Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2016

Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)

Και πήγε στο όρος Γαλαάδ. Όμως την τρίτη μέρα
Για το φευγιό του Ιακώβ έμαθε ο Σύρος Λάβαν.
Κι αμέσως παίρνοντας αυτός μαζί τους συγγενείς του
Κι αφού τόνε κυνήγησε για εφτά ημέρες, τέλος
Τον φτάνει στο όρος Γαλαάδ. Και ο θεός στο Λάβαν
Πήγε το Σύρο ενώ αυτός κοιμόταν, και του είπε:
Πρόσεξε μήπως άσχημα στον Ιακώβ μιλήσεις.
Και πήγε ο Λαβαν στον Ιακώβ που είχε τη σκηνή του
Στημένη πάνω στο βουνό. Και όρισε  ο Λάβαν
Απάνω στο όρος Γαλαάδ οι συγγενείς του να ’ναι.
Κι είπε ο Λάβαν του Ιακώβ, τ’ είναι που έχεις κάμει;
Γιατί να φύγεις μυστικά; Γιατί να με ληστέψεις
Παίρνοντας και τις κόρες μου μαζί, σαν να τις είχες
Σε πόλεμο αιχμάλωτες; Ενώ αν μου το ζητούσες
Θα σ’ άφηνα οπωσδήποτε να φύγεις με χαρά μου
Και μάλιστα με μουσικές, τύμπανα και κιθάρες.
Τώρα δεν είχα τη χαρά καν ούτε να φιλήσω
Τους γιους μου και τις κόρες μου. Σαν άμυαλος εφέρθης.
Και τώρα έχω τη δύναμη εγώ να σε τσακίσω.
Μα του πατέρα σου ο θεός εχτές σε μένα ήρθε
Και μου ’πε κοίτα μη άσχημα στον Ιακώβ μιλήσεις.
Τράβα λοιπόν. Αλλά, καλά, πεθύμησες να φύγεις
Και στου πατέρα σου να πας. Όμως γιατί εμένα
Τα είδωλα μου μου ’κλεψες; Κι είπ’ ο Ιακώβ στον Λαβαν:
Γιατί φοβήθηκα εσύ ότι θα μου κρατούσες
Τις κόρες σου, και όλα αυτά που ήτανε δικά μου.
Κι αν ψάξεις και σε κάποιονε τα είδωλά σου έβρεις
Τότε ζωή δε θα ’χει αυτός άλλη  ανάμεσα μας.
Ψάξε και αν δικό σου βρεις μες στα δικά μου κάτι
Πάρτο. Και κείνος έψαξε και τίποτα δε βρήκε.
Ο Ιακώβ δεν ήξερε πως η Ραχήλ τα είχε
Τα είδωλα, η γυναίκα του, κλεμμένα. Και ο Λαβαν
Στης Λείας πήγε τη σκηνή, έψαξε, δεν τα βρήκε.
Κι από της Λείας τη σκηνή εβγήκε κι είχε πάει
Και στη σκηνή του Ιακώβ. Έψαξε-δεν τα βρήκε.
Και στη σκηνή έψαξε των δυο των υπηρετριών του
Και δεν τα βρήκε ούτε εκεί. Και στη σκηνή εμπήκε
Όπου βρισκόταν η Ραχήλ. Και η Ραχήλ τα είχε
Μες στο σαμάρι τα είδωλα τρυπώσει της καμήλας
Και πάνω τους εκάθησε. Και, κύριε, μη θυμώνεις
Του είπε του πατέρα της. Να σηκωθώ μπροστά σου
Δεν το μπορώ γιατί έχω αυτή τη γυναικεία αρρώστια.
Κι έψαξε ο Λάβαν στις σκηνές όλες και δεν τα βρήκε.
Κι ο Ιακώβ εθύμωσε και μάλωσε τον Λάβαν
Και του ’πε: Ποιό το αδίκημα λοιπόν που έχω κάμει
Και ποια η αμαρτία μου που πίσω μου έχεις τρέξει
Και που έχεις πιάσει κι έψαξες ότι είχα και δεν είχα;
Λοιπόν δικό σου τί έχεις βρει; Βάλτο εδώ μπροστά μας
Κι ας ψάξουνε να έβρουνε οι δικοί σου κι οι δικοί μου
Ποιος έχει άδικο απ’ τους δυο. Είκοσι χρόνια τώρα
Είμαι μαζί με σένα εγώ. Κι ούτε τα πρόβατά σου
Ούτε οι γίδες σου έπαψαν καθόλου να γεννάνε.
Κριάρια δε σου έφαγα. Κανένα φαγωμένο
Από  θηρίο  δε  σου ’φερα, και  ό,τι  μέρα ή  νύχτα
Μου ’κλεβε κάποιος, με λεφτά το πλήρωνα δικά μου. 
Τη μέρα ο λίβας  μ’ έκαιγε. Και  πάγωνα τη  νύχτα.
Κι ο ύπνος απ’ τα μάτια μου έφευγε. Τέτοια ήταν
Τα είκοσι  που έζησα κοντά σε σένα χρόνια.
Για να ’χω τις  δυο κόρες  σου εδούλεψα κοντά σου
Για χρόνια δεκατέσσερα. Και άλλα έξη χρόνια
Σου  φύλαγα τα πρόβατα. Και  κοροϊδεύοντας   με 
(συνέχεια)