Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου 2016

Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)

Και του Κυρίου απλώθηκε σ’ όλα η ευλογία
Όσα ήταν είτε σπίτι του αλλά και στους αγρούς του.
Γι αυτό και όλα τ’ άφησε στου Ιωσήφ τα χέρια
Κι αυτός δεν ενδιαφέρονταν παρά να τρώει μόνο.
Κι όμορφος ήταν ο Ιωσήφ και πρόσωπο είχε ωραίο.
Κι αφού εγίναν όλα αυτά, τα μάτια η γυναίκα
Έριξε, του κυρίου του, στον Ιωσήφ επάνω.
Και του ’πε: έλα κοιμήσου με. Κι είχε αρνηθεί  εκείνος.
Κι είπε σ’ αυτήν ο Ιωσήφ: αφού ο κύριός μου
Δεν ξέρει τι στο σπίτι του γίνεται, γιατί τα ’χει
Όλα σε μένα εμπιστευτεί, και τίποτα στο σπίτι
Δε στέκει αυτό ψηλότερα και ούτε εξαιρείται
Τίποτα απ’ τον κανόνα αυτό, παρά εσύ μονάχα-
Γιατί είσαι η γυναίκα του-, το πράγμα εγώ ετούτο
Πώς να το κάνω το κακό, και αμαρτία να κάνω
Πώς στο θεό απέναντι; Και αν και κάθε μέρα
Εκείνη του το ζήταγε, δε δέχονταν εκείνος
Με κείνη να συνευρεθεί. Και ήρθε μια ημέρα
Που μπήκε μέσα ο Ιωσήφ στο σπίτι για να κάνει
Τις ταχτικές του τις δουλειές. Κι εκεί κανείς δεν ήταν.
Κι αυτή από τα ρούχα του τον άρπαξε και του ’πε:
Να κοιμηθούμε έλα μαζί. Κι έφυγε αυτός, τα ρούχα
Στα χέρια της αφήνοντας. Και όταν είδε εκείνη
Πως φεύγοντας της άφησε στα χέρια της τα ρούχα
Φώναξε αυτούς που ήτανε στο σπίτι και τους είπε:
Να! Δούλο Εβραίο μας έφερε, να μας εξευτελίζει!
Γιατ’ ήρθε αυτός και μου ’λεγε να κοιμηθώ μαζί του.
Και ’γω μεγάλη έβαλα φωνή, και τότε εκείνος
Τα ρούχα του στα χέρια μου τ’ άφησε κι έχει φύγει.
Και κράτησε τα ρούχα του ο άντρας της ως να ’ρθει.
Και όταν ήρθε, του ’πε αυτή τα ίδια λόγια-του ’πε:
Ο Εβραίος δούλος που ’φερες εδώ μ’ έχει προσβάλει.
Ήρθε σε μένα λέγοντας: μαζί ας κοιμηθούμε.
Και όταν είδε πως εγώ ύψωσα τη φωνή μου
Και πως βοήθεια εζήτησα, τα ρούχα του σε μένα
Τ’ άφησε κι έξω έτρεξε. Κ ι όταν ο κύριός του
Τα λόγια της γυναίκας του άκουσε, κι όταν του ’πε
Αυτά μου ’κανε ο δούλος σου, είχε πολύ θυμώσει.
ΧΧΧΙΧ20
Κι  ο κύριός του  τον Ιωσήφ στη φυλακή  τον  βάζει
Στο κτίριο που του  βασιλιά ειν’  οι  φυλακισμένοι
Μέσα εκεί. Στη  φυλακή. Αλλά ο Κύριος  ήταν
Με  τον Ιωσήφ. Και  έλεος  επάνω του  σκορπούσε.
Κι  ο αρχιδεσμοφύλακας  πολύ  τον  εκτιμούσε 
Και  στου Ιωσήφ την άφησε  τη φυλακή  τα χέρια
Και  όλους  όσοι  ήτανε φυλακισμένοι, κι  όλα
Όσα έπρεπε  να γίνονται να τα φροντίζει  εκείνος.
Κι  ο αρχιδεσμοφύλακας  όλα τα είχε αφήσει
Στα χέρια του Ιωσήφ, κι αυτός, απ’ ό,τι  εγινόταν
Τίποτα δεν  εγνώριζε. Γιατί όλα  από τα χέρια
Εγίνονταν  του Ιωσήφ, που ’ταν  ο  θεός  μαζί  του
Και   όσα έκανε αυτός  τα ευόδωνε     ο Κύριος.
(συνέχεια)