Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2016

Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)

Μου είχε δέκα πρόβατα δοσμένα για μιστό μου.
Και  μη  του πάππου  μου Αβραάμ ο θεός να με  βοηθήσει,
Και  μη  ο φόβος του Ισαάκ, άδειον  θα μ’ είχες διώξει.
Μα τη δικιά σου αδικιά και  τον  δικό  μου κόπο
Τα ’δε  ο  θεός γι  αυτό και  χτες  σου  είπε  ότι   σου  είπε.
XXXI 43
Κι ο Λαβαν αποκρίθηκε στον Ιακώβ και του ’πε:
Οι κόρες είναι κόρες μου και τα παιδιά παιδιά μου.
Τα ζώα είναι ζώα μου, και όσα γύρω βλέπεις
Ανήκoυνε σε μένανε και στις δικές μου κόρες.
Σ’ αυτές εγώ που γέννησα, είτε και στα παιδιά τους
Μπορώ εγώ κάτι κακό σήμερα να τους κάνω;
Εγώ κι εσύ ας κάνουμε λοιπόν μια συμφωνία
Κι αυτή να είναι ο μάρτυρας ανάμεσα στους δυο μας.
Κι είπε σ’ αυτόνε, να! κανείς δεν είναι εδώ μαζί μας.
Μάρτυρας θα ’ναι ο θεός ανάμεσα στους δυο μας.
Και μία πέτρα ο Ιακώβ πήρε και σα μια στήλη
Πάνω στη γη την έστησε. Και είπε στους δικούς του:
Μαζέψτε πέτρες. Μάζεψαν, κι ένα σωρό εφτιάξαν.
Και στον σωρό αυτό κοντά καθίσανε να φάνε.
Και του ’πε ο Λαβαν: ο σωρός μάρτυρας τούτος θα ’ναι
Ανάμεσα μας σήμερα. Και το σωρό τις πέτρες
Ο Λαβαν τον ονόμασε "Σωρός της Μαρτυρίας"
Κι ο Ιακώβ "Μάρτυς Σωρός". Και του Ιακώβ ο Λάβαν
Του είπε να! ο σωρός αυτός, και να! κι αυτή η στήλη-
Μάρτυρας κι ο σωρός αυτός και μάρτυρας κι η στήλη.
Γι αυτό "Βουνό που μαρτυρεί" του τόπου τ’ όνομα είπαν.
Κι ας επιβλέψει ο Θεός, είπε, ανάμεσά μας,
Γιατί μακριά θα ζούμε εμείς ο ένας απ’ τον άλλο.
Κι αν άσχημα στις κόρες μου φερθείς, κι αν πάρεις κι άλλες
Εκτός από τις κόρες μου να ’χεις μαζί γυναίκες,
Κοίτα, κανείς δεν είναι εδώ που να μας βλέπει-μάρτυς
Ανάμεσα σε μας τους δυο μόνο ο θεός θα είναι.
Και είπε ο Λάβαν στον Ιακώβ: να! ο σωρός ετούτος
Κι η στήλη ετούτη μάρτυρας, πως δε θα τα περάσω
Για να ’ρθω εγώ σε σένανε, κι ούτε θα τα περάσεις
Εσύ σε μένα για να ’ρθείς, να βλάψει ένας τον άλλο.
Είθε ο θεός του Αβραάμ και του Ναχώρ να κρίνουν
Ανάμεσα σε μας τους δυο. Κι ο Ιακώβ ορκίστη
Στο φόβο του πατέρα του του Ισαάκ που είχε.
Και στο βουνό θυσίασε. Κι έφερε τους δικούς του
Και φάγανε, και ήπιανε, και στ’ όρος κοιμηθήκαν.
Και σ’κώθει ο Λάβαν το πρωί, εφίλησε τους γιούς του,
Τις κόρες του εφίλησε και τους ευλόγησε όλους.
Κι έφυγε και στον τόπο του γύρισε πάλι ο Λαβαν.
XXXII
Κι ο Ιακώβ συνέχισε το δρόμο που ’χε πάρει.
Και σήκωσε τα μάτια του και στράτευμα είδε θείο
Που ήταν σε παράταξη, Κι ήταν θεού αγγέλοι
Και διασταυρώθηκαν μ’ αυτόν. Κι όταν αυτός τους είδε,
Στράτευμα θείο ειν’ αυτό, είπε, κι αυτό τον τόπο
«Παρεμβολές» ονόμασε.
XXXII3
Και στον Ησαύ ο Ιακώβ έστειλε αγγελιαφόρους
(συνέχεια)