Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2016

  ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ


ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΝΕΣΗ ΕΛΛΗΝΩΝ

Έχε γεια καημένε κόσμε,
έχε γεια γλυκιά ζωή.


ΕΛΠΙΔΕΣ ΛΑΟΥ

Σύγνεφο μαύρο σκέπαζε το Σούλι και την Κιάφα,
ολημερίς εχιόνιζε, ολονυχτίς χιονίζει.


ΔΙΑΓΡΑΦΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ

Ως έτρωγα κι' ως έπινα σε μαρμαρένια τάβλα,
ο μαύρος μου χλιμίντρισε και το σπαθί μου ερράη.


ΣΑΜΑΡΑΣ-ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ-ΠΑΠΑΝΤΡΈΟΥ

Καλώς ανταμωθήκαμε νεμείς οι ντερτιλήδες,
να κλάψουμε τα ντέρτια μας και τα παράπονά μας.


ΚΟΥΒΕΛΗΣ

Γέρασα o μαύρος γέρασα, δε μπορώ 'α περπατήσω,
δε μπορώ 'ά σύρω τάρματα, τα γέρημα τσαπράζια.


ΧΑΖΟΧΑΡΟΥΜΕΝΟΣ ΓΙΑ ΨΗΦΙΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΥ

Απόψε είδα στον ύπνο μου, στον ύπνο που κοιμόμουν,
θολό ποτάμι πέρναγα, και πέρα δεν εβγήκα.


ΝΔ-ΣΎΡΙΖΑ

Ο Όλυμπος κι ο Κίσσαβος, τα δυο βουνά μαλώνουν,
το ποιο να ρίξει την βροχή, το ποιο να ρίξει χιόνι.


ΛΑΟΣ ΣΤΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ

Παίρνουν ν' ανθίσουν τα κλαριά κ' η πάχνη δεν τ' αφήνει,
θέλω κ' εγώ να σ' αρνηθώ και δε μ' αφήνει ο πόνος.


ΚΑΡΑΤΖΑΦΕΡΗΣ

Σ’ όλον τον κόσμο ξαστεριά, σ’ όλον τον κόσμο ήλιος
και 'ς τα καημένα Γιάννενα μαύρο, παχύ σκοτάδι.


ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΛΛΑΔΑ

Μέσ' 'ς τ' άη Γιωργιού τους πλάτανους γένονταν πανηγύρι,
το πανηγύρι ήταν πολύ, κι' ο τόπος ήταν λίγος.



ΧΑΖΟΧΑΡΟΥΜΕΝΟΣ ΓΙΑ ΦΗΦΟΦΟΡΟΥΣ

Κλαίνε τα μαύρα τα βουνά, παρηγοριά δεν έχουν.
Δεν κλαίνε για το ψήλωμα, δεν κλαίνε για τα χιόνια,
-η κλεφτουριά τ' αρνήθηκε και ροβολάει 'ς τους κάμπους.


ΕΛΛΑΔΑ ΓΙΑ ΤΡΟΙΚΑ ΚΑΙ ΣΟΙΜΠΛΕ

Τρία πλάτανα, τα τρία αράδα αράδα,
κ' ένας πλάτανος παχύν ήσκιον οπόχει!


ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ ΣΤΟΝ ΚΑΡΑΤΖΑΦΕΡΗ

Βασίλη, κάτσε φρόνιμα, να γίνης νοικοκύρης,
για ν' αποχτήσης πρόβατα, ζευγάρια κι' αγελάδες.


ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ ΣΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ

Θέλετε δέντρ' ανθήσετε, θέλετε μαραθήτε,
'ς τον ήσκιο σας δεν κάθομαι μήτε και 'ς τη δροσιά σας.


ΛΑΟΣ ΓΙΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΥΣ

Πήραν τα κάστρα, πήραν τα, πήραν και τα ντερβένια,
πήραν και την Τριπολιτσά, την ξακουσμένη χώρα.


ΛΑΟΣ-ΤΑ ΕΙΣ ΕΑΥΤΟΝ

Κοιμάται αστρί, κοιμάται αυγή, κοιμάται νιο φεγγάρι,
κοιμάται η καπετάνισσα, νύφη του Κοντογιάννη.


ΔΙΑΦΘΟΡΑ ΣΤΟ ΛΑΟ

Εγέρασα, μωρέ παιδιά, 'ς τους κλέφταις καπετάνιος,
τριάντα χρόνια αρματωλός, πενήντα χρόνια κλέφτης.


ΑΝΑΡΩΤΗΜΑ ΧΑΖΟΧΑΡΟΥΜΕΝΟΥ ΓΙΑ ΓΙΟΥΧΑΪΣΜΑ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΤΟΥ

Τι ν ’ναι ο αχός που γίνεται κ' η ταραχή η μεγάλη
'ς τη μέση 'ς το Κεράσοβο και 'ς τη μεγάλη χώρα;


ΛΑΟΣ ΚΑΙ ΜΝΗΜΟΝΙΟ

Ο κούκος φέτο δε λαλεί, ούτε και θα λαλήση
παρά η τρυγόνα η χλιβερή το λέει το μοιρολόγι.
Γιατί έχει έρθει η Αραπιά και κόβει και σκλαβώνει.


ΤΡΟΪΚΑ ΚΑΙ ΕΛΛΑΔΑ

Τρία κομμάτια σύννεφα 'ς τον Έλυμπο, 'ς τη ράχη,
τό να βαστάει τη δροσιά, τάλλο βαρύ χαλάζι,
το τρίτο το μαυρότερο τη θάλασσ’ αγναντεύει.


Ο ΑΙΩΝΙΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ

Κι’ αν τα ντερβένια τούρκεψαν, τα πήραν Αρβανίταις,
ο Στέργιος είναι ζωντανός, πασάδες δεν ψηφάει.


ΑΣΧΟΛΙΕΣ ΛΑΟΥ ΣΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

Οι κλέφταις επροσκύνησαν και γίνηκαν ραγιάδες,
κι’ άλλοι φυλάγουν πρόβατα κι' άλλοι βοσκούνε γίδια.


ΧΑΖΟΧΑΡΟΥΜΕΝΟΣ ΓΙΑ ΔΕΚΑΕΦΤΑΩΡΗ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ

Με γέλασε νη χαραυγή, τάστρι και το φεγγάρι,
και βγήκα νύχτα 'ς τα βουνά, ψηλά 'ς τα κορφοβούνια.


ΝΕΟΙ ΦΟΡΟΙ

Πολύ σκοτίδιασε ο ουρανός, πάλι να βρέξη θέλει 
σκοτίδιασε η Μαυρομηλιά και της Μηλιάς ο κάμπος.

ΧΑΖΟΧΑΡΟΥΜΕΝΟΣ ΓΙΑ ΠΑΣΟΚ ΠΟΤΑΜΙ ΚΑΙ ΕΝΩΣΗ ΚΕΝΤΡΩΩΝ

Χήρας υγιός λατρεύει τριά καλά άλογα,
το Γρίβα και το Μαύρη και τον Πέπανο.


ΛΑΟΣ ΓΙΑ ΣΥΡΙΖΑΙΟΥΣ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣΙΑ

Πήραν την Πόλη, πήρανε, πήραν τη Σαλονίκη
Πήραν κι την Αγιά Σοφιά, το μέγα μαναστήρι.


ΚΟΥΜΟΥΝΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΑ

'Ένας αϊτός περήφανος, ένας αϊτός λεβέντης
από την περηφάνεια του κι’ από τη λεβεντιά του,
δεν πάει τα κατώμερα να καλοξεχειμάση,
μον’μένει απάνω 'ς τα βουνά, ψηλά 'ς τα κορφοβούνια.
ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΌ ΑΔΙΈΞΟΔΟ

Ανοίγω το ραδιόφωνο
ακούω ψαλμουδιές.
Το κλείνω. Λέω αργότερα
κάτι θα βρω ορισμένως.

…Το ξανανοίγω- μα για γκολ
ακούω και κλωτσιές
και για κυνήγι μου μιλούν
με πάθος και με μένος.

Με μπάλα και με ψαλμουδιές
τα ερτζιανά γεμάτα.
Ύμνοι, λιβάνια και φουτμπόλ
το ράδιο μου αλώνουν 

και μεταξύ τους όλα αυτά
φτιάχνουνε μια σαλάτα,
που τ’ άντερά σου, αν τη φας,
θλιμμένα σε μαλώνουν.

Η μοίρα το ’χει φαίνεται
της άμοιρης Ελλάδας
να μην αντέχουν σοβαρό
τίποτα οι κάτοικοί της

και με μανία και βουλιμιά
να τρώνε φασουλάδα
ενώ φαγιά λαχταριστά
γεμάτος ο πλανήτης.
   ΕΥΣΕΒΕΊΣ ΠΌΘΟΙ

Να ’τανε λέει άλλη εποχή
και να ’ταν η ανθρωπότητα
ο αντίποδας αυτής εδώ-
να είχε άλλη ταυτότητα.

Καλή να λογιζότανε
η χώρα όπου κλέφτες
όλοι της είναι οι βουλευτές
κι άθλιοι και θεομπαίχτες…

Ω! Τότε πρώτη η χώρα μας 
θα ήτανε στην Πλάση
και θα ’χε μίλια του ντουνιά
τις χώρες ξεπεράσει.

Βραβεία να εδίνονταν
όχι στην εργασία
μα στην κατακρινόμενη
σήμερα οκνηρία...

Τότε βραβείων ευγενών
θα σώριαζε η πατρίδα μας
στην απλωμένη που κοντά
θα σάπιζαν αρίδα μας!

Κι αν Νόμπελ απονέμονταν
για την καταστροφή,
τότε αυτό που έλαβε
η σεφέρεια «Στροφή»

θα σκούσε κάτω από σωρούς
αμέτρητων βραβείων
που θα βραβεύαν τον δεινόν
ολέθριόν μας βίον.

Και τότε η Κρίση θα ’τανε
το μέγα καύχημά μας
που τ’ άλλα θα επισκίαζε
στραβά κι ανάποδά μας.
ΠΡΩΤΑΠΡΙΛΙΆ 2016
           
Να πω θα ήθελα ένα ψέμα
το έθιμο αφού καλεί,
μ’ αφού ειν’ όλα ειπωμένα
 ό,τι να πω δεν ωφελεί.

Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ όλα τα ’χει
Αυτός  τα ψέματα ειπεί
Κι ούτε μικρό ένα ψεματάκι
Γι άλλον δεν έχει αφεθεί.
                   -----
ΠΛΗΣΙΣΤΙΟΣ

Την ώρα που θ’ αστράψεις μέσα μου και θα βροντήσεις
την τρέμω Κύριε.

Με κατοπτεύεις Κύριε
σα λέαινα το ζαρκάδι.
Φορές σου κρύβομαι. Με βλέπεις
μα περνάς αδιάφορα
σα να μην είσαι εκεί για μένα.

Παίζεις μαζί μου.

Την ώρα που θα γίνω παίγνιο της ισχύος σου
την τρέμω Κύριε.

Έπαψα πλέον ν’ αφαιρώ τις μάσκες των Πραγμάτων
μη και Σε δω σε κάποιο.
Ως πότε όμως; Κάποτε
θα εισβάλεις μέσα μου πλησίστιος.
Και θα μ’ εκμηδενίσεις.
ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑ ΡΩΡΕΡΚΑΡ

Σεμνότητα. Και Πνεύμα. Κι Ομορφιά.
Ποτέ δεν ήταν όλα συναγμένα
μες σ’ ένα πλάσμα. Έγιν’ αυτό με σένα
και μου κεντάει τον μέσα μου γραφιά.

Στα πλούτια της Σεμνότης σου βυθώ
και όλος με χρυσά γεμάτος βγαίνω.
Την Ομορφιά σου διόλου δε λιγαίνω
και τόσην ας τρυγώ σα σε κοιτώ.

Και Πνεύμα εγώ γυρεύοντας να νιώσω
μες στην ανοησία των Καιρών
αρκεί το χέρι μου προς σε ν’ απλώσω
για να πληστεί Αύλων Ανθηρών.

Σεμνότητα. Και Ομορφιά. Και Πνεύμα.
Κι όλα πλαντούν σ’ ένα σου μόνο βλέμμα.
ΠΡΟΒΟΛΗ
(CAL L.A.)

Προβολή στον τοίχο-
δίχως ήχο-
τον ασπρίζοντα
σλάϊντς σφύζοντα
από Ελλάδα.
Τα ’δα, τα ξανά ’δα-

και δεν ήταν λίγα-
και επήγα
κι επισκέφτηκα
(η το σκέφτηκα;)
κάθε άκρη
κι έτρεχε το δάκρυ...
ΚΡΥΜΜΕΝΟΣ ΟΠΙΣΘΕΝ ΘΑΜΝΟΥ ΤΑΣ

Κρυμμένος όπισθεν θάμνου
τας περιπτύξεις των παρηκολούθει.

Πολλοί αυτό ασέλγειαν θα το εκάλουν.

Όμως δεν ήτο.

Κάθε μεταξύ των άγγιγμα
Αν μέθην εις αυτούς εκόμιζε-στιγμιαίαν έστω-
Δι εκείνον ήτο πόνος και οδύνη
επειδή καλώς εγνώριζε
ότι ματαιοπονούν:
τοιουτοτρόπως δεν έρχεται η λήθη.

Μάλλον απωθείται.

Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2016

Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)

Είναι οι γιοί μου που ο θεός εδώ μου έχει δώσει.
Κι ειπ’ ο Ιακώβ, φέρ’ τους κοντά για να τους ευλογήσω-
Δύσκολα έβλεπ’ ο Ισραήλ από τα γερατειά του.
Και τους πλησίασ’ ο Ιωσήφ. Και κείνος τους φιλάει
Κι ύστερα τους αγκάλιασε. Και του Ιωσήφ του είπε:
Να που όχι μόνον ο θεός εσένα δεν μου πήρε
Μα και τους απογόνους σου να δω μ’ έχει αξιώσει.
Και πήρε από τα γόνατα του Ιακώβ τους γιους του
Και προσκυνήσαν τον Ιακώβ αυτοί μέχρι το χώμα.
Κι ο Ιωσήφ πήρε τους δυο γιους του και δεξά του,
Αριστερά για τον Ισραήλ, το γιό του Εφραίμ κρατώντας,
Και, δεξιά για τον Ισραήλ κι αριστερά του ίδιου,
Τον Μανασσή, στον Ιακώβ κοντά τούς πλησιάζει.
Κι ο Ιακώβ, σταυρώνοντας τα δύο του τα χέρια,
Με το δεξό του τού Εφραίμ άγγισε το κεφάλι
Που ήταν ο νεότερος, και με το αριστερό του
Την κεφαλή του Μανασσή.
XLVIII15
Και, τους ευλόγησε. Ο θεός, είπε, που την εύνοιά του
Ο Αβραάμ κι ο Ισαάκ είχαν, οι πρόγονοί μου,
Ο θεός που από τα νιάτα μου μ’ έτρεφε μέχρι τώρα,
Κι ο άγγελος που απ’ τα κακά μ’ έχει γλιτώσει όλα,
Ας ευλογήσει αυτά τα δυο παιδιά. Και τ’ όνομά μου,
Και τ’ όνομα του Αβραάμ κι Ισαάκ ας διαιωνίσουν.
Κι ας πληθυνθούν πάρα πολύ στη γη αυτή επάνω.
Και όταν είδε ο Ιωσήφ πως ο πατέρας του είχε
Το δεξιό το χέρι του πα’ στον Εφραίμ απλώσει
Πολύ του κακοφάνηκε. Και, ο Ιωσήφ, επήρε
Το χέρι του πατέρα του, ώστε απ’ το κεφάλι
Να το σηκώσει του Εφραίμ, και να το απιθώσει
Στην κεφαλή του Μανασσή. Και στον πατέρα του είπε:
Όχι έτσι-ο πρωτότοκος είναι αυτός πατέρα,
Στην κεφαλή βάλε αυτουνού το δεξιό σου χέρι.
Μα ο πατέρας του αυτό δεν το ’κανε και είπε:
Ξέρω καλά ποιός είναι αυτός. Κι αυτός λαό θα δώσει,
Κι αυτός μεγάλος θα γενεί. Ο αδερφός του όμως,
Ο νέος, μεγαλύτερος θα γίνει απ’ αυτόνε
Κι από τους απογόνους του έθνη πολλά θα βγούνε.
Και τους ευλόγησε αυτούς εκείνη την ημέρα
Και είπε: σαν υπόδειγμα θα ’χουν οι Ισραηλίτες
Την ευλογία σας. Θα λεν: ο θεός και σε να κάνει
Σαν τους Εφραίμ και Μανασσή. Και τον Εφραίμ, πριν,  έτσι,
Έβαλε από το Μανασσή. Και, να!, εγώ πεθαίνω,
Ειπ’ ο Ισραήλ στον Ιωσήφ. Ο θεός μαζί σας να ’ναι
Και πίσω στων πατέρων σας τη γη να σας γυρίσει.
Κι εγώ, απ’ ό,τι έδωσα στους άλλους αδερφούς σου,
Αφήνω και τα Σίκινα σε σένα επιπλέον,
Που απόκτησα με πόλεμο από τους Αμορραίους.
ΧLΙΧ
Και κάλεσε ο Ιακώβ τους γιους του και τους είπε:
Συγκεντρωθείτε όλοι εδώ για να σας αναγγείλω
Τ’ είναι σε σας που θα συμβεί τις τελευταίες μέρες.
(συνεχεια)
ΤΙΣ ΔΙΚΕΣ ΤΟΥ

«Θεέ γιατί πάνω στη γη
να ζήσω μ’ έχεις στείλει;»
Αυτό ασταμάτητα ρωτάν
τα δυο του ανθρώπου χείλη.

«Δικοί σου για να γίνουνε
οι πόνοι όλης της Πλάσης
και σαν και με να σταυρωθείς.
Γι αυτό: για να μου μοιάσεις.»

Μα ας του απαντάει ο Θεός
με όλες τις φωνές Του,
ο άνθρωπος μόνο τις φωνές
ακούει τις δικές του.
OI ΜΝΗΜΕΣ
(CAL  L.A.)

Οι μνήμες είναι κοντινές
μηνών μονάχα
μα φαίνεται το νόημα
έχει μεγαλώσει
της ζωής
και πρέπει-
ηρθ' ο καιρός-
κάπως να τις ακουμπήσω.

