Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2016

 Ο ΑΥΤΟΧΕΙΡΑΣ
(συνέχεια)

Γεια σου πόρνη και συ και οι χιλιάδες σου.

(παίρνει χαρτί και μολύβι)

Κι ένα γράμμα για τον Νικ. (γράφει μιλώντας ) Νικ φεύγω. Ίσως να το έχεις καταλάβει από τη χτεσινή κουβέντα μας. Δεν ήθελα να σου το πω φανερά γιατί έτσι βλάκας που είσαι θα έκανες το παν για να με αποτρέψεις. Όλα όσα βρεις εδώ μέσα κάνε ό,τι θέλεις μ’ αυτά. Στο μέρος που ξέρεις θα βρεις κάμποσα λεφτά. Δώσε δυο χιλιάρικα στη Ντόρα και τα υπόλοιπα στη διάθεσή σου. (Όλα αυτά βέβαια αν υπάρχει κάτι μετά την αυτοκτονία μου). Γεια χαρά. Εριναστός.

(Διπλώνει και αφήνει το γράμμα πάνω στο τραπέζι. Πηγαίνει αργά προς το παράθυρο)

Γεια σου ήλιε. Που τόσο οι θνητοί σε αγαπάνε. Γεια σου ήλιε που απέξω κι ανακατωτά σε ξέρω.

Να! σε λίγο θα ροδίσεις τα σύννεφα και σ' όλα γύρω σου ένα πορτοκαλί θα δώσεις χρώμα. Ύστερα κόκκινο, πιο κόκκινο, που λίγο λίγο αναιμικά θ' αδυνατίζει, κι όταν τελείως πια θα 'χεις βυθιστεί, ένα μολυβί βαρύ. Και ξέρω, τ' άλλο πρωί τα ίδια τώρα ανάποδα θα κάνεις καθώς θα 'ρχεσαι: μολυβί, κόκκινο, πορτοκαλί, και πια άσπρο-αυτό το ανήλεο, εξονυχιστικά ερευνητικό, παμφάγο άσπρο. Και κάθε μέρα πάλι τα ίδια...και τα ίδια...και τα ίδια... Ίδιες ιδέες, ίδιες εικασίες, ίδια φανερώματα.

Σε βαρέθηκα ήλιε!

Α! να λυτρωθεί κανείς απ’ όλα!..

Γεια σου ουρανέ και γη και όλα τα γεννήματά σας: κραυγές, πεδιάδες, πόνοι, έρωτες, ιδέες, μυαλά, ποιητές και φαντασία… Γεια σας βροντές και αστραπές και βλέμματα του μίσους… γεια σας μεγαλοφυίες και ασπόνδυλα και χοίροι… τη ρίζα σας να συναντήσω έρχομαι.

Γεια σου κόσμε που νόημα σου δίνει η ανοησία των ανθρώπων.

Γεια σου της ζωής το ψέμα με τις παγίδες σου, που με ανίδεα τρέφεσαι νιάτα.

Γεια σας άνθρωποι που είστε τόσο σίγουροι λέγοντας «βρέχει» ή «αυτό είναι εδώ».

Γεια σας άνθρωποι με τις πατρίδες σας, με το χρυσάφι σας, με την ηθική και τη γλώσσα σας καθένας.

Γεια σου Γυναίκα, των ανέραστων παράδεισε.

Γεια σου θεέ, μηχανή αόρατη, δυνάστη των ανθρώπων-κατασκευαστών σου.

Πράγματα, σοφοί χωρίς λαλιά, έρχομαι κοντά σας.

Γεια σου πιστόλι μου, ύστατο καταφύγιο του κάθε εσύ κυνηγημένου.

(Παίρνει στα χέρια του το πιστόλι. Χτύποι στην πόρτα. Απορημένος)

Άνθρωποι! Τι θέλουν πάλι από μένα;

(Δυνατά, αλλάζοντας τη φωνή του)

Ο κύριος Μόρισον λείπει από το σπίτι και μου έδωσε εντολή να μην ανοίξω σε κανέναν.

(Σιγά, χαμογελώντας)

Πάντα ήθελα να το κάνω αυτό…

(Οι χτύποι συνεχίζονται πιο δυνατοί)



ΦΩΝΗ ΦΕΛΛΙΝΗΣ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ

Ανοίξτε παρακαλώ.



ΕΡΙ

Δεν είναι κανένας στο σπίτι. Ούτε εγώ.

(Χαμόγελο. Σιγά)

Καμιά ζητιάνα θα είναι. Ή καμιά παραδουλεύτρα που ζητάει δουλειά.



ΦΩΝΗ ΦΕΛΛΙΝΗΣ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ

Κύριε Εριναστέ ανοίξτε σας παρακαλώ.



ΕΡΙ

Ποια είσαι που ξέρεις τ’ όνομά μου;



ΦΩΝΗ ΦΕΛΛΙΝΗΣ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ

Κύριε Μόρισον, είμαι κοινωνική λειτουργός από το Τμήμα Προλήψεως Αυτοκτονιών. Ο κύριος Νικ Πρέστον μας έδωσε τη διεύθυνσή σας. Τηλεφώνησα επανειλημμένα, όμως είχατε κλειστό το τηλέφωνο.


ΕΡΙ

(Για μια στιγμή ξαφνιάζεται. Μετά αμέσως χαμογελά. Στον εαυτό του)

Ώστε κατάλαβε… και έδρασε… Α! τον καλό, τον κουτό μου τον Νικ… καλά, ας είναι, ας το δω κι αυτό…

(Πηγαίνει προς την πόρτα, κοντοστέκεται, γυρίζει και αφήνει το πιστόλι πάνω στο τραπέζι. Ανοίγει την πόρτα. Μια γυναίκα νέα στέκει εκεί, λίγο ανήσυχη, λίγο χλωμή)

Περάστε.

(Η Φελλίνη μπαίνει βλέποντας γύρω το δωμάτιο)

Καθήστε παρακαλώ.

(Η Φελλίνη κάθεται στην καρέκλα κοντά στο παράθυρο.)



ΦΕΛ

Ευχαριστώ.

(στον εαυτό της με ανακούφιση)

Ευτυχώς πρόλαβα.



ΕΡΙ

Λοιπόν;..Τι λέει ο καλός μου φίλος Νικ;
(συνέχεια)