Κυριακή, 13 Μαρτίου 2016

ΤΟ ΜΠΕΡΔΕΜΑ

Εγώ δε φταίω. Ούτε αυτή ούτε κανένας άλλος-
από μια σύμπτωση έγινε χαμός τόσο μεγάλος.

Να τη φιλήσω σταυρωτά θέλησα όπως φιλούνε
όσοι αγνά και άδολα και άσπιλα αγαπούνε.

Μπερδεύτηκε το σταύρωμα και το μικρό της στόμα
βρέθηκε αντί στο μάγουλο μες στο δικό μου στόμα..

Συχώρεση θα ζήταγα από την καλή μου τη φίλη
-ήταν η πρώτη σκέψη μου αυτή-μα... με τι χείλη...

και πια ευθύνη από κει και ύστερα δε φέρω
αφού ούτε τι έγινε καλά καλά δεν ξέρω.

Μόνο θυμάμαι του άντρα της την άγρια τη φάτσα
κι αυτήν που με προστάτευε με τ’ άσπρα της τα μπράτσα.

Κι αμέσως ύστερα απ’ αυτό τις σφαίρες να σφυράνε
έπιπλα να σωριάζονται και γυαλικά να σπάνε.

Όταν θα φύγω-συν θεώ-απ’ το νοσοκομείο
α! θα προσέχω πού ακουμπώ τα χείλη μου τα δύο.

Και για να είμαι σίγουρος πως δε έρθω πίσω
γυναίκα πάλι σταυρωτά δε θα ξαναφιλήσω.