Πρέπει στις μέρες να γυρίσω
που ασφαλώς
δεν βλέπει
κανείς
με αγάπη τόση
αλλά το χαδολόγημα
θα 'θελα να 'χα
από μέρες έστω αλγεινές

παρά της νύχτας την διαρκή
εμπιστοσύνη
που δεν αφήνει
χώρο στην αίσθηση επαρκή.
ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑ ΡΩΡΕΡΚΑΡ

Χειμάρρου έχεις δει θολά νερά
πώς αγριεύουν και χυμούν και σπούνε
πάνω στα βράχια που άφευγα τα κλειούνε
κι από δεξά τους κι απ’ άριστερά;

Κι έχεις ιδεί την πόρτα να βροντά
παιδάκι, λέγοντας: "φεύγω απ’ το σπίτι"
και πώς στον πρώτο που θα δει αλήτη
ξαναγυρνάει στο σπίτι του ξανά;

Δε βγήκε ο χείμαρρος απ’ τα όριά του,
και ούτε το παιδάκι απ’ τα δικά του.
Σπίτι και βράχια όρια είναι δικά
όταν μ’ αγάπης θέρμη είναι χτιστά.

Και συ μη απ’τα όριά σου λες πως βγήκες
μα όρια νέα σε με να λες πως βρήκες.
ΑΛΗΘΩΣ Η ΗΜΕΡΑ ΗΤΟ

Αληθώς η ημέρα ήτο ωραιοτάτη.
Ο ήλιος
όπως σπανίως εμφανίζεται ενεφανίσθη
και αν επρόσεχε κανείς
σαν κάτι νέον να υπισχνείτο.

Και εις εμέ τουλάχιστον τίποτε δεν συνέβη.

Όμως τα μάτια μου
κάτι σαν μια διανόησιν αποκρύψεως συνέλαβον
 και τα αυτιά μου
σαν κάποια χαμόγελα γύρωθεν συνέλεξαν.

Ίσως αυτό να ήτο το υπεσχεμένο νέον.
Ή πάλιν να ήτο
μόνη η υποψία του.

Τρίτη, 29 Μαρτίου 2016

ΔΕΥΤΈΡΑ ΠΑΡΟΥΣΊΑ

«Λιόντας… στην Κόλαση κι αυτός…
άλλος… σειρά ποιος έχει;..
…εσύ... τι είσαι;..»
                             «Άνθρωπος!»
«Τι γνώρισες σα ζούσες;»
«Γνώρισα τ’ άδυτα του νου,
τα βύθη της θαλάσσης,
τ’ άσωστα ύψη τ’ ουρανού,
τα μυστικά της Πλάσης,
γνώρισα…»
                     «Φτάνει ως εδώ-
έχεις εμέ γνωρίσει;»
«Θεέ μου δεν επρόλαβα,
είχα πολλά να κάνω…»
«Στην Κόλαση κι ο άνθρωπος...
άλλος… σειρά ποιος έχει;..»
ΟΙ ΚΑΡΤΕΣ
(CAL. L.A.)

Οι κάρτες που γράφω να παν στην πατρίδα
τα μαύρα φορούν και θυμίζουνε τάφο.
Οι κάρτες που γράφω να παν στην πατρίδα
με κίτρινο στόμα ξερνούν ό,τι γράφω.

Οι κάρτες που γράφω να παν στην πατρίδα
πικρό καθεμιά τους ξεχύνει φαρμάκι.
Οι κάρτες που γράφω να παν στην πατρίδα
κινούν θλιβερά το ξανθό κεφαλάκι

και "όχι" ,μου λένε, "μη-μη-μη μας στέλνεις
μας ξέχασε πια της πατρίδας το χώμα'
Λυπήσου και σένα και μας-μη μας στέλνεις-
εκεί ένα θάνατο θα βρούμε ακόμα".
ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑ ΡΩΡΕΡΚΑΡ

Που σ’ αγαπώ τη γειτονιά αγαπάω.
Και όλο η αγάπη μου απλώνει
και πόλη, γη και σύμπαν μας αλώνει-
πιο σ’ αγαπώ-μ’ αγάπη πιο μεθάω.

Κι έτσι που εσύ δεν μ’ αγαπάς, ο μόνος
μέσα στη φύση νιώθω μισημένος
σαν πάνω μου να ξέσπασε το μένος
που από γέννα κουβαλεί ο Χρόνος.

Και τόσο ξένο νιώθω τον εαυτό μου
απ’ τα δικά σου τα όμορφα μεγάλα
που με το ίδιο αυτό το δάχτυλό μου
σαν μύγα ψόφια τον πετώ απ’ το γάλα.

Τέτοια αν τους βρίσκεται μοίρα γραμμένη
γι αυτό αυτοκτονούν οι ερωτευμένοι.
Η ΑΙΩΝΙΑ ΘΥΡΑ ΑΙΩΝΙΩΣ

Η αιωνία θύρα αιωνίως κλειστή
θα μένει
δια τον υιόν του μπακάλη μας
του Κλεομένη
που δια να παίξει εις τα χαρτιά
αφήρεσεν από το ταμείον έν
ποσόν-
όχι ένα χιλιόδραχμον πάντως
πάνω από μισόν.
Όμως όσον και αν το χαρτοπαίζειν του ήρεσεν
δεν συγχωρείται ευκόλως μία τοιαύτη κλοπή
και μάλιστα εις βάρος του πατρός του.

Αν χρήματα ήθελε-
αν και αυτό είναι ντροπή-
και πουθενά αλλού δεν ηδύνατο
να έβρει
ας έπιανε μίαν τράπουλαν να
μάθει
μονάχος του εις τα χαρτιά να
κλέβει
30 ΜΑΡΤΗ
ΗΜΕΡΑ ΑΝΤΙΣΥΛΛΗΨΗΣ

Ίχνος χωρίς επάρσεως ή μεγαληγορίας
λέω πως στης ανθρώπινης της γης μας ιστορίας
βραβείο αντισύλληψης εις την Ελλάδα πρέπει-
τιμή όπου καθ’ έλληνος βεβαίως την κούτρα τέρπει…

Και να πώς δικαιολογεί αυτή του την απόφανση
ο νους που οι γονέοι μου αθέλητα μου εδώκασι,
πώς δηλαδή η πατρίδα μας-πράγμα μοναδικό-
ειν’ η ίδια εν' αξεπέραστο αντισυλληπτικό:

Συνέλαβε κανένανε ποτέ της «τρομοκράτη»
(πλην όσων κάρφος μπήκανε στο ίδιο της το μάτι);
Συνέλαβε ποτέ υπουργό ή βουλευτή, τουτέστι
εκείνους που ληστεύοντας κάνουν Χριστός Ανέστη;

Συνέλαβε ποτέ αυτή καναν καταχραστή
όπου του κράτους το ψαχνό έχει σφετεριστεί;
Τους κλέφτες μη συνέλαβε Βατοπεδίου και Ζήμενς
που αποτρόπαιες ξυπνούν, σ’ όσους γνωρίζουν, μνήμες;

Τους αίτιους συνέλαβε των αυτοκτονιών
που αιτία θρήνου έγιναν παιδιών τε και γονιών,
ή εκείνους που μας έβαλαν στο φονικό Μνημόνιο-
να τους στριμώξει στη στενή να τους ποτίσει κώνειο;

Ή μη καμιά συνέλαβε της προκοπής ιδέα
που στον εαυτό της να ’δινε κάποια ελπίδα νέα-
ή σχέδιο ένα μακρόπνοο που να υπόσχεται ότι
της Μέρκελ δεν θα ήτανε πικρό το καταπότι;

Τους φοροκλέφτες τσίμπησε να τους ταρακουνήσει
κλέψιμο φόρων άλλοτε κανείς να μην τολμήσει;
…Και βέβαια δεν συνέλαβε τον ίδιο τον εαυτό της
για να μην ντρέπεται γι αυτήν η δόλια η ανθρωπότης!..

Και ολ’ αυτά η πατρίδα μας καλά τα καταφέρνει
όχι με αντισυλληπτικά μέτρα που τάχα παίρνει,
μα διότι όντας ελαφριά, τόσο αεροβατεί,
που ’χει από ακτίνες κοσμικές για πάντα στειρωθεί.

Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2016

Η Παλμύρα καταστράφηκε από τους Τζιχαντιστές.
Και η «πολιτισμένη» ανθρωπότητα χύνει ταρτούφικα και κροκοδείλια δάκρυα.
Γιατί;
Τι αξία έχει η αγάπη για τ’ αγάλματα  όταν ο άνθρωπος μισεί τον ζωντανό διπλανό του άνθρωπο;
Τι αξία έχει ο σεβασμός του ανθρώπου για τα μάρμαρα όταν αυτός δεν σέβεται τον συνάνθρωπό του;
Κι αυτή η Ουνέσκο τι πράμα είναι που  τα μάρμαρα χαρακτηρίζει πολιτιστικές κληρονομιές για την ανθρωπότητα και όχι την ευγένεια, την αξιοπρεπή διαβίωση, την ελευθερία του ζωντανού ανθρώπου;
Και δεν καθιστούν τα παραπάνω επαινετή και καλόδεχτη την κατεδάφιση όποιου «πολιτιστικού» αριστουργήματος, όταν αυτή έρχεται να στρέψει τη σκέψη και την προσοχή του ανθρώπου, όχι προς το δεξιοτεχνικό, το εξαίσιο, το έξοχο, το εκπληκτικό, το καλλιτεχνικό, το επιτυχημένο μιας κατασκευής παρά προς το κακότεχνο, το φριχτό, το απαίσιο, το άθλιο, το απαράδεκτο του κατασκευαστή;
Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)

Απ’ τα προϊόντα που η γη της Αίγυπτος παράγει
Στον Φαραώ οι κάτοικοι να δίνουν το ένα πέμπτο
Εκτός μονάχα από τη γη των ιερέων-εκείνη
Δεν ήτανε του Φαραώ.
XLVII27
Κι  εγκαταστάθη ο Ισραήλ στη χώρα της Αιγύπτου
Στη γη Γεσέμ. Κι ήταν αυτή  δική  του   ιδιοκτησία.
Κι αυξήθηκαν κι ακμάσανε πολύ οι απόγονοί  του.
Κι  ύστερα  από δεκαεφτά χρονιές στη  γη   Αιγύπτου
’Κατόν  σαράντα εφτά χρονών  ο Ιακώβ  εγίνη.
Και φτάσανε του Ισραήλ οι  μέρες να πεθάνει.
Και  φώναξε  τον  Ιωσήφ και  του ’πε: αν βρήκα χάρη
Κάποτε από  σένανε, το χέρι  σου από κάτω
Απ’ το  μηρό  μου  βάλε  το κι  ορκίσου κι  άλλη  μία
Πως  θα μου κάνεις-και πιστά ότι  θα την  τηρήσεις:
Τη  χάρη  πως  στην  Αίγυπτο δε   θα με  θάψεις  γιε  μου
Αλλά με  τους  πατέρες  μου  μαζί   θα μ’ αναπάψεις.
Ότι από την Αίγυπτο το σώμα μου  θα πάρεις
Και  μες στον  τάφο που   ειν’  αυτοί και  μένα θα με  θάψεις.
Κι αυτός του είπε: όπως  το λες, έτσι αυτό  θα γίνει.
Κι  ο Ιακώβ, ορκίσου  μου, του ’πε. Κι αυτός  ορκίστη.
Και  του ραβδιού του Ιωσήφ ο Ιακώβ την άκρη
Έσκυψε και  προσκύνησε.
XLVIII
Μετά απ' αυτά τον Ιωσήφ είχαν ειδοποιήσει
Πως ο πατέρας του ειν’ βαριά. Και παίρνοντας εκείνος
Τους γιους του Εφραίμ και Μανασσή, στον Ιακώβ επήγε.
Και του Ιακώβ πως έρχεται ο Ιωσήφ του είπαν
Και τότε δύναμη έβαλε ο Ισραήλ μεγάλη
Κι έκατσε στο κρεβάτι του. Και του Ιωσήφ του είπε:
Στη γη Λουζά της Χαναάν ο θεός μου φανερώθη
Και μου ’πε αφού μ’ ευλόγησε: εγώ θα σε πληθύνω
Κι ακμαίο θα σε κάνω εγώ, και λαών πολλών γενάρχη.
Και θα τη δώσω αυτή τη γη σε σένα και σε κείνους
Που θα ’ρθουνε κατόπι σου, δική σας να ’ναι πάντα.
Οι δύο γιοί που γέννησες πριν έρθω εγώ να μείνω
Μαζί σου εδώ στην Αίγυπτο, αυτοί δικοί μου είναι-
0 Μανασσή και ο Εφραίμ. Μου είναι όπως έχω
Το Συμεών και το Ρουβήν. Και τα παιδιά εκείνα
Που θα γεννήσεις ύστερα, αυτών των αδερφών τους
Των δυο θα ’χουν τα ονόματα. Κληρονομιά την ίδια
Θα ’χουν με την κληρονομιά που αυτοί οι δύο θα ’χουν.
Απ’ της Συρίας σα ’ρχόμουνα τη Μεσοποταμία
Πέθανε η μάννα σου η Ραχήλ στης Χαναάν τη χώρα,
Όταν εγώ στην Εφραθα γυρεύοντας να πάω
Κόντευα στον ιππόδρομο της Χαβραθά να φτάσω.
Και στον ιππόδρομο-εκεί την έχω θάψει εκείνη.
Κι η Εφραθά ειν’ η Βηθλεέμ.
XLVIII8
Κι όταν του Ιωσήφ τους γιους ο Ιακώβ τους είδε
Ρώτησε: τίνος ειν’ αυτοί; Κι ο Ιωσήφ του είπε:
(συνέχεια)
ΧΙΛΙΩΝ

Τι κι αν τις εντολές όλες τηρήσω
τι κι αν πιστέψω και μετανοήσω-
αφού έχω σκέψη και βουλή δική μου
σίγουρη έχω εγώ την Κόλασή μου.

Αφού βαδίζω κόντρα στον αέρα
τη νύχτα αφού εγώ την κάνω μέρα
την πέτρα αφού απ’ τον τόπο της την παίρνω
και όπου ο νους μου ορίζει τήνε φέρνω-

αφού αντίθετα ενεργώ στη Φύση
αντιστρατεύομαι το Θείο Μεθύσι.
Αφού χαλώ την Τάξη των Πραγμάτων
χιλίων είμαι άξιος θανάτων.
ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑ ΡΩΡΕΡΚΑΡ

Γλυκιά γυναίκα
χάρες γεμάτη
θεός ποιος σ’ έκα-
ν’ έτσι ευωδάτη

και σου επελέκα
σάρκα δροσάτη
κι άριστα δέκα
που παίρνει μάτι;

…Μ’ αφού δικιά μου
δε σ’ έχει κάνει-
όποιος κι αν είναι-
τότε γλυκιά μου
Χάρου δρεπάνι
για μένα γίνε.
Η Ιστορία δε γίνεται επιστήμη παρά όταν οι άνθρωποι έχουν θελήσει να διευθύνουν καθαρά την Ιστορία τους.
Χέγκελ, Φιλοσοφία της Φύσης

Από τον αληθινό αντίπαλο παίρνεις άπειρο θάρρος.
Φ. Κάφκα, Τα μπλε τετράδια

ΜΑΡΙΑ ΤΣΑΛΜΑ

Αν γυμνωνόμουν, οι συντρόφισσες θα βλέπανε
να ’ναι με μαχαιριές σημαδεμένο το κορμί μου όλο.

Ζωγράφισα στον τοίχο του κελιού μου μια γυναίκα
με ίδια σημάδια στο κορμί σαν τα δικά μου
και λέω πως καθώς εγώ, έτσι και κείνη τάχα
έχει χηρέψει από τους Ιταλούς,
οι Γερμανοί τα δυο παιδιά της έχουνε σκοτώσει,
κι η ίδια ήταν γραμμένη στο ΕΑΜ.
Γι αυτό και τήνε πιάσανε.

Και κάποια νύχτα τη σηκώσανε στις δύο
τη δέσαν σ' ένα ξυλοκρέβατο και λίγο λίγο
τήνε τρυπούσανε με τα μαχαίρια τους φωνάζοντας
σε κάθε νέο τρύπημα: "Λαϊκή δημοκρατία!" δυνατά.

Και χαίρομαι γιατί αυτήνε-τη ζωγραφισμένη-
να τη σκοτώσουν οι φασίστες δεν μπορούν
όπως εμένα θα σκοτώσουνε σε λίγες μέρες-γιατί
μετά ’πο τα βασανιστήρια
με δικάσανε εις θάνατον.
27 ΜΑΡΤΗ
ΗΜΕΡΑ ΘΕΑΤΡΟΥ
(στίχοι για παιδιά)

Τόσο κρυφοί είναι όλοι τους
και τόσο θλιβεροί
που λες κι ανακαλύψανε
τη γλώσσα, επειδή

να κρύψουνε γυρεύουνε
μ’ αυτήν κάθε δικό τους,
από γειτόνους, φίλους τους
...μα κι απ’ τον εαυτό τους.

Και σιχασιά όταν νιώσουνε
απ’ αυτό τους το κρυφτό,
στο θέατρο πηγαίνουνε,
για να ιδούν σ’ αυτό

τον εαυτό τους μ’ όλα του
τ’ άσχημα και κρυφά του,
κι έτσι να καταφέρουνε
να ’ρθούνε πιο κοντά του.

