Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2016

Η ΚΗΔΕΙΑ

Πέθανε του γερο-φίλου του η γυναίκα.
Πήγε στη μεγαλόπρεπη κηδεία.

Δίπλα στον τάφο
τα χαμομήλια ευώδιαζαν τρελά.

Ο μεγάλος του ο γιος δεν ήρθε
γιατί δεν του 'γραψε η γριά  το σπίτι.
Ο μικρός
παχύς και ψηλός
χαζούλης.
Κάθε φορά που κάποιος τόνε συλλυπούνταν
γελούσε σαν να του ’διναν συγχαρητήρια.

Η νύφη του, όταν ο νεκροθάφτης
σκόνταψε καθώς κατέβαζε το φέρετρο
έσκασε στα γέλια.

Ο γερο-φίλος του ήτανε συγκινημένος.
Ξάφνου τον επλησίασε.
«Συνηθίζεται η μοναξιά;» τον ρώτησε σιγά.
Κι αυτός
να μην ειπεί σε τέτοιο χώρο ψέμα
«όχι»,  είπε.

Ένα παράξενο ευκίνητο ζωύφιο περπατούσε
ανάμεσα στο χαμομήλι.
Τα χαμομήλια ήσαν πολλά.
Το ένα δίπλα στο άλλο.