Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2016

                                                                    ΕΙΚΟΝΑ

-Βάλε κι αυτά, είπε στον σοφέρ και του έδειξε ένα καλαθάκι με άνθη.
-Τίποτε άλλο έμεινε να φέρω κυρία; ρώτησε με σεβασμό ο σοφέρ.
-Όχι Παύλο. Κλείδωσε την πόρτα μόνο, είπε.
Εκείνος κλείδωσε την πόρτα, γύρισε, της άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου.
-Όχι Παύλο, δεν θα έρθω, είπε εκείνη.
-Μα κυρία… ψέλλισε έντρομος ο σοφέρ.
-Πήγαινε Παύλο. Καλή τύχη. Σ’ ευχαριστώ για όλα.
-Κυρία…
-Πήγαινε!
Ο σoφέρ, κάτωχρος και τρεμάμενος μπήκε στο αστραφτερό αυτοκίνητο και έβαλε μπρος χωρίς να ξεκινήσει κοιτάζοντάς την.
-Πήγαινε! του είπε σιγά αλλά αυστηρά και επιτακτικά εκείνη.
Εκείνος ξεκίνησε σιγά.
Αυτή, έβγαλε το πανάκριβο παλτό και το καπέλο της και τα πέταξε στην άκρη του δρόμου.
Βρώμικα και κουρελιασμένα ρούχα τώρα την έντυναν.
Έλυσε τα μαλλιά της, έκρυψε μ’ αυτά το πρόσωπό της και κάθισε στην άκρη του πεζοδρομίου απλώνοντας το χέρι ελεητικά.