Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2016

ΚΑΥΓΑΔΑΚΙ

Η καρέκλα σηκώθηκε βαριεστημένη. "Θα πάω έξω" είπε.
Ο καναπές πήγε στο παράθυρο, παραμέρισε την κουρτίνα και "κάνει κρύο έξω", της είπε φωναχτά, "πού θα πας;"
Την έπιασε από το χέρι- "πες μου" της είπε πάλι "πού θέλεις να πας;"
Εκείνη τον έσπρωξε λέγοντάς του "με πονάς!"
Μια βαριά σιωπή έπεσε ανάμεσά τους.
Εκείνος, χλωμός μετά απ' αυτή τη σκηνή και χολωμένος που ασυγκράτητος δείχτηκε, έμενε όρθιος στο παράθυρο μπροστά.
Αυτή, αγέρωχη στην αρχή, ήπια κατόπιν, κλεισμένη μέσα στο άψογο τετράγωνό της, έφτιαξε το φόρεμά της.
"Στο είπα-αν δε σ' αρέσω έτσι να μ' αφήσεις ήσυχη. Στο κάτω κάτω αυτό είναι το σπίτι μου".
Έκατσε νευριασμένη
Εκείνη τη στιγμή δυο άντρες μπήκαν στο δωμάτιο. Ο ένας κάθισε στην καρέκλα. Ο άλλος βάζοντας τον καναπέ στη θέση του ρώτησε: "μα ποιος έβαλε τον καναπέ κοντά στο παράθυρο;"
Κάθισε πάνω του και άνοιξε τον χαρτοφύλακά του.
Ύστερα όλα έγιναν με την κανονική τους σειρά.