Κι όταν μας παίρνουνε μαζί
κι εμάς εκεί οι μεγάλοι
εμείς-και ας μην ξέρουμε
το έργο τι θα βγάλει

μα κερδισμένοι βγαίνουμε
από τα έργα όλα
γιατί σε κάθε διάλειμμα
πίνουμε κόκα-κόλα!..
ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ ΠΟΥ ΕΛΑΒΑ ΟΤΑΝ ΗΜΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ

«Κυρι-Γιώργη γεια σου, είμαι ο Μανώλης με τόνομα, θυμάμαι που σε είδα στο πάρτι που μου κάνανε τα παιδιά μου για τα εβδομήντα μου, θα το θυμάσαι και συ, όλο το γαμημένο το Λος Άντζελες το θυμάται και θα το θυμάται για χρόνια τόσο γκιουζέλ που ήτανε και θυμάμαι που μου είπανε για σένα αυτός είναι γιατρός και είπα γιατρός και να μην έχει παντελόνι να φορέσει δώστε του τού παιδιού δέκα χιλιάρικα να ντυθεί και μου είπανε δε θα τα πάρει και τότενες εκατάλαβα γιατί κυκλοφοράς με τρύπιο παντελόνι. Εγώ να πούμε δηλαδής κυρι-Γιώργη όχι που διαβάζω τα στιχάκια σου, ούτε να διαβάζω ξέρω ούτε και να γράφω και το γράμμα αυτό να πούμε μου το γράφει ο γιος μου, γιατί εγώ είμαι εμπορευάμενος άνθρωπος και όποιος δηλαδής δε δουλεύει παρά κάθεται και γρατζουνάει χαρτιά εγώ τόνε λέω να πούμε άχρηστον άνθρωπο και χαμένο κορμί και να με συμπαθάς να πούμε, όμως κανένανε γραμματιζούμενο δεν είδα να προκόβει. Εγώ τώρα κυρι-Γιώργη μου κονομάω καμιά κατοσταριά χιλιάρικα το μήνα, από μπικικίνια το λοιπό την έχω όμορφα μόνο ο γιος μου έχει μπλέξει με τα γράμματα όμως παιδί είναι λέω θα στρώσει μεγαλώνοντας. Και παίρνει κάθε μήνα μια φυλλάδα δικιά σου λέει και αυτό είναι τέχνη λέει. Τώρα όχι που εγώ είμαι αντίθετος με την τέχνη, εμένα και η τέχνη μου αρέσει και οι τεχνήτρες. Που χου το Σουλάκι να πούμε, αυτή να δεις τέχνη και στα κουνήματα και στη γλώσσα, δε λέω και το Μαράκι είναι τεχνήτρα καλή αλλά το Σουλάκι δεν το φτάνει (αυτά μην τα πεις στην κυρά μου, ούτε στην Αναστασία που σε ξέρει γιατί θα της τα πει). Τώρα βέβαια δηλαδής με τη δικιά σου τέχνη μπερδεύουμαι λιγάκι γιατί μου λέει ο γιος μου πως είναι λεπτή τέχνη, ναι, εδώ τον παρακολουθώ, μου λέει πως είναι όμορφο πράμα, ναι, εδώ τον παρακολουθώ, αλλά μου λέει πως γλιτώνει τον άνθρωπο από τον πόνο, ε, εδώ δεν τον παρακολουθώ γιατί εδώ που τα λέμε δηλαδής έναν πονοκέφαλο έχεις και δεν περνάει ούτε με τιλενόλ και θα περάσει με στιχάκια; Τότε θα είχανε κλείσει τα φαρμακεία αδερφέ μου. Και που λες ο γιος μου μού ’λεγε να σου διαβάσω στιχάκια πατέρα; κι εγώ για να μην το διαολοστείλω το παιδί του ’λεγα όχι τώρα παιδί μου έχω δουλειά. Όταν μου είπε όμως πως τα στιχάκια τα ποίματα πως τα λέτε μπορούνε να κάνουνε αθάνατο ένα όνομα, αυτό με χτύπησε στην καρδιά ίσα. Εδώ είσαι Μανώλη, είπα.  Γιατί εγώ είχα τον καημό πως όταν θα πεθάνω θα χαθεί μαζί και τόνομά μου και μαζί και όλη μου η καπατσοσύνη στο εμπόριο και στις μπίζινες. Μου ’λεγε η γυναίκα μου να φκιάσω αγάλματα δικά μου, ο γιος μου μού ’λεγε να χτίσω ουρανοξύστες που να μείνουνε και μετά από μένα. Όμως τους σεισμούς δεν τους λογαριάζουνε. Και ήμουνα σε μεγάλονε σεβντά και τότενες ήρθε ο γιος μου και μου εξήγησε το παιδί ας είναι καλά πως και όταν ακόμα οι ατομικές μπόμπες καταστρέψουνε τα πάντα πάνω στη γη και να μην υπάρχει να πούμε στη γης ούτε χαρτί ούτε μολύβι, ο άνθρωπος θα μπορεί να γράφει απάνου στις πέτρες και δεν είναι ψέματα, γράφανε κάποτε μου είπε το παιδί. Και βάλε μού λέει όλοι οι κληρονόμοι σου να ξέρουνε γράμματα και να τα μαθαίνουνε και στα παιδιά τους και αυτοί όλοι να μαθαίνουνε απόξω το ποίμα που θα σου γράψει αυτός ο κύριος, ώστε να μπορούνε να το γράφουνε σε πέτρα αν όλα τα άλλα θα χαθούνε. Κι εγώ πια τι να ’κανα, ας μην ήθελα ν' ακούω για γράμματα, αφού είναι έτσι παιδάκι μου του λέω, να πω κι εγώ στον κυρι-Γιώργη να γράψει και  μένα ένα ποίμα-πως το λες.
Και γι αυτό σου γράφω κυρι-Γιώργη, θέλω να γράψεις για το σουρπρίζ-πάρτι που μου κάνανε στα γενέθλιά μου και ήσουνα και εσύ και τα ξέρεις από πρώτο χέρι. Θέλω να με θυμούνται όχι για δυόμισι χιλιάδες χρόνια που θυμούνται τους αρχαίους που λέει το παιδί, αλλά για πάντοτε. Γιατί να πούμε τι είναι δυόμισι χιλιάρικα; Ένα μεροκάματο είναι για μένα. To λοιπό κυρι-Γιώργη μου γράψε το τραγουδάκι σου αυτό για μένα και θέλω να είναι εγγυημένο για κατομμύρια χρόνια. Κι άμα θέλεις λεφτά και πεντακόσα μπάξα να μου ζητήσεις για κάθε γραμμή τα 'χεις ρε μάγκα, σου το 'πα από μπικικίνια άλλο τίποτα να φαν κι οι κότες.
Άν θέλεις τίποτα λεπτομέρειες για να βάλεις στο τραγούδι σου, τηλεφώνα μου, φαστφουντάδικα ο Μανώλης, όλο το γαμημένο το Λος Άντζελες με ξέρει.»

Ο Μανώλης είναι πράγματι ένας από τους πλούσιους έλληνες του Λος Άντζελες. Και το πάρτι των γενεθλίων του ήτανε πράγματι εντυπωσιακό. Και η οικογένειά του είναι μια σωστή ελληνική οικογένεια! Με μεγάλη μου ευχαρίστηση λοιπόν ανταποκρίθηκα στην επιθυμία του Μανώλη.

Κυριακή, 27 Μαρτίου 2016

ΑΛΛΑΓΗ ΩΡΑΣ

Τα ρολόγια θα πάνε μπροστά
μία ώρα
λες και χρόνο πολύ μας χρωστά
τούτη η χώρα.

Μία ώρα πιο αργά θα ξυπνά
ο λαός μας
κι ο καιρός πιο γοργά θα περνά
ο κακός μας.

Μα η ώρα ή πάει μπροστά
ή πάει πίσω
τα γυμνά μου εγώ πάλι οστά
θα μετρήσω-

πάλι ο ήλιος θα εκπέμπει καυτά
φωτοβέλη
και τις ώρες χωρίς να μετρά
θ' ανατέλλει.
Πέντε πρωί. Ανάμεσα ύπνου και ξύπνιου. Το δίπλα μου ραδιόφωνο μιλάει για μονοπάτια για περπάτημα, για καταφύγια, για ορεινές διαδρομές του Ταύγετου. Το ακούω σαν μέσα σε όνειρο. Κι ο νους από μια λέξη που ακούει φέρνει στη θύμηση, θολή ακόμα απ’ του Μορφέα τη ραστώνη πρόσωπα, ιδέες, πράγματα, μοίρες και κατάντιες.
Κι ακούω Λογγανίκο και Λογγάστρα. Και προβαίνει ο παππούς μου και μιλάει στο μεσημεριανό τραπέζι για τις δουλειές που έχει πάρει στα δυο χωριά, για βρύσες και σωληνώσεις και για έργα κοινοτικά της δουλειάς του. Και «Λογγ» και «Λογγ» ωραία ακούγονται μες στο σκοτάδι, καθώς με του παππού την παιχνιδιάρικη  καρδιά ταιριάζουνε.
Και έρχεται το μοίρασμα στους γείτονες απ’ τον παππού κάθε χρονιά των σταφυλιών απ΄τις κληματαριές που τις βαραίναν οι καρποί τους. Και έρχεται το μαγαζί του στο κέντρο της πόλης και ο Καραμπίνης, συνεργάτης του στη δουλειά, κουμουνιστής, που δεν υπόγραφε και τόνε φυλακίζαν κάθε τόσο. Και να και οι «κούκλες» που έπαιζε με τα παιδάκια γέρος άνθρωπος αυτός, ο παππούς: βαφτίσια και παντρολογήματα ανάμεσα σε κούκλες, εκεί, στον κήπο του σπιτιού, στη Σπάρτη, τον κήπο τον γεμάτο με δέντρα ευλογημένα. Και τα κουφέτα που συνόδευαν τον κάθε γάμο ή βάφτισμα, να είναι εκείνα που τα αγόρια μόνον γι αυτά γνοιάζονταν παρά για γάμους και βαφτίσια.
Ο κήπος! Ένας μικρός παράδεισος για το μικρό παιδί. Σταφύλια σαν εκείνα της Χαναάν, που έκαναν το Μωυσή όταν τα είδε, να αποφασίσει την κατάκτησή της, πορτοκαλιές με τα χρυσά των Εσπερίδων μήλα, μανταρινιές σπιρτόζες, ροδιές με τα πολύσπερμά τους θαύματα, μια καϊσιά ψηλή, δώρο της Κίνας στους ανθρώπους, με αμέτρητους επάνω της καρπούς μελένιους και με μια σκάλα-μόνο για μένα λες μόνιμα επάνω της ακουμπισμένη.
Κι ακούω Τρύπη. Το υδραγωγείο της το είχε φτιάξει ο παππούς. Για τη δουλειά του αυτή όπως και για άλλες πληρώνονταν καλά με είδος περισσότερο παρά με χρήμα. Γι αυτό γεμάτες ήτανε οι αποθήκες του σπιτιού με λάδι, σταφίδες, μαρμελάδες, ξηρούς καρπούς, συντηρημένα τρόφιμα και ό,τι άλλο χρειαζούμενο.
Κι ακούω Κάστορας ποταμός. Και έρχεται μπροστά μου ο Δίας ο νεφεληγερέτης αγκαλιά με τη Λήδα, κι έρχεται η ωραία Ελένη κλεμμένη απ’ το Θησέα για να την παντρευτεί.
Και να κι ο Πάρις και ο πόλεμος της Τροίας.
Κι ακούω Καστόρι, το χωριό στη μνήμη του Διογέννητου του Κάστορα.
Κι ακούω για ψωμί φρυγανισμένο ποτισμένο με αγουρόλαδο που τρέχει ποταμός από της Σπάρτης τα λιοτρίβια.
Και να κι η Σπάρτη ένας παράδεισος για ένα παιδί που σ’ αυτήν γεννήθηκε, τα πρώτα χρόνια της ζωής του τα ’ζησε σ’ αυτήν, και που εκείνη ήταν γι αυτόν σπίτι και λίκνο και ζεστασιά και φιλία και ξέγνοιαστη ζωή. Και το παράπονο: Γιατί να φύγει από κει; Ποια μοίρα τον έστειλε σε πόλεις-Κόλασες  να ζήσει;
Η Κούλα, τον έπαιρνε στο σπίτι της, δυο χρονών παιδάκι, τα καλοκαίρια που ο ήλιος έσφυζε από δύναμη, και τόνε κάθιζε στο πρεβάζι του χαμηλού παράθυρου του σπιτιού της. Εκεί έκοβε κρύο καρπούζι σε κομμάτια και προβάλλοντας το πιρούνι με καρφωμένο στην άκρη του ένα κομματάκι από τον λαχταριστό καρπό, έλεγε στο παιδί κρατώντας μπρος στο στόμα του το λαχταριστό φρούτο: Πες ζήτω ο βασιλιας!-τι άλλο θα του ζήταγαν να πει στη Σπάρτη τη βασιλογέννητη και βασιλοθρεμμένη; Και το παιδί έλεγε ζήτω ο βασιλιάς και για αμοιβή του το καρπούζι εύφραινε το διψασμένο στόμα του.
Και με πνίγουν και με ζαλίζουνε οι θύμησες και μισοξύπνιος ονειρεύομαι το όνειρο. Το φίλο των πρώτων χρόνων της ζωής μου τον Κωστάκη, την αδερφή του την Ελένη, πιστό αντίγραφο της τότε Ελένης του Μενέλαου ή του Πάρι, τις βεγγέρες τα βράδια του καλοκαιριού, τα παραμύθια, τα… τις… τον… για όποιο γένος και για όποια πτώση, πλήθος οι θύμησες οι αξέχαστες. Και λέω μέσα μου να γράψω για όλα αυτά όταν σηκωθώ. Και για να μην ξεχάσω όσα να γράψω έχω, μένω ξάγρυπνος. Μα απ’ την ανάγκη να βγει από μέσα μου λίγο έστω κι απ’ αυτό το βάρος, σηκώνομαι και ώρα έξι το πρωί γράφω. Κι ύστερα δεν πετάω ότι έγραψα γιατί της επικοινωνίας η κατάρα, που τόσα δεινά έχει σωρέψει στην ανθρωπότητα, μου στριγγλίζει να τα βγάλω κι αυτά στην αγορά. Στην αγορά, όπου σαν να ’ναι ο καθείς ένας pack rat, φορτώνεται με τόσα πράγματα άχρηστα, ώσπου στο τέλος δεν μπορεί να κουβαλήσει ούτε τα περιττά κι ανώφελα δικά του. Και που τέλος παραδίνεται στο Χάος σαν άδειο ένα σακί και σαν αστείο άθυρμα, όπως της συναναστροφής και της κοινωνικότητας τα ολέθρια πλοκάμια τον έχουν καταντήσει.
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΑΒΕΡΝΑ
ΣΤΟ ΛΟΣ ΑΝΤΖΕΛΕΣ


Γυμνόστηθες Καρυάτιδες
γύψινες και στον τοίχο κολλημένες
τροφή για τους απάτριδες
μαζί με τις πατάτες τις ψημένες.

Ο γύψινος Ηνίοχος
ανάμεσα στα φρούτα και στο πιάνο
κι ο κύριος Αντίοχος
σκυφτός στα φοροχάρτια του επάνω.

Η Αθήνα στο Λος Άντζελες
με λιόλαδο τζατζίκι και κεφτέδες-
τι άλλο φίλε θα 'θελες
από ένα μαγαζί για εμιγκρέδες;

Ως και τα δυο αδιάφορα
γκαρσόνια που νυστάζανε λιγάκι
στο νεύμα του εστιάτορα
χορέψανε αυθόρμητα συρτάκι.
“Flowering plants flourished
during the paleocene epock...”
(NEW ENCYCLOPEDIA OF SCIENCE)


Φαντάσου το νιογέννητο χώμα να σκέπουν άνθη.
Φαντάσου χρωματόπνιχτα τα βάθη χαραδρών.
Φαντάσου την ατμόσφαιρα να μην πληγώνουν πάθη
ούτε τη γη πατημασιές ανθρώπινων ποδιών.

Φαντάσου ένας ολάνθιστος η γη να είναι κήπος
που βλέποντας κατάπληκτα να μένουν τα πουλιά
και να υμνούν τον πλάστη τους δίχως το φόβο μήπως
δίποδα όντα λογικά τους κόψουν τη μιλιά.

Ή αν σε βολεί καλλίτερα φαντάσου μια παρθένα
(μπορείς ακόμα τάχατες έστω να φανταστείς;)-
μιαν ασυντρόφευτη, μικρή, χαρούμενη παρθένα
πριν ούτε ακόμα φαντασιά να είναι ο βιαστής.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 27-3-16 
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Β´ 1 - 12

1 Καὶ Χαζοχαρούμενος εἰσῆλθε δι’ ἡμερῶν πάλιν εἰς Αθήνας εκ Βρυξελλών καὶ ἠκούσθη ὅτι εἰς Δημοψήφισμα ἐστι. 2 καὶ εὐθέως συνήχθησαν πολλοὶ, ὥστε μηκέτι χωρεῖν μηδὲ τὰ πρὸς τὴν θύραν· καὶ ἐλάλει αὐτοῖς τὸν λόγον. 3 καὶ ἔρχονται πρὸς αὐτὸν, το Δεύτερον Μνημόνιον παράλυτον φέροντες, αἰρόμενον ὑπὸ τεσσάρων. 4 καὶ μὴ δυνάμενοι προσεγγίσαι αὐτῷ διὰ τὸν ὄχλον, ἀπεστέγασαν τὴν στέγην ὅπου ἦν, καὶ ἐξορύξαντες χαλῶσι τὸν κράβαττον, ἐφ’ ᾧ το Δεύτερον Μνημόνιον παραλυτικόν κατέκειτο. 5 ἰδὼν δὲ ὁ Χαζοχαρούμενος την αφροσύνην αὐτῶν λέγει τῷ Δευτέρω Μνημονίω τω παραλυτικώ· Τέκνον, αἱ ἁμαρτίαι σου μεγάλαι και ου δύνανται αφεθείναι. 6 ἦσαν δέ τινες τῶν Δεξιών Πολιτικών ἐκεῖ καθήμενοι καὶ διαλογιζόμενοι ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν· 7 Τί οὗτος λαλεῖ τοιαύτας βλασφημίας; ούτως ισχυρός ών ου δύναται ἀφιέναι ἁμαρτίας; 8 καὶ εὐθέως ἐπιγνοὺς ὁ Χαζοχαρούμενος τῷ πνεύματι αὐτοῦ ὅτι οὕτως αὐτοὶ διαλογίζονται ἐν ἑαυτοῖς εἶπεν αὐτοῖς· Τί ταῦτα διαλογίζεσθε ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν; 9 τί ἐστιν εὐκοπώτερον, εἰπεῖν τῷ παραλυτικώ Δευτέρω Μνημονίω: ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι, ἢ αντ’ αυτού ποιήσαι Μνημόνιον Τρίτον, Νέον, ευδιάθετον και ζωηρόν; 10 ἵνα δὲ εἰδῆτε ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ υἱὸς τοῦ Λαϊκισμού δημιουργείν ἐπὶ τῆς γῆς  - λέγει τω Δευτέρω Μνημονίω τῷ παραλυτικῷ. 11 Σοὶ λέγω, ὕπαγε εἰς την γέενναν του πυρός. 12 καὶ εὐθέως, το Δεύτερον Μνημόνιον το παραλυτικόν ηφανίσθη ἐναντίον πάντων, και Τρίτον Μνημόνιον ζωηρόν και ευδιάθετον εγεννήθη, ὥστε ἐξίστασθαι πάντας καὶ βλασφημείν τὸν Χαζοχαρούμενον λέγοντας ὅτι οὐδέποτε οὕτως εἴδομεν. 

