Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2016

Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)

Και σηκωθήκαν στη Συχέμ και πήγαν οι αδερφοί του
Και βόσκαν του πατέρα τους τα πρόβατα εκεί πέρα.
Κι ειπ’ ο Ισραήλ στον Ιωσήφ: Δεν είναι οι αδερφοί σου
Στα βοσκοτόπια της Συχέμ; Θα πας κι εσύ εκεί πέρα.
Και, γιατί όχι; Του ’πε αυτός. Κι ο Ισραήλ του είπε:
Τράβα να δεις αν ειν’ καλά τα πρόβατα κι εκείνοι
Και γύρνα πάλι να μου πεις. Και από την κοιλάδα
Τον είχε στείλει της Χεβρών, και στη Συχέμ επήγε.
Και κάποιος βλέποντας τόνε να τριγυρνά στον κάμπο
Του λέει, τί ψάνχεις; κι είπε αυτός, τους αδερφούς μου ψάχνω.
Πες μου πού τώρα βόσκουνε αυτοί τα πρόβατά τους;
Και του ’πε τότε ο άνθρωπος: φύγαν από δω πέρα
Και άκουσα που λέγανε, στη Δωθαείμ ας πάμε.
Και πίσω από τ’ αδέρφια του ο Ιωσήφ τραβάει
Και τους εβρήκε στη Δωθαείμ.
ΧΧΧVΙΙ18
Κι αυτοί τον είδανε προτού κοντά τους πλησιάσει
Και το κακό τους πέρασε απ’ τό νου να τον σκοτώσουν.
Κι ένας στον άλλον έλεγε, έρχετ’ ο ονειράκιας
Ελάτε-ας τον σκοτώσουμε και σένα λάκκο μέσα
Το σώμα του ας ρίξουμε. Και ύστερα θηρίο
θα πούμε πως τον έφαγε. Και τότε τα όνειρά του
Θα δούμε τι αξίζουνε. Και ο Ρουβήν τ’ ακούει
Και μες από τα χέρια τους τον γλίτωσε. Τους είπε:
Ας μη τόνε σκοτώσουμε. Αίμα, ο Ρουβήν τους είπε,
Μη χύστε, παρά βάλτε τον σ’ έν απ’ αυτούς τους λάκκους
Στην έρημο, κι ενάντια του ας μην απλώστε χέρι.
Κι ειπ’ έτσι ώστε απ’ τα χέρια τους αυτόνε να γλιτώσει
Και στον πατέρα του ύστερα να πάει να τον δώσει.
Όταν λοιπόν ήρθ’ ο Ιωσήφ, του βγάλαν το χιτώνα
Που έφορειε τον πολύχρωμο, και σ’ ένα λάκκο μέσα
Που ήταν ξερός τον έριξαν. Κι απάνω κει που τρώγαν
Σηκώσανε τα μάτια τους και είδαν οδοιπόρους
Ισμαηλίτες να ’ρχονται απ’ τής Γαλαάδ τα μέρη,
Με τις καμήλες τους βαριά να ’χουνε φορτωμένες
Με λάδια αρωματικά, θυμίαμα και ρητίνη,
Και πήγαιναν στην Αίγυπτο να τα εμπορευτούνε.
ΧΧΧVII26
Και ο Ιούδας στράφηκε κι είπε στους αδερφούς του:
Κι αν τον σκοτώσουμε κρυφά εμείς τον αδερφό μας
Τί τάχα θα κερδίσουμε; Σ’ αυτούς τους Ισμαηλίτες
Ελάτε κι ας τον δώσουμε. Γιατ’ είναι αδερφός μας
Και σάρκα από τη σάρκα μας. Κι εκείνοι τον ακούσαν.
Κι οι Μαδιανίτες έμποροι καθώς επλησιάζαν
Τ’ αδέρφια του τον Ιωσήφ τον βγάλαν απ’ το λάκκο
Και πούλησαν τον Ιωσήφ. Και οι Ισμαηλίτες
Τους δώσαν είκοσι χρυσά. Και τον Ιωσήφ επήραν
Και πήγανε στην Αίγυπτο. Γυρνά ο Ρουβήν στο λάκκο
Και βλέπει λείπει ο Ιωσήφ. Τα ρούχα του ξεσκίζει
Και γύρισε δερνάμενος στ’ αδέρφια του. Τους λέει:
Δεν είναι το παιδί εκεί-και τώρα τι θα γίνω;
Και το χιτώνα πήρανε του Ιωσήφ εκείνοι
Κι ένα κατσίκι σφάξανε και τον γεμίσαν με αίμα.
Και πήραν τον πολύχρωμο χιτώνα και τον πήγαν
Να τον ιδεί ο πατέρας τους, και, τον χιτώνα αυτόνε
(συνέχεια)