Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2016

Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)

Σαν του θεού το πρόσωπο να έβλεπα του ίδιου.
ΙΙάρτα, θα ευχαριστηθώ. Δώρα ευλογημένα
Είναι, αυτά που σου ’φερα, γιατί όλα τα ’χω κάνει
Με του θεού το έλεος. Και ο Ησαύ τα πήρε
Αφού επέμεν' ο Ιακώβ. Κι ο Ησαύ, ας σηκωθούμε,
Είπε, κι ας προχωρήσουμε .Κι ο Ιακώβ του είπε:
Ξέρεις κύριέ μου, τα παιδιά πολλή αντοχή δεν έχουν.
Κι ακόμα έχω πρόβατα και βόδια γεννημένα.
Αν για μια μέρα γρήγορα τα κάνω να βαδίσουν
Τα ζώα θα μου πεθάνουνε. Ας προχωρήσεις κύριε
Μπροστά από με το δούλο σου, κι εγώ θ’ ακολουθήσω
Το δρόμο κανονίζοντας ανάλογα με κείνον
Που κάνουνε τα ζώα μου μπροστά μου που πηγαίνουν
Κι ανάλογα την αντοχή που τα παιδιά θα δείξουν.
Κι έτσι τραβώντας στη Σηείρ θα φτάσω τον κυριό μου.
Θ’ αφήσω τότε, του ’π’ ο Ησαύ, άντρες να σε βοηθήσουν.
Κι ο Ιακώβ, γιατί αυτό; του ’πε, μου αρκεί εμένα
Που, κύριε, με δέχτηκες ευμένεια δείχνοντας μου.
Και την ημέρα ο Ησαύ στο δρόμο εκείνη μπήκε
Για τη Σηείρ. Κι ο Ιακώβ επήγε στις σκηνές του
Και σπίτια έφτιαξε ώστε εκεί να μένουν οι ανθρώποι
Και στάνες για τα ζώα του. Γι αυτό του τόπου εκείνου
Το είπε τ’ όνομα Σκηνές.
ΧΧΧΙΙΙ18
Κι απ’ τής Συρίας ο Ιακώβ τη Μεσοποταμία
Πίσω σαν ήρθε, στη Σαλήμ έκατσε των Σηκίμων
Που είναι γη της Χαναάν. Και διάλεξε μια θέση
Στην πόλη που ήτανε κοντά, κι αγόρασε το μέρος
Του χτήματος που μέσα του είχε στρατοπεδέψει
Απ’ τον Εμμώρ, που του Συχέμ ήτανε ο πατέρας,
Μ’ αντίτιμο εκατό αρνιά. Κι εκεί θυσιαστήριο
Έχτισε, και στου Ισραήλ το θεό επροσευχήθη.
XXXIV
Η κόρη που στον Ιακώβ εγέννησε η Λεία,
Η Δείνα, βγήκε θέλοντας τις κόρες να γνωρίσει
Του τόπου όπου θα ’μενε. Και ο Συχέμ την είδε
Ο Ευαίος, του Εμμώρ ο γιός, ο άρχοντας της χώρας,
Την πήρε, και τη ντρόπιασε κοιμάμενος μαζί της.
Και προσκολλήθηκε ο Συχέμ στου Ιακώβ την κόρη
Κι έγινε η αγάπη του αυτή. Και μίλησε σ’ εκείνη
Με λόγια που της άρεσαν. Και ο Συχέμ, πατέρα,
Λέει του Εμμώρ, κανόνισε αυτήνε  τη γυναίκα
Να πάρω για γυναίκα μου. Και τη ντροπή της Δείνας
Την έμαθε ο Ιακώβ. Κι οι γιοί του στα χωράφια
Ήτανε με τα ζώα τους. Και μέχρι που να ’ρθούνε
Δε μίλαγε ο Ιακώβ. Και στον Ιακώβ επήγε
Ο Εμμώρ, πατέρας του Συχέμ, ώστε να του μιλήσει.
Και τα παιδιά του Ιακώβ ήρθαν απ’ τά χωράφια
Κι όταν άκουσαν τι έγινε μεγάλο πόνο νοιώσαν
Και λυπηθήκανε πολύ. Γιατί κακό μεγάλο
Ήτανε για τον Ισραήλ που εκείνος εκοιμήθη
Με το κορίτσι του Ιακώβ-δεν έπρεπε να γίνει.
(συνέχεια)