Σάββατο, 26 Μαρτίου 2016

Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)
Και στάρι στον πατέρα του έδινε και στ’ αδέρφια
Και σ’ όλο του πατέρα του ο Ιωσήφ το σόι
Ανάλογα με τ’ άτομα της κάθε οικογένειας.
XLVII13
Και ο λιμός περίσσεψε και στάρι η γης δεν είχε.
Κι η Αίγυπτος κι η Χαναάν απ’ το λιμό μαράναν.
Κι όλο το χρήμα ο Ιωσήφ μάζεψε που υπήρχε
Σε Χαναάν και σ’ Αίγυπτο, πουλώντας το σιτάρι
Που οι κάτοικοι αγόραζαν. Κι ο Ιωσήφ στον οίκο
Συγκέντρωσε του Φαραώ τα χρήματα τους όλα.
Και σ’ Αίγυπτο και Χαναάν χρήματα δεν υπήρχαν.
Και πήγαν οι Αιγύπτιοι στον Ιωσήφ και του ’παν:
Δος μας ψωμί, γιατί αλλιώς χανόμαστε απ’ την πείνα.
Τα χρήματα μας τέλειωσαν. Κι ο Ιωσήφ τους είπε:
Αφού λεφτά δεν έχετε, τα ζώα σας να μου φέρτε
Και θα σας δώσω εγώ ψωμί. Κι αυτοί πήγαν και φέραν
Τα ζώα τους στον Ιωσήφ. Κι ο Ιωσήφ σε κείνους
Για τ’ άλογα, τα πρόβατα, τα βόδια και τους όνους,
Ψωμί τους έδωσε να φαν. Και για τον χρόνο αυτόνε
Τους έθρεψε μ’ αντάλλαγμα τα ζώα τους εκείνους.
Και πέρασε κείνη η χρονιά, και ήρθανε και πάλι
Τη δεύτερη χρονιά σ’ αυτόν και του ’πανε: κύριέ μας
Θ’ αφήσεις να πεθάνουμε; Πάνε τα χρήματα μας
Και σου ’χουμε δοσμένα εμείς τα ζώα και το βιος μας.
Δεν έχουμε άλλο παρά πια το ίδιο μας το σώμα
Και τα χωράφια μας. Γι αυτό, και μείς να μη χαθούμε
Κι έρημη να μη μείνει η γης, εμάς πάρε μας δούλους
Και κάνε τα χωράφια μας δική σου περιουσία-
Κι αντίς γι αυτά δος μας ψωμί, κι ο Φαραώ δικά του
Θα ’χει και τα χωράφια μας κι εμάς. Μον’ δος μας στάρι
Να σπείρουμε να ζήσουμε και μείς να μη χαθούμε,
Κι ούτε η γη να ερημωθεί. Κι ο Ιωσήφ επήρε
Κι όλη έδωσε στο Φαραώ τη γη των Αιγυπτίων,
Γιατί οι Αιγύπτιοι δώσανε στο Φαραώ τη γη τους-
Γιατί τους έσφιξε ο λιμός, γ ι αυτό και του τη δώσαν.
Και δούλους έδωσε σ’ αυτόν όλους τους Αιγυπτίους
Από τη μια ως την άλληνε την άκρη της Αιγύπτου,
Εκτός της γης που οι ιερείς ορίζανε. Αυτήνε
Δεν τήνε πήρε ο Ιωσήφ, γιατί έδινε σιτάρι
Στους ιερείς ο Φαραώ, και τρώγαν από κείνο.
Γι αυτό και τα χωράφια τους εκείνοι δεν πούλησαν.
Και τότε είπε ο Ιωσήφ σ’ όλους τους Αιγυπτίους:
Εσάς και τα χωράφια σας σήμερα τα ’χω κάνει
Ιδιοκτησία του Φαραώ. Λοιπόν να! Σπόρο πάρτε,
Σπείρτε τη γη, κι όταν θα ’ρθεί του θερισμού η ώρα,
Το ένα πέμπτο της σοδειάς στο Φαραώ θα δώστε,
Και θα ’ναι τ’ άλλα τέσσερα δικά σας, και για σπόρο,
Και για να τρέφεστε μ’ αυτά και σεις κι οι οικογένειες σας.
Κι είπαν αυτοί: μας έσωσες. Μεγάλη είναι η χάρη
Που ο κύριος έκανε σε μας. Δούλοι από δω και πέρα
θα είμαστε του Φαραώ. Κι είχε για κείνους βγάλει
Μια διαταγή ο Ιωσήφ που ως σήμερα υπάρχει,
(συνέχεια)
ΣΑΝ ΠΕΡΙΒΟΛΙ

Καθώς Θεέ τους βόλους του
μικρό παιδί κρατάει
και Συ μες στην παλάμη Σου
ίδια κρατείς την Πλάση.

Κι όταν γυρίζεις να τη δεις
από χαρά μεθάει
κι όταν μια λέξη θα της πεις
ανθεί σαν περιβόλι.
Η ΔΕΙΛΙΑ ΤΩΝ ΣΥΜΠΑΝΤΩΝ

Η Δείλια των Συμπάντων
και ο Ανεύθυνος των Ουρανών
βρεθήκανε πάνω στη γης μια μέρα.
Εκείνη τρέμοντας σε κάθε αγεροφύσημα
κι Εκείνος έχοντας ξεχάσει και γιατί ήρθε.

«Έτσι ως τρέμουνε μ’ αρέσουνε τα στήθια σου», της είπε.
«Φοβάμαι», είπε Αυτή,
«ως και τις μύγες που πετάνε.
Πάρε με στην αγκάλη Σου και ’σύχασέ με.»

«Έτσι όπως Σ’ έχω εδώ κλεισμένη
κι έτσι που τίποτα να κάνουμε δεν έχουμε άλλο
τι θα ’λεγες ν’ αφήσουμε παιδί ένα ’δώ;»
«Αν έτσι θέλεις ναι. Μα φύλαγέ με από τις σκιές
κι από της χλόης το πράσινο”

Και τήνε σφιχταγκάλιασε αυτός
πόθο γεμάτος, τετοιον,
που οι φοβισμένες μόνον οι γυναίκες
στον άντρα τον εγωιστή γεννούνε.

Και μήνες ύστερα εννιά
γεννήθηκε το έθνος των ελλήνων.

Η Ιστορία δεν γίνεται επιστήμη παρά όταν οι άνθρωποι έχουν θελήσει να διευθύνουν καθαρά την Ιστορία τους.
Χέγκελ, Φιλοσοφία της Φύσης


Από τον αληθινό αντίπαλο παίρνεις άπειρο θάρρος.
Φ. Κάφκα, Τα μπλε τετράδια



Η ΓΙΑΓΙΑ Η ΜΑΜΑΛΙΝΑ
(από τον καιρό του φασισμού)

Οι αριθμοί δε φτάνουν να μετρήσω.
Το ένα μου παιδί σκοτώθηκε στην Αλβανία.
Αχ! Το "ένα" όταν πεις, τους αριθμούς τους είπες όλους
όπως όταν λέμε "ρόδι" έχουμε τα σπόρια του όλα πει…

Το άλλο το σκότωσαν οι Γερμανοί.
Καθάριζα χόρτα για το μεσημεριανό του όταν μου το ’πανε.
Τ’ αποκαθάρισα, τα έπλυνα, τα έβρασα
και το μονοπάτι επήρα για την άλλη γειτονιά.
Ήξερα κει εν’ άρρωστο παιδί, φίλο του γιου μου.
Του τα ’δωσα.
Τι να μετράς; Οι αριθμοί δε φτάνουν να μετρήσεις ως το δύο.

Το τρίτο μού το σκότωσε το απόσπασμα
γιατί μιλούσε για λευτεριά και για δημοκρατία.
Μ’ ένα μαντήλι πήρα λίγο από το αίμα του
κι έβαψα εν’ άσπρο κρίνο στην αυλή. Από τότε
κόκκινοι ως τα σήμερα μαθαίνω
πως βγαίνουνε οι κρίνοι στην αυλή μου.

Μου μένει ένα στερνό παιδί.
Το ψάχνανε γιατί έκανε αντάρτης κι έπρεπε
γι αυτό, λέει, να πεθάνει.
Και με βασάνιζαν ενενηντάχρονη
για να τους πω πού κρύβεται.

Δεν άνοιξα το στόμα μου.
Φυλακή με βάλανε ισόβια
(ισόβια… ως και τις λέξεις βασανίζουνε…)
Και είμαι σίγουρη πως όσο και να ψάξουνε
ποτέ τον γιο μου αυτόν δε θα τον βρούνε. Γιατί πονετικά
σαν μάννα που αληθινά φροντίζει για το γιο της
σπόρο στη μήτρα πάλι-μέσα μου-τον έβαλα.
ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑ ΡΩΡΕΡΚΑΡ

Πόσο θα ήμουνα κενός και φαύλος
αν μόνον του κορμιού σας εμετρούσα
τα όμορφα και τ’ άγια και τα πλούσ’α,
όπως μαζί σας κάνει κάθε άλλος...

Και καιροσκόπος θα ’μουνα μεγάλος
κι ανυπερθέτως θα σας αδικούσα
αν στη φωνή σας μέσα δε γροικούσα
της Αρμονίας ν’ αντηχεί το Κάλλος.

Κι αν δεν μπορείτε να με ακολουθείστε
σ’ αυτόν, κυρία, τον συλλογισμό μου
ο φταίχτης-όχι-σεις γι αυτό δεν είστε:
είναι που μέσα στο φτωχό μυαλό μου
μέσα σας ό,τι εχώρεσε να κλείστε,
κυρία, ξεπερνάει τον εαυτό μου.

Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2016

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ

Απ' τη ζωή αν γαντζώνομαι
σα γάτα πα’ σε δέντρο
που να γλιτώσει απ’ του σκυλιού
πασκίζει τα σαγόνια

δεν είναι γιατί μέσα της
φτηνές χαρές γυρεύω
δεν είναι τόπους για να δω
ή πλούτη να μαζέψω.

Απ' τη ζωή αν γαντζώνομαι
δεν είναι για να ζήσω-
είναι για να 'χω τον καιρό,
Θε μου, να Σε γνωρίσω.
                Ο ΜΙΣΘΟΣ

Όταν στο κρύο θα σέρνεσαι κρεβάτι
με άσβεστη την πεθυμιά στο μάτι
η ψεύτικη αγωνιώντας μη χαλάσει
παράσταση που έχεις ετοιμάσει

τότε η μνήμη σου σε μένα θα γυρίζει
και το μαρτύριο φοβερότερο θ' αρχίζει
καθώς τις νύχτες μας τις πια χαμένες
θ' αναθυμάσαι τις φλογισμένες.

Μα πιο πολύ γελώ κι ευχαριστιέμαι
ότι φοβάσαι να του πεις-μήπως γελιέμαι;-
γι αυτές τις νύχτες: θα θυμώσει
και τον μισθό σου δε θα σου δώσει.
                 Η ΣΚΑΛΑ

Ακουμπισμένη σ’ ενός τοίχου
ή σε μιας υπολήψεως την επιφάνεια
γερτή, φέγγουσα και διάτρητος
στην ίδια πάντα θέση
αναμένει και υπομένει.

Αειθαλής και φυλλοβόλος
το άνω και το κάτω συνδέουσα
τη πτώσιν και την άνοδον γεφυρούσα
σοφή καί επαϊουσα
πάντοτε εκεί στέκει.

Όταν δεν εργάζεται
τα χέρια της επιδέξια ξεχωρίζουν
ισοπαχείς δέσμες ξανθών τριχών
και με χρυσά πιαστράκια τις στερεώνουν
στου μεταλλικού κρανίου της την επιφάνεια.

Και όταν ένα μικρό παιδί πάει ν' ανέβει
σκύβει
το παίρνει από το χέρι και αυτή
τα βήματά του τρυφερά οδηγεί.
        ΖΩΓΡΑΦΙΣΕ ΜΕ

Ζωγράφισέ με μ' ένα στέμμα
στην κορυφή του κεφαλιού.
Ζωγράφισέ με μ' ένα βλέμμα
υπερηφάνου αγριμιού.

Και στου χεριού κρύψε τη όψη
μια νευρικότητα όταν γράφει-
κανείς αμέσως να μη νιώθει-
ξέρετε δα σεις οι ζωγράφοι...

Τ' άλλα ως συνήθως να τα φκιάσεις'
ούτε πολύ κοινά ούτε σπάνια.
Μόνον αυτά να μην ξεχάσεις:
δύναμη, πείσμα, περηφάνια.
                       ΕΦΙΆΛΤΗΣ

«Και να ’μαι στην Αντίκυρα επικηρυγμένος.
Για προδοσία!
Μα κανείς, προδότης για να ’ναι, ν’ ανήκει πρέπει κάπου.
Κι εγώ δεν ανήκω πουθενά.
Ποιος ξέρει από πού έρχομαι… όμως σίγουρα
έλληνας δεν είμαι.
Και τους μισώ τους έλληνες.

Γύρισα όλη την Απία.
Και Αθήνα, Θήβες, Θεσσαλία…
Παντού βάρβαρα φύλα ελληνικά-
αφέντες πλούσιοι αυτοί και δούλοι όλοι οι άλλοι!

Προδότης!
Αλλ’ αν επικρατούσανε οι Πέρσες
και σατράπης ήμουνα του Πανελλήνιου τώρα,
ο Λεωνίδας τότε θα ’τανε ο προδότης.
Και χαρά στην προδοσία-αυτός 
Έτσι ή αλλιλώς θα εχάνονταν από τους Πέρσες…
Ύστερα χίλιοι εφύλαγαν Φωκείς το μονοπάτι:
θα πει πως τον εχθρό και από κει τον περιμένανε.
Αν τους ενίκησε δικό τους θέμα.
Και πάλι
όταν χάνουν όποιοι έλληνες
ένας προδότης σίγουρα δε φταίει;..

Κι αν επιμένουν να με θέλουνε προδότη
να μου χρωστάνε χάρη πρέπει
γιατί την αγωνία τους εκόντεψα.
Ή μη το θάρρος να προδώσεις δεν περσεύει
απ’ το να σκοτωθείς για την πατρίδα;

Μα έτσι κι αλλιώς έγραψα ιστορία.
Θα με θυμούνται όλοι.
Όπως τον Ηρόστρατο εμείς θυμόμαστε.»

Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2016

Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)

Κι αυτά των γιων του Ισραήλ είναι τα ονόματά τους
Με τον πατέρα τους Ιακώβ στην Αίγυπτο που μπήκαν:
Ο πρώτος γιός του Ιακώβ Ρουβήν, με τα παιδιά του
Ενώχ, Φαλλό, Ασρών, Χαρμί. Του Συμεών οι γιοί ήταν
Αώδ, Αχείν, Σαάρ, Ιαμείν, Ιεμουήλ, κι ακόμα
Ο Σαούλ, της Χανανίτιδας. Και του Λευί οι γιοί ήταν
Γηρσών και Καθ και Μεραρί. Κι ήταν παιδιά του Ιούδα
Ο Ηρ κι ο Αυνάν που πέθαναν στης Χαναάν τη χώρα,
Και οι Σηλώμ, Φαρές, Ζανά. Και του Φαρές παιδιά του 
Ήταν ο Εσρώμ κι ο Ιεμουήλ. Κι ήταν παιδιά του Ισσάχαρ
Θωλά, Φουά, Ασούμ, Σαμβράν. Του Ζαβουλών γιοί ήσαν
Σερέδ, Αλλών και Αχοήλ. Αυτοί ήσαν γιοί της Λείας,
Που στης Συρίας γέννησε τη Μεσοποταμία
Στον Ιακώβ. Κι ήταν μαζί κι η κόρη του η Δείνα.
Σύνολο τριάντα τρείς ψυχές οι γιοί του και οι κόρες.
Του Γαδ οι γιοί: Σαφών, Αγγίς, Σαννίς, Αηδείς, κι ακόμα
Αροηδείς, Αρεηλείς, και Θασοβάν. Και γιοί ήσαν
Του Ασήρ: Ιεμνά, Ιεσσουά, Βαριά, Ιεούλ. Κι η Σάρα
Η αδερφή τους ήτανε. Και του Βαριά οι γιοί ήσαν
Μελχιίλ, Χοβόρ. Κι ήταν αυτοί γιοί της Ζελφά, που ο Λάβαν
Στη θυγατέρα του έδωσε τη Λεία, και που είχε
Αυτή γεννήσει στον Ιακώβ όλες ψυχές δεκάξι.
Και της γυναίκας του Ιακώβ Ραχήλ, παιδιά της ήσαν
Ο Ιωσήφ κι ο Βενιαμίν. Κι η Ασενέθ γεννάει
Στην Αίγυπτο, στον Ιωσήφ, του Πετεφρή η κόρη,
Ιερέα της Ηλιούπολης, και δύο γιους του δίνει-
Τον Μανασσή και τον Εφραίμ. Και τον Μαχίρ η Σύρα
Η παλλακίδα του γεννάει στο Μανασσή. Κι εκείνος
Τον Γαλαάδ εγέννησε. Και ο Εφραίμ δυο είχε-
Ο αδερφός του Μανασσή- αγόρια γεννημένα,
Τον Σουταλαάμ και τον Ταάμ. Του Σουταλαάμ γιός ήταν
Ένας: ο Εδώμ. Κι ο Βενιαμίν τρία παιδιά γεννάει,
Βαλά, Βεχόρ και τον Ασβήλ. Και του Βαλά οι γιοί ήσαν:
Γηρά, Νοεμάν, Αγχίς και Ρως, και ο Μαρφίμ. Κι ο μόνος
Γιός του Γηρά ήταν ο Αράδ. Απ’ τη Ραχήλ αυτοί ήταν
Οι γιοί που είχε ο Ιακώβ-και δεκοχτώ ήσαν όλοι.
Και γιός του Δαν ήταν ο Ασόμ. Του Νεφθαλί οι: Ισσάαρ,
Ασιήλ, Γωνί, και ο Σαλλήμ. Γιοί της Βαλλάς αυτοί 'ταν
Που ’δωσε ο Λάβαν στη Ραχήλ, την κόρη του, και που είχε
Γεννήσει αυτή στον Ιακώβ, ψυχές εφτά όλες όλες.
Και όλοι μες στην Αίγυπτο με τον Ιακώβ που μπήκαν
Και γεννήθηκαν απ’ αυτόν, εκτός απ’ τις γυναίκες
Που τα παιδιά του πήρανε, σύνολο εξήντα έξη.
Και τα παιδιά του Ιωσήφ ψυχές εννέα ήταν
Που ’κανε αυτός στην Αίγυπτο. Και οι ψυχές τώρα όλες
Της οικογένειας του Ιακώβ που ήτανε μαζί του
Στην Αίγυπτο, συνολικά ’βδομηνταπέντε ήταν.
ΧLVΊ28
Κι ο Ιακώβ μπροστά απ’  αυτόν έστειλε τον Ιούδα
Στον Ιωσήφ, ώστε αυτός να τόνε συναντήσει
Στη γη που λένε Ραμεσσή, την Πόλη των Ηρώων.
Και τ’ άρματά του έζεψε ο Ιωσήφ και πήγε
Προς τον πατέρα του Ισραήλ, στην Πόλη των Ηρώων.
(συνέχεια)
ΤΗΝ ΑΓΧΟΝΗ 

Τα ζώα εκκρίνουν θανατικό.
Τα δέντρα διαπνέουν υδροκυάνιο.
Το χώμα είναι σκόνη φαρμακερή
κι ό ήλιος με τις ακτίνες του μας σκοτώνει.

