νεότερος  σας αδερφός που είπατε  θα μου φέρτε;
Και  του ’πε: να ’χεις του θεού το έλεος παιδί  μου.
Και  συγκινήθηκε  ο Ιωσήφ, γιατί  βαθιά του μέσα
Λαχτάρισαν τα σπλάχνα του που είδε  τον αδερφό του.
Και  δάκρυα στα μάτια του του ερχόντανε. Και πήγε
Στο δωματιό του κι  έκλαψε.
ΧLΙΙΙ31
Μετά το πρόσωπο ένιψε, κυριάρχησε στη θλίψη
Βγήκε έξω, κι έδωσε εντολή να βάλουνε τραπέζι.
Και χωριστά βαλαν αυτόν, χώρια τους αδερφούς του,
Και χώρια τους Αιγυπτίους μαζί τους που θα τρώγαν.
Γιατί δεν επιτρέπονταν μαζί με τους Εβραίους
Να τρώνε οι Αιγύπτιοι. Για τους Αιγύπτιους ήταν
Σιχαμερό το πράγμα αυτό. Και κάθισαν κοντά του
Με τη σειρά που έδινε σ’ αυτούς η ηλικία-
Πρώτα ο μεγαλύτερος, ο πιό μικρός κατόπι.
Κι έκπληξη νιώσαν οι αδερφοί που τους εβάλαν έτσι.
Και φέρναν τις μερίδες τους απ’ τό τραπέζι εκείνου.
Και φαγητό στου Βενιαμίν εβάλανε το πιάτο
Πέντε φορές όσο αυτό στ’ αδέρφια του που εβάλαν.
Και ήπιανε κι αυτοί κι αυτός, κι ήρθαν στο κέφι όλοι.
ΧLIV
Καλεί τον επιστάτη του ο Ιωσήφ, του λέει:
Γεμίστε με όσα τρόφιμα μπορούν να κουβαλήσουν
τους σάκους τους και τα λεφτά βάλτε τους μες στους σάκους.
Και τ’ αργυρό μου κύπελλο στο σάκο μέσα βάλτε
Αυτού που ’ναι μικρότερος, μαζί με τα λεφτά του.
Και όπως είπε ο Ιωσήφ έτσι και είχε γίνει.
Και όταν ήρθε η αυγή, ξεκίνησαν τ’ αδέρφια-
Και κείνοι και οι όνοι τους. Κι ως απ’ την πόλη εβγήκαν
Και πριν μακρύνουν, ο Ιωσήφ λέει του επιστάτη:
Πήγαινε πίσω απ’ αυτούς και πρόφτασ’ τους και πες τους:
Γιατί κακό αντίς καλό εσείς δίνετε πίσω;
Το κύπελλό γιατί εσείς κλέψατε τ’ ασημένιο;
Μήπως μ’ αυτό το κύπελλο δεν πίνει ο κύριός μου;
Και μες σ’ αυτό το κύπελλο τα μέλλοντα δεν βλέπει;
Ο,τ ι εκάματε, κακά το ’χετε καμωμένο.
Κι αυτός τους βρήκε και σ’ αυτούς τα είπε αυτά τα λόγια.
Κι αυτοί του λεν: τέτοια γιατί μας λέει ο κύριός μας;
Μη γένοιτο οι δούλοι σου να κάμουν κάτι τετοιο.
Εμείς από τη Χαναάν έχουμε φέρει πίσω
Τα χρήματα που βρήκαμε μέσα στα πράγματα μας
Κι απ’ του κυρίου σου εμείς θα κλέβαμε το σπίτι
Ασημικό ή χρυσαφικό; Το κύπελλο αν έβρεις
Σε κάποιον απ’ τούς δούλους σου, αυτόν θανάτωσε τον
Κι οι άλλοι να ’ναι δούλοι σου. Κι είπε αυτός, ας γίνει
Έτσι καθώς το λέτε σεις. Σ’ όποιον το κύπελλο έβρω
Αυτός θα είναι δούλος μου, κι ελεύθεροι οι άλλοι.
Και γρήγορα κατέβασαν το σάκο του καθένας
 (συνέχεια)