Κυριακή, 13 Μαρτίου 2016

Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)
Μη ξέραμε πως θα μας πει φέρτε τον αδερφό σας;
Και στον πατέρα του Ισραήλ μίλησε ο Ιούδας:
'Μπιστέψου το παιδί σε με να φύγουμε επιτέλους 
Να μην πεθάνουμε και μεις και συ και τα παιδιά μας.
Τον παίρνω υπ’ ευθύνη μου. Ζήτα τον από μένα
Κι αν δε τον φέρω, κι αν εδώ μπροστά σου δε τον βάλω
Ένοχος τότε να ’μαι εγώ για πάντα απέναντι σου.
Αν δεν καθυστερούσαμε, θα ’χαμε πάει τώρα
Και θα ’χαμε έρθει δυο φορές. Κι ο Ισραήλ του είπε:
Έτσι αφού ειν’ τα πράγματα, όπως το λέτε ας γίνει.
Κι απ’ τούς καρπούς της χώρας μας μες στα δοχεία σας πάρτε
Να  δώσετε στον άρχοντα θυμίαμα και μέλι,
Ρητίνη και τερέβινθο και σμύρνα και καρύδια.
Και τα λεφτά στα χέρια σας διπλά να τα κρατάτε
Ώστε να δώστε τα λεφτά που σας γυρίσαν πίσω
Μη κάποιο λάθος έγινε. Πάρτε τον αδερφό σας.
Πηγαίνετε στον άρχοντα. Και ο θεός να δώσει
Ευνοϊκά να σας δεχτεί ο άνθρωπος εκείνος
Και να γυρίστε φέρνοντας τ’ αδέρφια σας μαζί σας-
Το Βενιαμίν και τον Συμεών που ’χει εκεί κρατήσει.
Κι ας μείνω εγώ χωρίς παιδιά να γίνει έτσι αν είναι.
XLIII15
Πήραν λοιπόν τα χρήματα τ’ αδέρφια και  τα δώρα
Και   με  τον Βενιαμίν   μαζί  στην Αίγυπτο     επήγαν.
Και  πήγανε  στον Ιωσήφ. Κι  ο Ιωσήφ τους είδε
Και  είδε  και  τον Βενιαμίν  που ήταν  αδερφός  του
Από  την   ίδια την κοιλιά. Και   στου  σπιτιού  του  είπε
Τον επιστάτη: βάλε αυτούς στο σπίτι  μου τους άντρες
Και   σφάξε  ζώα κι  ετοίμασε, γιατί   το  μεσημέρι
Μαζί  μ’  εμέ  θα φαν αυτοί. Κι  εκείνος  είχε κάνει
Όπως  του είπε ο Ιωσήφ. Κι  όταν  τ’ αδέρφια είδαν
Πως  μες  στο σπίτι  του Ιωσήφ τους εβαλ’  ο επιστάτης
Είπανε, για τα χρήματα που βρήκαμε  στους  σάκους
Την  προηγούμενη  φορά, γι  αυτό  εδώ  μας  φέραν
Ώστε  μ’ αυτή  την  πρόφαση  να μας  επιτεθούνε,
Τους  όνους  μας να πάρουνε κι  εμάς  να κάνουν  δούλους.
Στον  επιστάτη πήγανε λοιπόν και  του  μιλήσαν
Μπροστά στην πόρτα του σπιτιού, και, σε παρακαλούμε,
Άκου  μας κύριε, του είπανε, έχουμε ξαναέρθει
Και   τρόφιμα αγοράσαμε. Κι  όταν  είχαμε φύγει
Και κάπου  σταματήσαμε, ανοίξαμε τους  σάκους
Και  μες  στο σάκο είδαμε καθείς  τα χρήματά του.
Αυτά τώρα τα χρήματα, μ’ ακρίβεια μετρημένα
Πάλι     τα ξαναφέραμε. Κι   έχουμε κι  άλλα φέρει
Για ν’ αγοράσουμε  τροφές. Κι  αυτός  είπε  σε κείνους:
'Συχάστε. Μη φοβόσαστε. Γιατί, ο θεός, σας  έχει,
Εσάς και   των  προγόνων  σας, τα χρήματα  βαλμένα
Μέσα στους  σάκους σας. Εγώ τα πήρα τα λεφτά μου.
Και   τους  επήγε  τον Συμεών. Κι  είχε  νερό  φερμένο
Να πλύνουνε  τα πόδια τους. Και   τάισε   τους  όνους.
Κι  αυτοί  τα δώρα ετοίμασαν και  τον Ιωσήφ προσμέναν
Γιατί άκουσαν ότι εκεί   θα φάει  το  μεσημέρι.
Κι  ήρθε  στο σπίτι  ο Ιωσήφ και  του ’δωσαν  τα δώρα
Κρατώντας   τα στα χέρια  τους. Και  τόνε  προσκύνησαν
Βαθιά  βαθιά μέχρι  τη  γη. Τί  κάνετε;   τους  λέει.
Τί  κάνει   ο  πατέρας  σας  που   μου ’πατε-ο  γέρος;
(συνέχεια)