Εμείς με ύφος γιορταστικό
τον κόσμο μας υμνούμε το σπάνιο
τη γη ευγνωμονούμε την καρπερή
και του φωτός λατρεύουμε την αγχόνη.
ΤΑ ΚΙΝΕΖΑΚΙΑ

Είναι κάτι κινεζά-κάτι κινεζάκια
σαν τα πορσελάνινα τεχνικά βαζάκια
που προσμένουνε θαρρείς τ’ άνοιγμα της βρύσης-
που προσμένουνε θαρρείς-αχ-να τα γεμίσεις.

Μην τ' αφήσεις να χαθούν, Μούσα, μην τ' αφήσεις.
Μες σε τούτες τις γραμμές πρόφτασε να κλείσεις
λίγο από το λάγγεμα που ’χουν στα ματάκια
κάτι ζέκια... κάτι να... κάτι κινεζάκια...
ΤΑ ΕΥΩΔΗ

Απ’ αυτές φτιαγμένοι για παιχνίδι τους.
Και μας παίζουν. Και γελούν μαζί μας. Και το μεγάλο
βουβό κύμα ιππεύοντας, μάς φτάνουν
όσο μακριά κι αν,
από τη θέα τους πάμε.

Αν ήμασταν ανέμελοι παιχνιδιστές και αν
την παλιά ελπίδα δεν ξανανιώναμε
με κάθε νέο κοίταγμά τους, σαν όπως η σαπίλα
με κάθε καινούργιο θάνατό μας ξανανιώνει,
ω! ευφρόσυνα τότε θα δεχόμασταν τα μικρά
σαν χάδια χτυπήματά τους στις παρειές,
και τη βελόνα
που κάθε τόσο μας τρυπούν
να δουν αν αιστανόμαστε.
Και θα φορούσαμε μάλιστα μανδύες βαθυέρυθρους
να μας ξεχώριζαν μες στ’ άλλα-
τα ευώδη αθύρματά τους.
8:19 μμ 24/3/2016

Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2016


Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)

Όταν τον είδε, χύθηκε μέσα στην αγκαλιά του
Κι έκλαιγε ασταμάτητα. Κι ο Ισραήλ του είπε:
Αφού σε είδα, και αφού πως ζεις ακόμα είδα,
Απ’ τη στιγμή κι ύστερα αυτή, δε νοιάζομαι, ας πεθάνω.
Κι ο Ιωσήφ στ’ αδέρφια του: στο Φαραώ, τους είπε,
θα πάω, και, του πατέρα μου, θα του ειπώ, το σόι
Που ήτανε στη Χαναάν, ήρθε σε μένα τώρα.
Οι άνθρωποι αυτοί είναι βοσκοί γιατ’ ήταν κτηνοτρόφοι.
Κι ήρθανε με τα βόδια τους, μ’ όλα τους τ’ άλλα ζώα,
Κι όλα τους τα υπάρχοντα. Λοιπόν αν σας καλέσει
Και σας ρωτήσει ο Φαραώ ποια είναι η δουλειά σας,
θα του ειπείτε οι δούλοι σου είμαστε κτηνοτρόφοι
Από μικροί ως τα σήμερα, και μεις κι οι πρόγονοί μας
Για να σας στείλει στη Γεσέμ αυτός, της Αραβίας,
Γιατί οι βοσκοί αντιπαθείς είναι στους Αιγυπτίους.
XLVII
Κι ο Ιωσήφ στο Φαραώ επήγε και του είπε:
Πατέρας και αδέρφια μου, μαζί έχοντας φέρει
Τα βόδια κι όλα τ’ άλλα τους τα ζώα κι ό,τι δικό τους,
Απ’ τή Χαναάν εφύγανε και στη Γεσέμ εφτάσαν.
Κι από τ’ αδέρφια του μαζί παρμένους είχε πέντε
Όταν επήγε στο Φαραώ. Κι ο Φαραώ τους λέει:
Τι ξέρετε να κάνετε; Κι αυτοί του απαντήσαν:
Βοσκοί είμαστε οι δούλοι σου κι εμείς κι οι πρόγονοί μας.
Κι είπαν ακόμα στο Φαραώ: προσωρινά έχουμ’ έρθει
Γιατί τροφή των δούλων σου τα ζώα εκεί δεν είχαν-
Στη γη Χαναάν, γιατί ο λιμός περίσσεψε σε κείνην.
Ας μείνουμε στη γη Γεσέμ. Κι ο Φαραώ γυρίζει
Και λέει στον Ιωσήφ: Καλά. Στη γη Γεσέμ ας μείνουν.
Κι αν μεταξύ τους ξέρεις συ πως μερικοί υπάρχουν
Που θα ’ναι ικανοί  γι αυτό, κάνε τους επιστάτες
Στων κοπαδιών μου τους βοσκούς. Κι όταν στην Αίγυπτο ήρθε
Στον Ιωσήφ, ο Ιακώβ μαζί με τα παιδιά του,
Ο Φαραώ, που βασιλιάς ήτανε της Αιγύπτου,
Το ’μαθε κι είπε του Ιωσήφ: Πατέρας κι αδερφοί σου
Ήρθαν λοιπόν! Και να η γη μπροστά σας της Αιγύπτου.
Στην πιο καλή βάλε μεριά πατέρα κι αδερφούς σου.
Και τον πατέρα του Ιακώβ ο Ιωσήφ επήρε
Και τον επήγε στο Φαραώ. Και στο Φαραώ εκείνος
Την ευλογία του έδωσε. Η ηλικία σου ποια ’ναι;
Τόνε ρωτάει ο Φαραώ. Κι ο Ιακώβ του λέει:
’Κατόν τριάντα είμαι χρονών. Και όπου πάω, ξένος.
Λίγα τα χρόνια μου ήτανε και δυστυχία γεμάτα.
Τα χρόνια των προγόνων μου δεν τα ’χω εγώ φτασμένα
Που ζήσανε πάνω στη γη ξένοι κι αυτοί γυρνώντας.
Κι ο Ιωσήφ τον Φαραώ αφού είχε ευλογήσει
Εβγήκε απ’ το παλάτι του.
XLVII11
Και  ταχτοποίησ’ ο Ιωσήφ πατέρα του κι αδέρφια
Στη  Ραμεσσή, τον  πιο καλό τον τόπο της Αιγύπτου
Κατά πως είπε  ο Φαραώ δικό τους  να τον έχουν.
(συνέχεια)
23 ΜΑΡΤΗ
ΗΜΕΡΑ ΜΕΤΕΩΡΟΛΟΓΙΑΣ
(στίχοι για παιδιά)

Βαριέμαι ομπρέλα πάντοτε να κουβαλώ μαζί μου.
Μα θέλω πάντα και στεγνό να έχω το κορμί μου.
Γι αυτό μετεωρολόγοι μου κάνετε τη δουλειά σας
και τα παιδιά όλα εμείς θα είμαστε κοντά σας.

Δουλειά τους νόμους έχετε της φύσης σεις να βρείτε.
Παρατηρήσετε λοιπόν, μετρήστε, κι ό,τι δείτε
ζυμώστε το, δουλέψτε το, ταξινομήσετέ το,
και ό,τι βρείτε σ’ όλους μας ανακοινώνετέ το.

Και γίνετε βοηθοί εσείς σε γεωργό, βαρκάρη,
ως και σ’ αυτούς που ορέγονται ταξίδια στο φεγγάρι.
Κι αν κάτι θέ ’τε κι από μας... μα σας το δώσαμε ήδη:
σήμερα εχάσαμε για σας λίγη ώρα απ’ το παιχνίδι!..
ΤΡΙΠΟΛΗ
ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ 1821
(Αμερική.
LA
Στους ξενητεμένους αρκάδες για τη συνεστίασή τους).

Εικοσιένα. Της Σκλαβιάς το μάτι φοβισμένο.
Οι έλληνες σηκώθηκαν.  Ανταρεμένο το αίμα
κοχλάζει μες στις φλέβες τους. Το πολυπικραμένο
από χαρά της Λευτεριάς λαμποκοπάει το βλέμμα.

Τ' άγριο κοπάδι έτοιμο. Μον' ο μπροστάρης μένει
που με σοφία περισσή, με γνώση και με κρίση
τάξη θα βάλει στην ορμή που γύρω του πληθαίνει
και τιμονιέρης θα γενεί το σκάφος να οδηγήσει.

Και να! Βροντή ακούγεται από την Καλαμάτα:
"Καπεταναίοι την Τρίπολη! Την Τρίπολη!» φωνάζει.
Η Ιστορία διπλόσφιξε την πέννα όπου εκράτα
και το χρυσό μελάνι της με βιάση ετοιμάζει-

του Γέρου άστραψε η φωνή-κοντά ειν’ ο αγώνας
κι η νίκη ακόμα πιο κοντά. Ό,τι αυτός αρχίσει
αίσιον έχει τελειωμό. Ετούτος ο αιώνας
σαν το μαργαριτάρι του τ’ όστρακο θα τον κλείσει.

Και όπως τ’ αγριόσκυλα κυκλώνουν τη δαμάλα
κι όλο στενεύουνε τον κλοιό προτού να της ορμήσουν
έτσι κι ο Γέρος του Μωρηά τα παλληκάρια τ’ άλλα
τα οδηγάει τ’ αδύνατα μαζί του να τολμήσουν.

Και Πιάνα κι Αλωνίσταινα, Στεμνίτσα, Χρυσοβίτσι,
Λουκά, Λεβίδι, Τσιπιανά, Βαλτέτσι και Πικέρμι
τα βήματα είναι του θεριού πριν στην τουρκιά χιμήσει
και πάθει ό,τι της έγραφε η μοίρα της η έρμη.

Στρατολογεί η Καρύταινα πολεμιστές γενναίους΄
φωτιά οι μπαρουτόμυλοι παίρνουν της Δημητσάνας΄
η άσβεστη η ενθύμηση του πρωτινού τους κλέους
ο νικηφόρος γίνεται κάθε ψυχής παιάνας.

Και να! Οι νέοι του Μωριά σπαθί στη μέση ζώνουν.
Μοσκοβολά η αγνότη τους κάμπους, βουνά, ρουμάνια.
Κι οι αρχηγοί τους, διαλεχτοί των διαλεχτών, υψώνουν
παλληκαριάς ανάστημα που φτάνει ως τα ουράνια.

Από την Αλωνίσταινα Δημητρακοπουλαίοι.
Από το Αρκουδάρεμα Καρέλης, Κλης, Αδάμας.
Της Πιάνας οι Πετρόπουλοι κι οι Κωσταντοπουλαίοι.
Οι τρεις οι Ζυγοβιτσινοί: Ρίζος, Μπεγλής, Καρδάρας.

Ροϊνό: Αναγνωστόπουλος. Βυτίνα: Κακλαμάνος.
Νεμνίτσα: Αναγνωστόπουλος. Περθώρι: Πουρναραίοι.
Καρύταινα: Σπήλιος Λουκάς. Στον Καρδαρά ο Πάνος
Κι απ' τον Άγιο-Βασίλειο οι δυο Δεληγιανναίοι.

Δάρα: ο Κολιός Μπακόπουλος, ο Γιάννης Παπακώστας
κι ο Γιώργης ο Λαμπρόπουλος. Πικέρμι: ο Κοκκώνης.
Απ’ το Στενό: Μπακόπουλος. Κάψα: Σκουντριάνος Κώστας.
Κι απ’ το Περθώρι ο ήρωας κληρικός: ο παπα-Γιώργης.

Απ’ τα ωραία Τσιπιανά: οι αντρείοι Ρεβελιώτες.
Πέρα, από τα Μαγούλιανα: οι Παπαγιαννοπουλαίοι.
Κι ο Σέκερης: ο αρχηγός μες στους τροπολιτσιώτες
με τη λεβέντικη ψυχή δόξας δροσιά να πνέει.

Αλλά και τ’ Αγιωργίτικα δε λείψανε και κείνα-
εβγήκαν από μέσα τους οι τρομεροί Σβωλαίοι.
Τον Ταμπακόπουλο έδωσε ακόμα η Βυτίνα.
Όλοι αυτοί, άντρες μεστοί άλλοι, και άλλοι νέοι,
     
στο κάλεσμα ετρέξανε του Γέρου Μωραϊτη
και ορκιστήκανε σ' αυτόν όλοι να υπακούνε
ώστε όχι μέσα στων τούρκων μόνο να μπουν τη μύτη
αλλά και στην Τροπολιτσά μαζί του για να μπούνε.

Και πάρθηκε η Τρίπολη. Και η αρχή αυτή ’ταν
του Αγώνα που οδήγησε στη λευτεριά του Γένους.
Γιατί όσα εδώ γινήκανε προς την Ευρώπη εβγήκαν
και να γνοιαστούν εκάμανε για μας, όλους τους ξένους.

Το πιο γερό τους στο Μωριά οι τούρκοι κάστρο εχάσαν,
το που ο Γέρος είχε φάει σκαμπίλι επληρώθη,
την πρώτη τους οι έλληνες βαθιά πήραν ανάσα
κι οστά και σάρκα επήρανε του ελληνισμού οι πόθοι.

Την Τάπια και την Κάρτσοβα και το Μαηθανασάκο
ορμητήριά του τα ’κανε ο Γέρος μες στη μάχη
που εκοψοκεφάλιασε τον τούρκικο το δράκο
ώστε η Ελλάδα σήμερα τη λευτεριά της να ’χει.

Για βόλτα σήμερα εμείς σ' αυτά τα μέρη πάμε.
Και καλά κάνουμε. Αλλά, πρέπει αυτή τη μέρα
τη σκέψη μας να στρέψουμε σ' αυτούς που τους χρωστάμε
πως απ' τους τούρκους λεύτερο ανασαίνουμε αγέρα.

Και περηφάνια νιώθουνε δίκια οι τροπολιτσώτες
γιατί η τρανότερη ήτανε της Τρίπολης η φλόγα
στην πυρκαγιά που ο Παλαιών Πατρών άναψε τότες
που στα ιερά Καλάβρυτα το Σηκωμόν ευλόγα.

Λοιπόν καλή διασκέδαση φίλοι κι ο θεός να δώσει
ό,τι καλό σε όλους σας εδώ στα μαύρα ξένα.
Και τώρα το ποτήρι του καθείς σας ας σηκώσει
και το κρασί του ας το πιει στη γεια του Εικοσιένα.

Τρίτη, 22 Μαρτίου 2016

ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ ΧΡΙΣΤΙΝΑ


Χρόνος: Μάης 1828.
Τόπος: Βρωμόσελα (η σημερινή Θωκνία) Μεγαλόπολης.
Τούρκικες σκηνές με πρώτη την πολυτελή σκηνή του Αχμέτ Βέη Βαβυλώνιου. Μπροστά από τις σκηνές η Επιτροπή που έκρινε ποιοι από τους έλληνες και τους τούρκους θα έμεναν στην Ελλάδα και ποιοι θα πήγαιναν στην Αίγυπτο, μετά από την απόφαση για αμοιβαία απελευθέρωση των αιχμαλώτων.
Ξάφνου, από τη σκηνή του Αχμέτ Βέη πετιέται η Χριστίνα και πέφτει μπροστά στα πόδια του πατέρα της που είναι πρόεδρος της Επιτροπής κρίσης, ενώ στην πόρτα της σκηνής στέκει ο Αχμέτ Βέης.

ΧΡΗΣΤΙΝΑ

Πατέρα! Πατερούλη μου! Πάρε με μαζί σου!
Πατέρα! Πατερούλη μου! Πάρε με από δω!
Πατέρα άπλωσε το χέρι σου και βγάλε με απ' αυτό τον τάφο!
Βγάλε με πατερούλη μου! Άπλωσε το χεράκι σου-το στιβαρό σου χέρι-
όπως μικρή το άπλωνες να μου χαϊδέψεις τα μαλλιά
ή για να πάρεις το ντουφέκι απ' τη γωνία.
Άπλωσε πατερούλη μου το χέρι σου-μπορείς.
Άπλωσε πατερούλη μου το χέρι σου-είναι δυνατό- και βγάλε με από δω.

Τρία χρόνια τώρα είμαι πεθαμένη. Όχι πεθαμένη...όχι, δε νιώθουνε οι πεθαμένοι.
Μα εγώ νιώθω, δεν είμαι ξύλινη, το ξέρεις πατερούλη.
Πόσο δεν έκλαιγα όταν έβλεπα τη γάτα μας μ' ένα πουλί στο στόμα…

Μ' έβλεπες και με ξέρεις πατερούλη.
Και όταν έβρεχε υπόφερα γιατί θα βρέχονταν τ' αρνιά μας.
Δεν είμαι ξύλινη. Με ξέρεις πατερούλη.

Κλαίω και τώρα. Όχι, δεν κλαίω-στέρεψαν τα μάτια μου πατέρα.
Μέσα σε τόσους κι είμαι μόνη μου πατέρα!
Μέσα σε τόσους που με ξέρουν κι είμαι άγνωστη πατέρα!
Μέσα στον ίδιο μου τον τόπο κι είμαι ξένη.
Ξένη όχι για τους άλλους μόνο
αλλά και για τον ίδιο μου τον εαυτό.

Μου μιλάνε πατέρα και δεν καταλαβαίνω τι μου λένε.
Θέλω να μιλήσω πατέρα, μιλάω και κανένας δε με νιώθει.
Ως και τ' όνομά μου πατέρα κανείς δε νιώθει να το πει.
Δεν έχω πια όνομα πατέρα.
Δεν έχω ούτε τη χάρη που μια πέτρα έχει μες στο λόγγο.
Τήνε λένε "πέτρα".
Εγώ πατέρα όνομα δεν έχω.
Και δίχως όνομα πατέρα δεν υπάρχω.

Θέλω να πω κάτι και δεν ξέρω πώς.
Αν το πω στη γλώσσα μας πατέρα θα με κοροϊδέψουν.
Θα με λοξοκοιτάξουν.
Και δίχως γλώσσα η ζωή είναι θάνατος πατέρα.

Ας μην ήτανε ανάγκη να μιλάμε.
Ας συνεννοούμασταν με χειρονομίες.
Η σκλαβιά τότε θα ήτανε υποφερτή.

