Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2016

ΣΤΟ ΘΕΟ ΈΡΩΤΑ

Αν ήσουν δίκαιος θεέ
δεν έπρεπε να δώσεις
την εδική σου πεθυμιά
σε με, ούτε ν' απλώσεις

μπρος μου του πόθου το στρατί
λεύτερο από 'μπόδια,
και, σαδιστή πορνοθεέ,
να μη μου δώσεις πόδια.

Σκύλε θεέ αφού ήθελες
να με κορέσεις πόθο
για της γυναίκας το κορμί,
ας μ' έκανες να νιώθω

την πλήρωσή του-άτιμε,
ας μ' έκανες ωραίον
το νέκταρ όλο να τρυγώ
των ποθητών θηλέων

και τη λαχτάρα της καυτής
της σάρκας να κορέσω-
υποκριτή, πουτάνας γιε
ας μ' έκανες ν' αρέσω.

Ή πάλι αφού άσχημον
μ' έκανες, κράτησέ με
μακριά απ' του πόθου το χορό
και κει παράτησέ με.

Τώρα τη φλόγα που με καίει
πώς, άλθιε, να τη σβήσω
και πώς εγώ γλυκές χαρές
αγάπης να τρυγήσω;

Γι αυτό κι εγώ κολοθεέ
φωνάζοντας στο λέω
πως είσαι η λέρα τ' ουρανού
με λάμδα κεφαλαίο.