Πατέρα πάρε με από δω!
Γυρνάω δεξιά-τούρκος.
Γυρνάω αριστερά-τούρκος.
Κι εγώ δεν είμαι τουρκάλα πατέρα.
Τι δουλειά έχω ανάμεσά τους;

Γυρνάω να δω τον άντρα μου και τούρκο βλέπω ένανε πατέρα
που κάθε μέρα προσκυνάει ένα θεό που δεν τον ξέρω.
Ντυμένο τόνε βλέπω μ' άλλα ρούχα
στολισμένονε μ' άλλα στολίδια
που εγώ πατέρα μου δεν τα γνωρίζω.
Αλλιώς μιλάει, αλλιώς γελάει, αλλιώς καλημερίζει τους περαστικούς.

Ποιος θεός το θέλει αυτό πατέρα;
Αν το 'θελε δε θα μας έκανε άλλους γραικούς και άλλους τούρκους.
Θα μας ανακάτευε.
Θα μας έδινε από τη γέννα μας ίδια, κοινή ψυχή,
που να μην έχει διαφορά η μια απ' την άλλη.

Τα βράδια όταν πέφτουμε στο στρώμα
δεν είναι χέρια αυτά που μ' αγκαλιάζουν αλλά φίδια.
Φίδια που κάνουν έναν κύκλο γύρω μου θανατερό.
Κι ανάμεσα στα σκέλια μου πατέρα
δε νιώθω τη ζωή να σπαρταράει γυρεύοντας
χώμα να βρει να δέσει, να καρπίσει,
αλλά το θάνατο να θέλει μέσα μου άφευγα να μπει
όπως κι εγώ σ' εκείνον είμαι τρία χρόνια τώρα μέσα.

Γυρνώ το σπίτι μου να δω και βλέπω ξένο σπίτι
που όλα του με διώχνουνε αντίς να με γυρεύουν.
Και όλα μέσα του κλεμμένα από τους έλληνες.
Όπως κι αυτό το ίδιο.
Όπως κι εγώ πατέρα.

Μ' έχει αυτός ο άντρας κλέψει από το σπίτι μας-το ξέρεις δα-
μη ακούγοντας τα κλάματα και τις φωνές μου.
Πικρό είναι το ψωμί που τρώω μαζί του μέσα δω.

Αν ήταν να κλεφτώ πατέρα
ήξερα εγώ να διάλεγα τον κλέφτη μου.
Πανώρια παλληκάρια με γυρεύανε
όπως τον κάμπο η βροχή γυρεύει.

Τώρα πού είναι τάχα αυτά τα παλληκάρια;
Για μένα μια θαμπή ανάμνηση μονάχα είναι
ίσα για να γυρίζουνε στο κλάμα την ψυχή μου.
Κ ι ίσως ανάμνηση να είναι και για σας-
ίσως κι αυτά να πέσανε απ' το τούρκικο σπαθί.
Και το σπαθί αυτό το βλέπω-να το!
Το βλέπω κάθε μέρα κρεμασμένο
στον τοίχο του σπιτιού του άντρα μου.
Σπαθί που θέρισε σα στάχυα αμέστωτα τους νέους του χωριού μας.
σπαθί που έχυσε των αδερφιών μου το αίμα'
το αίμα το δικό μου-το ελληνικό.
Το βλέπω κάθε μέρα εκεί, στον τοίχο κρεμασμένο και το νιώθω
σαν το λαιμό μιας λάμιας που το αίμα πίνει από τη λίμνη της φυλής μας.

Και πώς εγώ να μείνω μέσα εδώ;
Πώς που αν στερέψει εκείνη η λίμνη σβήνει η ράτσα μας;
Και πώς εγώ να μείνω μέσα εδώ
που ακούω τη φωνή της λίμνης μας να με ζητάει σταγόνα της να γίνω;

Πατέρα πάρε με από δω.
Κάθε που βρέχει βρέχει στην ψυχή μου.
Ο ουρανός με το φεγγάρι και τ' αστέρια του
μία μεγάλη τούρκικη σημαία. Και τον μισώ.
Πάρε με από δω πατέρα.
Εδώ ερμιά. Εκεί, ανάμεσα στους έλληνες
όλα καλά πατέρα.
Τα πουλιά κελαδούν. Εδώ στριγγλίζουνε.
Τα δέντρα ανθούν. Εδώ νεκροφορούνε.
Εδώ το φως δεν έρχεται πατέρα. Όλο
στον κήπο μας και στου χωριού μας τα δρομάκια τριγυρίζει.
Πατέρα πάρε με από δω.


ΑΧΜΕΤ

Χριστίνα μου παράπονο δεν πρέπει να 'χεις.
Η πρώτη ανάμεσα είσαι στις γυναίκες μου.
Διαμάντια και χρυσαφικά σου σκέπουνε κορμί και ρούχα.
Δουλειά καμιά να κάνεις δε σ' αφήνω-
δούλες μονάχα σου 'χω να διατάζεις.
Χριστίνα μου παράπονο δεν πρέπει να 'χεις από μένα.
Μήπως σε μάλωσα καμιά φορά; Μήπως σε χτύπησα;
Μήπως καμιά φορά δεν έκανα ό,τι μου 'πες;
Το σπίτι μας παλάτι. Ο Αλλάχ
όλα μου έχει δώσει τα καλά. Κι εγώ με τη σειρά μου
στα ποδαράκια σου μπροστά τα 'χω απλωμένα.
Πως σ' αγαπώ το ξέρεις. Καθημερνά
με τα έργα και τα λόγια μου στο δείχνω.
Γιατί να θέλεις να μου φύγεις περιστέρα μου;
Δε σκέφτεσαι την πίκρα που θα με ποτίσεις;
Σ' έκλεψα, ναι.
Μα έτσι κάνουν όλοι οι μπέηδες.
Όμως δε σ' έκλεψα για να σε κάνω σκλάβα.
Βασίλισσά μου σ' έχω κάνει. Και γιατί;
Γιατί ο έρμος σ' αγαπώ.
Χριστίνα μου μη φύγεις.
Δε μ' αγαπάς λοιπόν καθόλου;
Και αν εδώ, σε τόπο ξένονε για μένα
τόσα καλά τριγύρω σου έχω απλωμένα
όταν θα πάμε στην πατρίδα μου διπλάσια,
τριπλάσια και καλλίτερα θα σου χαρίσω-
γιατί τ' αξίζεις περιστέρα μου.

ΧΡΗΣΤΙΝΑ

Πατέρα διώξ' τον σε παρακαλώ.
Μη τον αφήνεις να με πλησιάσει.
Το χνώτο του σαν ρούχο αρρώστιας με τυλίγει.
Τώρα πατέρα μου που σ' είδα πάλι
φούντωσε μέσα μου η φωτιά και πάλι της γενιάς μας.
Νεκρή 'μουν και μ' ανάστησε.
Και δεύτερο ένα θάνατο πατέρα δε θα τον αντέξω.

Κοίτα πατέρα! Κοίτα! Ποιος ειν' αυτός;
Μην είναι αδερφός μου;
Μη ξαδερφός μου είναι;
Μη πατέρας;
Μη γειτονόπουλο ή χωριανός μου;
Τ’ είναι πατέρα;
Άντρας μου!
Και τ' ειν' ο άντρας παρά μιαν ανάγκη
κι αυτή με υποχωρήσεις άμετρες δεμένη
ίσα για να κρατιέται από 'να πέσιμο;
Μα έστω κι έτσι ειν' άντρας μου αυτός;
Κοίτα πατέρα ανάμεσά μας! Κοίτα!
Δεν ξεχωρίζεις ένα τοίχο θεόρατο
που μας χωρίζει ανένωτα τους δυο μας;

Άντρας μου αυτός;
Έξω απ' το κορμί μου τίποτ' άλλο μου δεν άγγιξε.
Κοίτα πατέρα την ερμιά τριγύρω του την άγρια.
Και τη δικιά μου δες την έρημο τη διψασμένη.
Πατέρας μου είσαι και μπορείς να βλέπεις ό,τι βλέπω.
Γάμος θα πει να βάζουμε στη ζυγαριά χρυσάφι
και να μετράμε υπηρέτες και δουλειές;
Κι ακόμα έτσι να 'τανε πατέρα,
με τα δικά μας πλούτη με στολίζει αυτός.
Με κείνα που 'κλεψε από σε και μείναμε στους δρόμους-
όπως εμέ κι εκείνα τα 'χει αρπάξει. Όμως πατέρα
με τ' αρπαγμένο αγάπη δε στεριώνει. Τέτοια χαρά
το χαρισμένο μόνο την κρατεί.
Και τι έχει ένας αλλόφυλος πατέρα να χαρίσει;
Κ ι όλος φτιαγμένος από μέλι να 'ναι
ξύδι μετράν αυτά για κάθε ντόπιο'
και ξένος ειν' αυτός για με πατέρα.
Κι αν δεν το νιώθει έτσι αυτός, είναι ίσως
γιατί το γένος του δεν έχει ρίξει ρίζες μες στο χώμα.
Μα η δική μου ρίζα είναι πατέρα
χρόνια χιλιάδες πριν γερά δεμένη
με του' τα χώματα που τα πατούμε
και που μονάχα αυτά να μας σκεπάσουνε ποθούμε-
τάφος αλλού δε μας χωράει πατέρα.

Δεν πρέπει λέει να 'χω παράπονο από κείνον!..
Άκουσα που με φώναξε Χριστίνα.
Αυτό φαίνεται θα 'ναι τ' όνομά μου.
Μα τ' άκουσες πατέρα πώς το είπε.
Άκουσες πώς στα χείλια του κακόπαθε
πριν βγει από μέσα του σακατεμένο'
Και μόνο αυτό πατέρα μου δε φτάνει
πίσω-εδώ, κοντά σας να με πάρεις;

Η γλώσσα ειν' η πατρίδα μας πατέρα.

Και αν Χριστίνα δε με λέγανε πατέρα
τότε Παράπονο θα ήταν τ' όνομά μου.

(Ο Αχμέτ βγαίνει στη σκηνή του και γυρίζει σε λίγο με το παιδί τους στην αγκαλιά)

Παράπονο από τη ζωή. Παράπονο απ' τον κόσμο.
Παράπονο απ' τη μοίρα μου. Παράπονο απ' τις πέτρες
που δεν σηκώθηκαν βαριές επάνω μου να πέσουν
όταν το δρόμο μ' έβλεπαν της δυστυχιάς να παίρνω.


ΑΧΜΕΤ

Χρηστίνα μου, ανάμεσα σε μας πού τοίχο βλέπεις;
Αν κάτι στέκει ανάμεσα σε σένα και σε μένα
ετούτο είναι το παιδί. Να! Δες το το καημένο-
απ' το γλυκό το στήθος σου γάλα ζητάει ακόμα.
Κι αν πας μακριά από μένανε αυτό πού θα τ' αφήσεις;
Σπλάχνο ειν' από το σπλάχνο σου κι αίμα του αίματός σου.
Αν είσαι άπονη για με, πόνεσε το παιδί σου
αφού αν έφευγες εσύ, αυτό με με θα μείνει.
Μείνε Χριστίνα μου γλυκιά, σε θέλουμε κι οι δυο μας.


ΧΡΗΣΤΙΝΑ

Κι αν αίμα μέσα ελληνικό στις φλέβες του κυλάει
αφού είναι με το τούρκικο το αίμα φιλιωμένο
παιδί μου αυτό δεν ειν' εμέ. Δικό μου αίμα δεν έχει.
Αίμα δικό μου αν έσμιγε με των τουρκώνε το αίμα
μες σε φωτιά και χαλασμό θα χάνονταν τα δυο.
Δικό σου είναι το παιδί. Παρ’ το. Σου το χαρίζω.
Μπορεί και να στο γέννησα, παιδί μου όμως δεν είναι.
Τούρκικο αίμα το παιδί δε θα 'χει το δικό μου.
Κάθε σταγόνα αίματος στις φλέβες του παιδιού μου
σταγόνα θα ’ναι ελληνική. Και πόλεμο μονάχα
με τις σταγόνες του αίματος του τούρκικου θ' ανοίγει.
Δικό σου είναι το παιδί.
Πατέρα, λύτρωσέ με!
Αν με μεγάλωσες εσύ και αν αρχοντοπούλα
ήμουνα μες στο σπίτι μας το τρισευλογημένο
κι αν κάποια σου' δωσα χαρά προτού η μπόρα έρθει
και μας χωρίσει ανάλγητη, τότε γλυκέ πατέρα
πατέρας δείξου αληθινός στο δύστυχο παιδί σου
και πάλι ξαναγέννησ' το-πατέρα κράτησέ με!


ΠΑΝΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

Η Επιιτροπή απόφαση Βέη Αχμέτ επήρε:
εδώ θα μείνει-δε θα' ρθεί μαζί σου η Χριστίνα.
22 ΜΑΡΤΗ
ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ
(στίχοι για παιδιά)

Ρυάκια γλυκομούρμουρα
θάλασσα εσύ γαλάζια-
ρυάκια με τη χάρη σας,
θάλασσα με τα νάζια,

ποιος δε σας αγαπάει αφού
στο αίμα μας κυλάτε;
ποιος τάχα σας εχθρεύεται
χαρά αφού μας μεθάτε;

Και ή σαν βροχούλα σιγανή
κι ή σαν μεγάλη μπόρα
να ξέρατε πώς θα ’θελα
να πέφτατε και τώρα...

Κυλήστε, τρέξτε, βρέξετε.
Τη γη βαθιά ποτίστε.
Κι εγώ θα κάνω ό,τι μπορώ,
ποτέ να μη μας λείψτε.
ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ

Να τι παθαίνει η Ευρώπη για να μην αφήσει τον Χαζοχαρούμενο να την αλλάξει!
Και αφού δεν τον άφησε, και ο συν-τροφος του Χαζοχαρούμενου θύμωσε ο άνθρωπος και γέμισε την Ευρώπη με τζιχαντιστές...

ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ

Βασιλείς του Βελγίου: "Αυτές οι πράξεις είναι φρικτές και έργα δειλών".
Πρωθυπουργός του Βελγίου: "...άνανδρη επίθεση..."

Καλά λένε οι βασιλείς και ο πρωθυπουργός.  Αν οι βομβιστές ήσαν θαρραλέοι θα είχαν ενημερώσει πριν τις αρμόδιες αρχές. Στην περίπτωση αυτή θα έπρεπε να έχουν κάνει μια ανακοίνωση όπως η πιο κάτω ας πούμε:
«ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΑΔΕ
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΣ
Προς την Αστυνομία και το Στρατό του Βελγίου και πάντα ενδιαφερόμενο.
Την εικοστήν δευτέραν του μηνός Μαρτίου ενεστώτος έτους και ώραν οκτώ και τριάντα πρωινήν, θέλει επιχειρηθεί υπό της Οργανώσεώς μας επίθεση με βόμβες στο αεροδρόμιο των Βρυξελλών και στους τάδε και τάδε σταθμούς του Μετρό της ίδιας πόλης.
Θα επιχειρήσουν δύο άτομα, αμφότεροι άρρενες. Ο εις εξ αυτών θα φέρει περούκαν πλουσίας ξανθής κόμης και θα φορεί χακί τζάκετ. Ύψος ένα μέτρο και εβδομήκοντα τρία εκατοστά, αδύνατος. Αυτός θα φέρει την βόμβαν εντός σάκου χρώματος κιτρίνου.
Ο έτερος επιχειρών θα μεταφέρει την βόμβαν εντός συρομένης βαλίτσας χρώματος καφέ και θα κρατεί ανθοδέσμην εις το αριστερό του χέρι. 
Ευελπιστούντες δια μίαν έντιμον αντιπαράθεσιν μετά της Βελγικής Αστυνομίας και ενδεχομένως των στρατιωτικών δυνάμεων άτινας η κυβέρνησις ήθελεν διατάξει απέναντι ημών κατά την διάρκειαν της αποπείρας μας, διατελούμεν μετά τιμής
(ακολουθούν σφραγίδες και υπογραφές της Οργάνωσης)»
Αυτό θα περίμενε ο βασιλεύς ώστε μία βομβιστική επίθεση να μην είναι έργο δειλών;
Ε πια!

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2016

Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)
XLV16
Το νέο ευθύς διαδόθηκε στου Φαραώ τον οίκο.
 Ήρθαν τ’ αδέρφια του Ιωσήφ!  Κι ο Φαραώ εχάρη.
Το ίδιο και οι γύρω του. Και, πες στους αδερφούς σου
Ειπ’ ο Φαραώ στον Ιωσήφ, τους σάκους σας γεμίστε
Και στη Χαναάν πηγαίνετε. Κι ελάτε πάλι πίσω
Φέρνοντας τον πατέρα σας και τα υπάρχοντα σας
Και της Αιγύπτου τ’ αγαθά όλα δικά σας θα ’ναι.
Θα ’χετε ό,τι πιο καλό. Και συ ακόμα πες τους
Από τη γη της Αίγυπτος να πάρουνε αμάξια
Να βάλουν τις γυναίκες τους μέσα και τα παιδιά τους
Και τον πατέρα τους αφού πάρουν μαζί τους, να ’ρθουν.
Και πες τους να μη λυπηθούν για σκεύη που θ’ αφήσουν
Γιατί εδώ στην Αίγυπτο δικά τους όλα θα ’ναι.
Κι έκαναν έτσι οι γιοί Ισραήλ. Κι ο Ιωσήφ σε κείνους
Αμάξια έδωσε, καθώς του είχε ειπωμένα
Ο βασιλιάς ο Φαραώ. Τους έδωσε ακόμα
Και για το δρόμο τρόφιμα. Κι είχε στους άλλους δώσει
Από καλές δύο στολές, ενώ είχε πέντε δώσει
Στο Βενιαμίν καλές στολές, διάφορες μεταξύ τους.
Κι ακόμα του ’δωσε χρυσά νομίσματα τρακόσα.
Κι επίσης στον πατέρα του έστειλε δέκα όνους
Που απ’ όλα είχαν τ’ αγαθά πάνω τους της Αιγύπτου.
Και ημιόνους έστειλε δέκα, που κουβαλούσαν
Τρόφιμα του πατέρα του να τα ’χει για το δρόμο.
Κι ενώ τους κατευόδωνε, είπε στους αδερφούς του:
Στο δρόμο μη μαλώνετε. Κι εκείνοι ξεκίνησαν
Και φύγαν απ’ την Αίγυπτο και στη Χαναάν επήγαν.
Και στον πατέρα τους Ιακώβ, ο Ιωσήφ ζει, του ’παν,
Και ειν’ ο άρχοντας αυτός στη χώρα της Αιγύπτου.
Και δεν τους πίστεψ’ ο Ιακώβ κι έδειξε αδιαφορία.
Όμως του είπανε αυτά που ο Ιωσήφ τους είπε,
Είδε και τα που του ’στειλε ο Ιωσήφ αμάξια
Για να τον παραλάβουνε, κι άστραψε το μυαλό του
Και, είπε ο Ισραήλ, αυτό, μεγάλο πράγμα είναι-
Αν ζει ο γιός μου ο Ιωσήφ. Προτού λοιπόν πεθάνω
θα πάω εκεί να τον ιδώ.
ΧΙΛΠ
Και κίνησε ο Ισραήλ με όλα όσα είχε
Και στο πηγάδι έφτασε του Όρκου. Εκεί πέρα
Έκανε στου πατέρα του Ισαάκ το θεό θυσία.
Κι είπε ο θεός στον Ισραήλ σε όραμα τη νύχτα:
Ιακώβ! Ιακώβ! Κι είπε αυτός: τί θέλεις; Και του είπε:
Μη φοβηθείς στην Αίγυπτο να πας. Έθνος μεγάλο
θα σ’ αναδείξω εγώ εκεί. Κι εγώ θα ’ρθω μαζί σου
Στην Αίγυπτο, και πάλι εδώ θα σε γυρίσω πίσω.
Τα μάτια σου του Ιωσήφ τα χέρια θα τα κλείσουν.
Κι απ’ το Πηγάδι ο Ιακώβ ξεκίνησε του Όρκου.
Και βαλαν τον πατέρα τους οι γιοί Ισραήλ στ’ αμάξια
Που έστειλε ο Ιωσήφ για να τον μεταφέρουν.
Και βαλαν τις αποσκευές, και τις γυναίκες βαλαν,
Τα υπάρχοντα τους; πήρανε, κι ό,τι είχαν αποκτήσει
Στη γη Χαναάν, και φύγανε. Κι ο Ιακώβ εμπήκε
Στην Αίγυπτο, και μπήκανε κι οι απόγονοί του όλοι.
Κι οι γιοί του κι οι εγγόνοι του, κι οι κόρες κι οι εγγονές του.
Όλο το σόϊ του αυτός στην Αίγυπτο το πήγε.
(συνέχεια)
ΟΙ ΜΩΡΑΪΤΙΚΕΣ ΟΙ ΠΕΡΔΙΚΟΥΛΕΣ

Αν το εικοσιδυό ο Κολοκοτρώνης
συνέχιζε το κλείσιμο της Πάτρας
θα τον εχάνανε οι κοτζαμπασαίοι.
Γι αυτό και λύνει την πολιορκία
και για Τροπολιτσά στο δρόμο μπαίνει.

Στο δρόμο ανταμώνει ένα δεσπότη-
τον πρώην Λαρίσης- που τόνε μαλώνει
γιατί άφησε την Πάτρα κι είχε φύγει.
«’Πο πούθεν είσαι δέσποτα;» ο Γέρος.
«Από τη Δημητσάνα είμαι. Όμως
σ’ Ανατολής μεγάλωσα τα μέρη.»
«Γνωρίζεις δέσποτα κάτι πουλάκια-
τις πέρδικες τις γλυκοκελαδούσες;»
«Ναι. Κι έχουν μάλιστα φαί ωραίο.»
«Η Ανατολή έχει πουλάκια τέτοια;»
«Έχει. Μα σαν τις πέρδικες ετούτες- 
τις μωραϊτικες- δεν τραγουδάνε.»
«Ξέρεις γιατί; Γιατί αυτές δεν πίνουν
νερό μωραΐτικο σαν τις δικές μας.
Λοιπόν ας κάτσει και η αφεντιά σου
μωραΐτικο να πιεί νερό-και τότε
αλλιώτικα να κελαδείς θα μάθεις.
Και τώρα δέσποτά μου την ευκή σου.
Σαν ανταμώσουμε τα ξαναλέμε.»
21 ΜΑΡΤΗ
ΗΜΕΡΑ ΔΑΣΟΠΟΝΙΑΣ
(στίχοι για παιδιά)

Πρέπει να τα προσέχουμε τα δάση.
Αυτά μας δίνουν οξυγόνο, ξύλο,
και το νερό κρατούν μη μας χαλάσει.
Στα δάση μας καθείς βλέπει ένα φίλο.

Ας τα περποιούμαστε λοιπόν με ζήλο.
Ό,τι μας έπλασε κι αυτά έχει πλάσει.
Κι αν δε μας δίνουνε σύκο ή μήλο,
μα της ζωής μας δίνουν το γιορτάσι.

Μετά, σκεφτείτε λίγο και ρωτήστε:
δεν είναι τάχα υποχρέωσή σας
στη γη ότι υπάρχει να το αγαπήστε
αφού η μοίρα του είναι και δική σας;

Κι ακόμα λέω πως δάση αν δεν υπήρχαν,
το άχρωμο κι η θλίψη θα μας είχαν.
ΖΑΛΟΓΓΟ

Αφού ερήμαξε πρώτα τους Τούρκους
ήρθε η ώρα να χαθεί το Σούλι.
Αλλά τους όρους του και τότε βάζει
Ώστε οι κάτοικοί του να σωθούνε.
Κι ενώ βαδίζουν όλα με το σχέδιο
Το λόγο τους οι Τούρκοι τον πατάνε
Κι αρχίζουν τους Σουλιώτες να χτυπάνε.
Και κλείνουνται Σουλιώτισσες εξήντα
στην κορυφή Στεφάνι του Ζαλόγγου
και απ’ ολούθε τούρκοι τις κυκλώνουν.
Κι όλο ανεβαίνουν. Κι όλο τις ζυγώνουν.

Αυτές πρέπει απόφαση να πάρουν.
«Γυναίκες, τι θα κάμουμε;» ρωτιούνται.
«Μπροστά μας ο Γκρεμός. Πίσω οι τούρκοι.
Θ’ αφήσουμε το τούρκικο το χέρι
κορμί σουλιώτισσας να μαγαρίσει;»
Και με μια γνώμη όλες, απ’ το βράχο
στο βάραθρο πετούνε τα παιδιά τους
και το χορό κατόπι οι ίδιες πιάνουν.
Σε κάθε χορογύρο κι από μία
βουτάει στον γκρεμό. Κι αχολογάνε
του Ζάλογγου οι κορφούλες το τραγούδι.

Κι εν’ άστρο αποχτάει ακόμα η νύχτα
κι αιτία ύπαρξης η λευτεριά μας.

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2016

Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεα)

Ότι μαζί μας το παιδί δεν είναι, θα πεθάνει.
Και θα ’χουν τότε οι δούλοι σου του γέρου τους πατέρα-
Του δούλου σου-, τα γερατειά, στείλει πικρά στον άδη.
Και υπ’ ευθύνη μου εγώ, ο δούλος ο δικός σου
Απ’ τον πατέρα το παιδί επήρα, λέγοντάς του
Μπροστά σου αν πάλι το παιδί εγώ δε σου το φέρω
Απέναντί σου ένοχος θα είμαι εγώ για πάντα.
Τώρα λοιπόν, δούλος σου εγώ, ο δικός σου υπηρέτης
Ας μείνω αντίς για το παιδί, και το παιδί ας πάει
Μαζί με τ’ άλλα αδέρφια του. Γιατί πώς στον πατέρα
Να πάω δίχως το παιδί; Τα όσα θα τον βρούνε
Ας μην ιδώ εγώ κακά.
XIV
Και όταν είδε ο Ιωσήφ πως δεν μπορούσε άλλο
Ν’ αντέξει τη συγκίνηση, είπε κι από μπροστά του
Όλους τους άλλους διώξανε. Έτσι κοντά δεν ήταν
Στον Ιωσήφ Αιγύπτιος κανείς όταν εκείνος
Στ’ αδέρφια του αποκάλυψε ο Ιωσήφ πως ήταν.
Και μια μεγάλη  έβγαλε φωνή μαζί με κλάμα
Που και ο οίκος Φαραώ κι όλοι οι Αιγύπτιοι ακούσαν.
Ειπ' ο Ιωσήφ στ’ αδέρφια του: Ο Ιωσήφ εγώ ’μαι!
Ζει ακόμα ο πατέρας μου; Κι αυτοί να του απαντήσουν
Δεν το μπορούσανε γιατί χωρίς φωνή απομείναν.
Κι είπε σ’ αυτούς ο Ιωσήφ: Πλησιάστε! Πλησιάσαν
Και, είμαι εγώ ο Ιωσήφ, τους είπε, ο αδερφός σας,
Εκείνος που στην Αίγυπτο είχατε σεις πουλήσει.
Μα τώρα μη λυπόσαστε, και ούτε πρέπει πίκρα
Να νιώστε μέσα σας γιατί μ’ έχετε εδώ πουλήσει.
Γιατί ο θεός μπροστά από σας μ’ έχει εδώ πέρα στείλει
Ώστε να ζήσουμε όλοι μας. Και ο λιμός να που είναι
Για χρόνο δεύτερο στη γη. Κι ακόμα γι άλλα πέντε
Η γη μας ούτε θέρισμα, ούτε όργωμα δε θα ’χει.
Γι αυτό ο θεός μπροστά από σας μ’ έχει εδώ σταλμένον
Να σας κρατήσω στη ζωή και για να σας βοηθήσω
Μες στη μεγάλη ανάγκη σας. Μ’ έχει εδώ πέρα στείλει
Όχι εσείς μα ο θεός. Και μ’ έχει σαν πατέρας
Να ’μουνα κάνει στο Φαραώ, και του σπιτιού του αφέντη
Και της Αιγύπτου άρχοντα. Λοιπόν γρήγορα πάτε
Και πέστε του πατέρα μου, αυτά λέει ο γιός σου
Ο Ιωσήφ: Μ’ έχει ο θεός αφέντη της Αιγύπτου.
Έλα λοιπόν κι εσύ εδώ, κι άλλο εκεί μη μένεις.
Έτσι κοντά μου θα ’σαι συ, κι οι γιοί κι οι εγγονοί σου,
Τα πρόβατα, τα βόδια σου και όλα ό,τι έχεις.
Και θα σε τρέφω εγώ εκεί στα πέντε ακόμα χρόνια
Που θα κρατήσει ο λιμός, ώστε να μη χαθείτε
Και συ κι οι γιοί σου, και χαθούν κι όλα τα υπάρχοντα σου.
Να! Βλέπουν και του Βενιαμίν και τα δικά σας μάτια
Πως το δικό μου ειν’ αυτό που σας μιλάει στόμα.
Λοιπόν και όσα είδατε, και όλη μου τη δόξα
Που έχω εδώ στην Αίγυπτο, πέστε τα στον πατέρα.
Και τον πατέρα μας εδώ χωρίς ν’ αργήστε φέρτε.
Και ρίχτηκε στο Βενιαμίν πάνω τον αδερφό του
Και σφιχταγκαλιαστήκανε και κλαίγανε κι οι δυο τους.
Κλαίοντας εφίλησε μετά κι όλους τους αδερφούς του
Και μόνον ύστερα απ’ αυτό του μίλησαν εκείνοι.
(συνέχεια)
ΏΡΑ ΤΗΣ ΓΗΣ ΏΡΑ ΒΟΥΛΉΣ!

«Για μία ώρα η Βουλή θα μείνει στο σκοτάδι.»
Ε τι; Για νέο μας το λεν; Διακόσα χρόνια τώρα
μέσα στο σκότος ζει αυτή και πλέκει μες στο βράδυ
αντάμα σκοτεινιάζοντας κι ολόκληρη τη χώρα.

Απ’ τη στιγμή που φτιάχτηκε, στο Μαύρο είναι κρυμμένη.
Ψυχή ολόμαυρη έχουνε οι βουλευτές της όλοι,
μαύρο μυαλό, μαύρα όνειρα, στα μαύρα είναι ντυμένοι
και χρήμα μαύρο κουβαλούν στο μαύρο πορτοφόλι.

Άκου θα κλείσει η Βουλή βράδυ οχτώ τα φώτα!
Μα κλειώντας φώτα ολοζωής εκείνη διασκεδάζει:
φώτα Παιδείας… Πνεύματος… και σαν του Κουίκ μια κότα
όταν βαριέται να τα κλει… ε τότε… μας τ’ αλλάζει…
21 ΜΑΡΤΗ,
ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΦΥΛΕΤΙΚΩΝ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΝ
(στίχοι για παιδιά)

Κι αν είναι εβραίος κάποιος είτε γάλλος
τι με νιάζει;
Κι αν είναι αλβανός ή πορτογάλος
τι πειράζει;

Και κείνος άνθρωπος τάχα δεν είναι
σαν και μένα;
Ή μήπως άλλο κάτι εκείνος γίνε-
ται στα ξένα;

Και κείνος ίδια, κάτω αν θα πέσει,
δεν πονάει;
Και ίδια, κλαίει κι αυτός όταν πονέσει-
δε γελάει...

Γι αυτό έθνη και φυλές εγώ δεν ξέρω-
και σας λέω,
πως όταν κάποιος ξένος υποφέρει,
κι εγώ κλαίω.
ΕΥΑΓΕΛΙΟ ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 44-52

44 Τῇ ἐπαύριον ἠθέλησεν ὁ Τσίπρας ἐξελθεῖν εἰς τὴν Ευρώπην προς δέσιν του προσφυγικού και ανανέωσιν της υποταγής του εις αυτήν, καὶ εὑρίσκει Κομπασμόν καὶ Αναξιοπρέπειαν και λέγει αὐτοίς· Ἀκολουθείτε μοι. 45 ἦσαν δὲ Κομπασμός και Αναξιοπρέπεια ἀπὸ Πρώτης, ἐκ του χωρίου Κωνσταντίνου θείου και Αχιλλέως. 46 εὑρίσκουν Κομπασμός και Αναξιοπρέπεια τὸν Καμμένον καὶ λέγουσιν αὐτῷ· Ὃν ηυλόγησε Ομπάμα ἐν Ουασινγκτώνι καὶ Πάπας εν Βατικανώ, εὑρήκαμεν, Τσίπραν, τὸν υἱὸν τοῦ Ευρωλαϊκισμού τὸν ἀπὸ Εσωτερικού. 47 καὶ εἶπεν αὐτῷ Καμμένος· Ἐξ Εσωτερικού δύναταί τι ἀγαθὸν εἶναι; λέγει αὐτῷ Κομπασμός· Ἔρχου καὶ ἴδε. 48 ότε εἶδεν ὁ Τσίπρας τὸν Καμμένον ἐρχόμενον πρὸς αὐτὸν λέγει περὶ αὐτοῦ· Ἴδε ἀληθῶς σύντροφος εν  Κεφαλαιοκρατία ἐν ᾧ φραγμός οὐκ ἔστι. 49 λέγει αὐτῷ Καμμένος· Πόθεν με γινώσκεις; ἀπεκρίθη Τσίπρας καὶ εἶπεν αὐτῷ· Πρὸ τοῦ σε Κομπασμόν και Αναξιοπρέπειαν φωνῆσαι, ὄντα ὑπὸ τὴν Καραμανλοσυκῆν εἶδόν σε. 50 ἀπεκρίθη Καμμένος καὶ λέγει αὐτῷ· Αλέξιε, σὺ εἶ ὁ εκλεκτός των Ψευδών Υποσχέσεων, σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς της Κυβιστείας. 51 ἀπεκρίθη Τσίπρας καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ὅτι εἶπόν σοι, εἶδόν σε ὑποκάτω τῆς Καραμανλοσυκῆς, πιστεύεις; μείζω τούτων ὄψῃ. 52 καὶ λέγει αὐτῷ· Ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ἀπ’ ἄρτι ὄψει την Ευρωπερίσκεψιν ἀνεῳγείσαν, καὶ τας κατραπακιάς τοῦ Ορθολογισμού ἀναβαίνουσας καὶ καταβαίνουσας ἐπὶ τὸν τράχηλον Τσίπρα, υἱού τοῦ Ευρωλαϊκισμού του ἀπὸ Εσωτερικού. Έσο μετ’ εμού. Και ηρώτησεν αυτόν Καμμένος: ότε χρείαν εμού πλέον ουκ έχεις, μέλλεις αποβαλείν με εκ του Συριζαίου Παραδείσου ένθα πάντα τα μήλα ατιμωρητί καταναλίσκονται και πάσαι αι αυτοϊκανοποιητικαί ρήσεις αμελιτί εκστομίζονται;  Και απεκρίθη αυτώ Τσίπρας. Και αν έτι εβουλόμην ουκ αν ηδυνάμην. Εάν γαρ απέλυον σε, καγώ ούτω μετά σου έμελλον απωλέσαι το της εξουσίας φαγοπότιον. Και ώχεντο απιόντες.
        “ΏΡΑ ΤΗΣ ΓΗΣ”

Πρώτοι σε ό,τι Υπομονή,
Κόπο κι Ευθύνη δε ζητά-
πρώτοι σε ό,τι κι αν βρεθεί
που δεν πληγώνει, δεν πονά.

Πρώτοι σε Κλείσιμο Ματιού
ή σ’ ένα Κλείσιμο Κουμπιού΄
σε μια Φωνή, σ’ ένα Λυγμό,
σ’ ένα στους Γιάνκηδες «θενκ γιου»…

Κι ύστατοι πάντα στην Τιμή,
σ’ Αξιοπρέπεια, σε Ντροπή,
στις Τέχνες, στον Πολιτισμό,
στην που Χρυσός είναι Σιωπή.

Στην «Ώρα» πρώτοι εμείς «της Γης»
γιατί Φανφάρες μόνο θέλει,
έναν Φτηνό Ενθουσιασμό
κι Άστοχα-κι όπου πάνε Βέλη.

Πρώτοι!.. Κι οι Ξένοι μας θωρούν
και από μέσα τους γελούν:
πρώτοι σε αρίθμητες Βλακείες
για ν’ ακουστούν δυο τρεις «κυρίες»!

Αλλά στης Χώρας μας την Ώρα
ύστατοι ως πάντοτε και τώρα:
δεν μας πειράζει κι αν χαθούμε
μον’ έξω! έξω! ν’ ακουστούμε…
ΚΑΨAΛΗΣ
Αν άνθρωποι εγεννιόντανε οι πόλεις
το Μεσολόγγι θα ’ταν ο Χριστός τους.

Όταν εκείνο έπεσε, ο Καψάλης
στα Καψαλέϊκα τα σπίτια μέσα
συνάζει γυναικόπαιδα, γριές, γέρους
κι όλους εκείνους που καλλίτερα είχαν
στου θάνατου να πάνε τα σκοτάδια
πάρα να πέσουν στων τουρκών τα χέρια.
Οι τούρκοι πλησιάζουν ολοένα.
«Βγάτε στα παραθύρια ωρές γυναίκες
να σας ιδούν οι τούρκοι, να προστρέξουν
να στείλουμε όσο πιο πολλούς μπορούμε
εκεί που άβλαβοι είναι για τον τόπο».

Κι όταν πολλοί εμαζευτήκαν τούρκοι
βάζει φωτιά ο Καψάλης στο μπαρούτι.
Κι οι τούρκοι πέσανε νεκροί στο χώμα
κι οι έλληνες στον ουρανό ανεβήκαν.
ΚΑΡΑΧΑΛΙΟΣ

Οι Τοΰρκοι πιάσανε με προδοσία
σαράντα Κλέφτες με τον αρχηγό τους,
τον λεβεντόκορμο τον Καραχαλιο 
και παν στην Τρίπολη να τους κρεμάσουν.
"Ωρέ πασά μου" κάνει ο Καραχάλιος
Μια χάρη θέλω μόνο να μου κάνεις:
Εμένα να με σφάξεις τελευταίον."
"Στην κάνω ωρέ, γιατ' είσαι παλληκάρι."
Και τελευταίο τον έσφαξε αλήθεια.

Γιατί θαρρείς ότι ζητούσε εκείνος
να τόνε σφάζουν υστερ’ απ’ τους άλλους;
Μη για να ζήσει λίγο παραπάνω;
Όχι. Την ώρα μοναχά που εκείνους
τους έσφαζε ο πασάς σαν τα κριάρια,
δίπλα στο δήμιο αυτός καθόντας
ετραγουδούσε Κλέφτικα Tραγούδια
τους μελλοθάνατους για να θαρρύνει.
Και το κατάφερε. Γιατ’ είναι θεία
στον κόσμο προσφορά η ψυχή τ’ ανθρώπου.
Και στα δημοτικά μας τα τραγούδια
του Λαού μας η ψυχή μέσα μιλάει.

Σάββατο, 19 Μαρτίου 2016

21 ΜΑΡΤΗ
ΗΜΕΡΑ ΥΠΝΟΥ
(στίχοι για παιδιά)

Για σκέψου να υπάρχει ημέρα ύπνου!
Και όμως, του αξίζει τέτια μέρα-
γιατί όλοι, απ’ τα στρωσίδια μας του λίκνου,
κανείς τον ύπνο δεν τον διώχνει πέρα.

Γι αυτό και σήμερα όλοι τιμούμε
το δώρο αυτό της φύσης της σοφής μας.
Κι ας το τιμήσουμε πριν... κοιμηθούμε
κάτω απ’ το βάρος όποιας κούρασής μας.

Γιατί αν ο ύπνος δεν μάς αναπάψει
θα είμαστε συνέχεια κουρασμένοι,
κι η νύστα που δε θα ’λεγε να πάψει
όλη μας τη χαρά θα ’χε παρμένη.
ΜΑΡΟYΛΑ-1474

(Είναι φορές που μια στιγμή του καταλύτη Χρόνου
κάποιου ανθρώπου την ψυχή με πάθος αγαπάει.
Τότε πηδάει απ' των Καιρών το βουερό ποτάμι
και την ψυχή που αγαπάει πηγαίνει κι αγκαλιάζει.
Κι ο Χρόνος ενώ φεύγοντας όλα μαζί του παίρνει
των δυο μένει αχάλαστο το σύμπλεγμα κι αιώνιο
και σαν αστέρι ολόλαμπρο τον σκοτεινό φωτίζει
τον δρόμο των απέλπιδων και σκότιων των ανθρώπων.)

Λήμνος. Και είναι Ανοιξη. Και ο Σουλεϊμάνης
πολιορκεί το Κόκκινο-ένα χωριό της Λήμνου.
Μες στους πολιορκούμενους είναι και η Μαρούλα
Μία μικρή, ατσαλόκαρδη, γλυκιά ελληνοπούλα.
Σα βλέπει να σκοτώνεται ο πατέρας της στη μάχη
αρπάζει την ασπίδα του, παίρνει και το σπαθί
Κι ορμάει στους πολιορκητές ενάντια μοναχή
Φωνάζοντας: «Έι! Ελληνες! Εμπρός! Ακολουθάτε!
Πατέρες κι άλλους και παιδιά η πατρίδα θα γεννήσει.
Μ' αν την πατρίδα χάσουμε, κι εμείς χαμένοι όλοι!»
Και θάρρος πήραν οι γραικοί, κατόπι της όρμησαν
Και τον Σουλεΐμάν-πασα τον πήραν του κυνήγου.
             ΖΑΧΑΡΙΑΣ
    ΜΑΧΗ ΣΤΟ ΝΤΑΡΜΙΡΙ

Μπουλούμπασης του Ζαχαριά μιλάει:
«Σύρε στο βιλαέτι το δικό σου-
πήγαινε στο Μυστρά ορέ Γκιαούρη.
Δικό μου βιλαέτι ο Άγιος Πέτρος!»
Και η απάντηση του Καπετάνιου:
«Μωρέ μπουλούμπαση, όπου κι αν πάω
ετούτη ειν’ η δικιά μου η πατρίδα.
Εσένα η πατρίδα σου ειν’ η Μέκκα.
Σήκω λοιπόν και τράβα εκεί πέρα.
Εγώ εδώ το αίμα μου θα χύσω
για την πατρίδα μου τη σκλαβωμένη.»

(Πρώτη φορά μες στην τουρκοκρατία
έλληνας Καπετάνιος απευθύνει
σε αντιπρόσωπο έναν του Σουλτάνου
την πρόκληση ότι των τούρκων είναι
η φυσική η θέση τους η… Μέκκα
και πως οι Ελληνικές οι επαρχίες,
σαν έλληνας που είναι, όλες δικές του.)

Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2016

ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑ ΡΩΡΕΡΚΑΡ

Πόσο εγώ είμαι δυστυχής! Α! Πόσο είμαι θλιμμένος!
Πώς έτσι εγώ επιάστηκα σ’ αυτήνε την παγίδα!
Αφού καθώς την ήθελα, έτσι εχτές την είδα,
γελοίος γιατί ένιωσα και πιο δυστυχισμένος;

Να μου γελάει την ήθελα. Μου γέλασε ορισμένως.
Μα ω! Θεέ του Έρωτα! Γιατί-όση ελπίδα
το γέλιο αυτό της μου 'δωσε, μια ήρθε καταιγίδα
και την εσάρωσε; Γιατί για μένα αυτό το μένος;

Και, ναι!το γέλιο της αυτό, το σαν Λαμπρή ωραίο
εβύθισε στο στήθος μου μαχαίρι ένα νέο:
ποιος το θεσπέσιο γέλιο της κάθε ημέρα το 'χει;
τα χείλη αυτά-φονιά Θεέ! –ποιος… ποιος της τα φιλάει;
κι ενώ σε μένα ένα μικρό χαρίζει πρωτοβρόχι
ποιον...ποιον...ποιον...ποιον το γέλιο της-αχ! ποιόνε πλημμυράει;..
                     ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ

Όχι πως κάνω κριτική Θεέ μου στη βουλή Σου,
μα έχω μια διαπίστωση τα χρόνια τούτα κάνει:
κάθε χρονιά και πιο αργεί να έρθει η γέννησή Σου
ενώ όλο και πιο γρήγορα η σταύρωσή Σου φτάνει.
ΣΤΟ ΒΑΣΙΛΗ ΠΟΥ ΜΕ ΒΡΙΖΕΙ
ΑΠΟ ΤΟ ΜΠΛΟΓΚ ΤΟΥ

Βασίλη κι αν ζωές χιλιάδες ζούσες
πάλι από Ποίηση δε θα νογούσες.
Είσαι μακριά απ’ της Ποίησης τα φώτα.
Στα Σκότη ακόμα νήχεσαι τα Πρώτα.

Κι ουτ’ από κει να βγεις έχεις ελπίδα.
Για σε δεν έχει σωτηρίας σανίδα.
Βαθιά χωμένος στην πεζότητα είσαι
και το αντίθετο ας προσποιείσαι.

Η Ποίηση θέλει Πνεύμα. Θέλει Βάθος.
Να την υπηρετείς θέλει με Πάθος.
Να Της χαρίσεις θέλει την ψυχή σου
και τότε μόνο θα γενεί δική σου.

Μα συ αλλού είσαι φίλε χαρισμένος.
Για όλα της Ποίησης είσ’ ένας ξένος.
Χάμου πατάς εσύ κι εγώ πετάω-
κι ενώ ψελλίζεις συ, εγώ τραγουδάω.

Μ’ αν ως, θαρρώ, δεν ξέρεις, μάθε ότι
κι οι δυο χρειαζόμαστε στην ανθρωπότη:
τη ζήση ο ένας μ’ άνθη να στολίζει
κι ο άλλος με μανία να τον βρίζει.

Είσαι το ερχόμενο. Θρασύ και λάλο,
που χαίρεται στη βία και στο σάλο.
Είμαι ο αποχωρών. Ζωή μου ήταν
σε κάθε αγώνα να κρατώ την ήττα.

Είσαι ο νέος. Ο πρίγκιπας της βιάσης.
Μεριάζω άνθρωπε νέε να περάσεις.
Μα θες δε θες στην άκρη εγώ του δρόμου
θα κάνω  το ταξίδι το δικό μου.
Ηπειλήθη σύρραξις εις το
εργοστάσιον.
Θα έθετον πυρ εις το
μηχανοστάσιον
αν κάποιος δεν ευρίσκετο να
τους ειπεί "θα γίνει!"

Αυτό το τέλος ήτο της βοής.
 Δι εν έτος θα διαρκέσει η υπόσχεσις.
Κατόπι κάποιος άλλος θα βρεθεί
που νέαν υπόσχεσιν θα δώσει
ηχηροτέραν ίσως
της παλαιάς.

          ΑΝΤΡΟΥΤΣΟΣ
Λίγο πριν μπούνε στης Γραβιάς το Χάνι
ο Αντρούτσος με τους λίγους του συντρόφους,
καθώς βαδίζανε, ξάφνου επετάχτη
ένας λαγός απ? τα σπαρτά τριγύρω.
Τα παλληκάρια θέλησαν να ρίξουν.
Ο Αντρούτσος όμως "Μη ωρέ!" τους λέει,
"Κρατάτε τα φουσέκια για τους Τούρκους".
Κι αρχίζει πίσω απ’ το λαγό να τρέχει
και τόνε φέρνει πίσω ζωντανόνε.

Δε θέλει ο πόλεμος ψυχή μονάχα.
θέλει και μάτι και αυτί και πόδι.
Θέλει και νου ξυπνό και μεστωμένο.
Γι αυτό αρχηγοί γινόνταν μόνο εκείνοι
που σ’ ολ’ αυτά ήσαν επάξια πρώτοι.
Τότε… Στο Άγιο το Εικοσιένα…

Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2016

ΓΙΑ ΤΟ ΒΑΣΙΛΗ ΠΟΥ ΜΕ ΒΡΙΖΕΙ
ΑΠΟ ΤΟ ΜΟΛΟΓΚ ΤΟΥ

Γεια σου Βασίλη

Τα όσα μου σούρνεις ρούφηξα ως το τέλος.
Και ξέρεις τι θα πω: πως τα εγκρίνω.
Πως είν’ για μένα όλ’ αυτά  σα μέλι
και όχι-διόλου-σαν πικρό κινίνο.

Λοιπόν Βασίλη απ’ όσα μου ’χεις πει
χειρότερα μού πρέπουνε ακόμα
όμως από ευγένεια δεν τα λες
κι ας έρχονται στο νου σου και στο στόμα.

Πασκίζουμε κι οι δυο μας, στο λαό
να πούμε την που αυτός δε βλέπει αλήθεια:
πως όλα όσα γράφω είναι σαχλά
και ούτε για παιδάκια παραμύθια.

Μα δε φτουράμε μόνοι μας εμείς –
δυο είμαστε καημένε μου Βασίλη
κι είναι χιλιάδες όσοι μ’ αγαπούν
και λεν τραγούδια μου τα δυο τους χείλη.

Και απ’ αυτούς, εδώ ας αναφέρω
αυτούς η μνήμη μου που θα μου πει-
κι αν κάποιους ή και τίποτα ξεχάσω
μισή μισή με κείνο η ντροπή…

Ας πούμε να: εκείνους που ανεβάσαν
δύο θεατρικά μου στη σκηνή
(«Ειρήνη η Αθηναία», «Καραϊσκάκης»)
στη Νέα την Υόρκη την κλεινή.

Και στο νεόκοπο Λος Άντζελές μου,
ακόμα δυο μικρά  μονόπρακτά μου
(«“Όνειρο”» και «Βιασμός»),  που ότι θ’ ανέβουν
δεν το ’λεγα ούτε καν στα όνειρά μου.

Τον Αρχιεπίσκοπο της Αυστραλίας
-πρότυπο συνετού πατριδολάτρη-
που τον «Αλέξανδρό» μου έχει ανεβάσει
για των Ελλήνων-Αυστραλών την πάρτη.

(και που, πριν, μου ’γραψε να με ρωτήσει
αν είν’ αλήθεια όσα γράφω μέσα
ή λάχανα μονάχα και ντομάτες
για ν’ αποχτήσει μπούγιο η μπουγιαμπέσα).

Αυτούς που πέντε μου ’δωσαν βραβεία
για έργα ισάριθμα ποιητικά μου-
βραβεία χρηματικά κι όχι από κείνα
που ανέξοδα μοιράζουν εδώ χάμου

(κι εδώ μιλάμε φίλε γι Αμερκάνους
που το δολάριο δύσκολα, και βγάζουν,
όμως γι αυτό και που στην τσέπη χέρι
-οι γιάνκηδές μας- δύσκολα και βάζουν!..)

Το UCSB όπου στους φοιτητές του
συσταίνει τον «Ησίοδο» τον δικό μου
(και ειδικά το «Έργα» του «και Ημέρες»,
που είναι και σε μένα αγαπητό μου).

Εκείνους που την «ΠΌΡΝΗ» μου ζητάνε
για «σινεμά» να τηνε διασκευάσουν
…αλλά νομίζω δε θα τους τη δώσω
γιατί μπορεί και να μου την … χαλάσουν…

Το «Ρεύμα» το «Χριστιανικό» που έχει
χρυσοπληρώσει τη μετάφρασή μου
(δε φταίω εγώ-εκείνοι επιμέναν)
στα νέα ελληνικά της «ΓΕΝΕΣΗΣ» μου,

και τη μοιράζει ακριβά δεμένη
στους εν ταις ΗΠΑ έλληνες πιστούς του-
άψογο αλήθεια έργο, με ατσαλένιους
τους δεκαπεντασύλλαβους αρμούς του.

Α! Και κεινούς τους έλληνες τους τσίφτες
που κάποιο  που εξέδιδα προ χρόνων
περιοδικό (με εκατό σελίδες,
που όλη η ύλη του έμμετρη ήταν μόνον)-

τα «ΛΟΓΙΑ»- μόνος που έγραφα κι ως μέσα
στον Οίκο το Λευκό του ’φτανε η χάρη
(στο Στεφανόπουλο)-μα κι όπου κόσμου
ελληνικό εμύριζε ποδάρι,

τώρα το παίρνουν, το ξανατυπώνουν
και (καλά κάνουν!) το ξαναπουλάνε
(και φυσικά κι αυτοί που τ’ αγοράζουν
νομίζω θαυμαστές μου πως μετράνε).

Ό,τι χοντρό θυμήθηκα το είπα
κι αφήνω τα μικρά της κάθε μέρας
που την ψυχή χαρά γλυκιά γεμίζουν
καθώς μωρό τα χάδια της μητέρας.

(κι απ’ τα μικρά να! κι έρχονται στο νου μου
τ’ αμέτρητα τα στιχουργήματά μου
που κορνιζαρισμένα φιγουράρουν
σε τοίχους-από USA ως εδώ χάμου.)

Άλλα δε λέω, σεβόμενος το χώρο
που τόσο θέλεις άδειος  συ να μένει,
όσο ο δικός μου θέλω κάθε μέρα
να έχει μια κοιλιά σαν γκαστρωμένη.

Λοιπόν Βασίλη  γεια σου και χαρά σου,
όλα καλά να έρθουν στη ζωή σου
και σ’ ότι καταπιάνεσαι να έχεις
όση σου αξίζει βράβευση μαζί σου.
ΟΙ ΑΣΧΗΜΕΣ


Στις άσχημες γυναίκες που η μοίρα
τους όρισε αγέλαστη μια ζήση-
που μένουν τα όνειρά τους πάντα στείρα
κι ο ήλιος τους γνωρίζει μόνο δύση-

στις άσχημες γυναίκες που τον πόνο
για σύντροφο πιστό τους έχουν πάντα-
στις άσχημες γυναίκες αφιερώνω
αυτή τη λυπημένη την μπαλάντα.

Σ' αυτές κανείς δε στέλνει ωραία δώρα
και ποιήματα θερμά κανείς δε γράφει.
Φορέματα γι αυτές δε φτιάχνει η μόδα
κι είν’ άφωτοι τα μάτια τους δυο τάφοι.

Ο πόθος τις θερίζει κάθε βράδυ
προσεύχονται για έστω μια θωπεία
ελπίζουν όμως άδικα-το χάδι
γι αυτές το ερωτικό μια ουτοπία.

Παράσιτα που ζουν λησμονημένα
σ’ ανθένιο μοσχομύριστο φυτώριο.
Γράμματα με βιασύνη στριμωγμένα
σε κάποιου τετραδίου το περιθώριο.

Μπροστά τους ξεχωρίζουνε δυο δρόμοι:
αυτός της θλιβερής κι ανούσιας ζήσης
μακριά από τους ανθρώπους και ακόμη
μακριά ’π’ του έρωτα τις συγκινήσεις

κι εκείνος της πικρής της επαιτείας
για χάδια που ποτέ τους δε θα βρούνε
ενώ τα σιγανά της ειρωνείας
τα γέλια, μες στ’ αυτιά τους θα ηχούνε.

Ανέραστες και φρούδες ερωμένες
μια κρύα σαν τις άλλες θα πεθάνουν
νυχτιά, με τις παλάμες απλωμένες
προς έναν ουρανό που δε τον φτάνουν.

Και πάνε στην αφάνεια και στη λήθη-
κανένας μια κυρία δε θυμάται
που μόνη στη ζωή της εκοιμήθη
καθώς και τώρα αξύπνητα κοιμάται.

Αυτά τα λίγα λόγια τα θλιμμένα
στις άσχημες γυναίκες αφιερώνω.
Κι ας μη σκεφτούνε άδικα για μένα-
κι εγώ στον ίδιο πόνο αργολιώνω.

Κι αφού δεν τους εχάρισαν για δώρα
οι θείοι ποιητές αθάνατα έπη
οι άσχημες γυναίκες θα ’χουν τώρα
την άσχημη μπαλάντα που τους πρέπει.