Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

ΑΥΤΟΧΕΙΡΑΣ
(συνέχεια)

ΖΩΗ

Κοπέλα μου πουθενά δεν μπαίνω απρόσκλητη. Έχω πρόσκληση διαρκείας από όλους. Και όχι μπαίνω μα έχω την αίσθηση πως πάντοτε βρίσκομαι σα στο σπίτι μου σε κάθε σπίτι που πηγαίνω. Μόνο που οι περισσότεροι με έχουν συνηθίσει πια και είναι σαν να μην υπάρχω γι αυτούς. Μπορώ να πω πως δεν με βλέπουν καν. Και στο δικό σου το σπίτι έχω έρθει -δεn μένεις στην Owensmouth 8741; μα ήμουν τόσο κοντά σου που δεν με είδες.



ΦΕΛ

(κοιτάζει απορημένη μια τη Ζωή μια τον Εριναστό. Στη Ζωή)

Πράγματι… εκεί μένω… Μα ποια είσαι;..



ΖΩΗ

Η Ζωή-μια ζωντανή κοπέλα που όλο γυρνάει.

(Η Φελλίνη σηκώνεται. Κάνει να μιλήσει στη Ζωή, αλλάζει γνώμη και στρέφει στον Εριναστό)

ΦΕΛ

Κύριε Μόρισον νομίζετε πως θα πρέπει να δώσουμε σημασία στη δεσποινίδα ή θα ήταν καλλίτερα να συνεχίσουμε τη δουλειά μας-τη δουλειά μου αν θέλετε; Εκτός αν η παρουσία της σας άλλαξε διάθεση και σκεφτόσαστε διαφορετικά για ό,τι είχατε αποφασίσει.



ΕΡΙ

Κυρία Σμιθ ας ασχοληθούμε με τη δεσποινίδα Ζωή.

(Κοιτάζοντας τη Ζωή)

Ίσως μάθουμε πολλά απόψε και γι αυτήν και για τους εαυτούς μας. Καθίστε παρακαλώ.

(Η Φελλίνη κάθεται. Στη Ζωή)

Εγώ είμαι που πρόκειται να σας αφήσω δεσποινίς Ζωή.



ΖΩΗ

Με τι; Δηλητήριο, κρεμάλα, γκρέμισμα, πιστόλι;..



ΦΕΛ

Αυτό μόνον έχεις να πεις- «Με τι;» Δε θα τον αποτρέψεις; Εγώ αυτό προσπαθώ να κάνω-γι αυτό είμαι εδώ.



ΖΩΗ

Γιατί να τον αποτρέψω;



ΦΕΛ

Καλή είναι αυτή! Μα να τον αφήσουμε να πεθάνει;



ΖΩΗ

Κοπέλα μου, διακόσια δισεκατομμύρια άνθρωποι έχουν πεθάνει μέχρι σήμερα. Ένας ακόμα σε τι-ποιον θα πείραζε; ως για αυτοκτονίες, κάθε μέρα δεκαριές χιλιάδες αυτοκτονούν. Και οι αρρώστιες και τα δυστυχήματα σκοτώνουν περισσότερους. Λοιπόν τι;



ΕΡΙ

(στη Ζωή, που όσο αυτή μιλούσε με την Φελλίνη αυτός την παρατηρούσε προσεκτικά)

Νομίζω ότι μια τούφα από τα μαλλιά σου έχει ξεστρατίσει.

(σηκώνεται και απλώνει το χέρι του στα μαλλιά της Ζωής)

Μου επιτρέπεις…

(Καθώς προσπαθεί να στρώσει τα μαλλιά της Ζωής μένει στο χέρι του ολόκληρη η περούκα που αποδείχνεται ότι αυτή φοράει, αποκαλύπτοντας μια κατάμαυρη λεία σκληρή επιφάνεια στο μέρος όπου πριν καλύπτονταν από την περούκα)



ΦΕΛ

(με αηδία)

Θεέ μου! Κι ήταν τόσο όμορφη κοπέλα…



ΖΩΗ

(ανέμελα και αδιάφορα)

Ήτανε δώρο ενός φίλου. Θα βρω κάτι άλλο πάλι.

(στη Φελλίνη, συνεχίζοντας την προηγούμενη κουβέντα)

Και ξέρεις πόσοι χάνονται με τα καράβια; Ο βυθός της θάλασσας δε φαίνεται από τα κουφάρια τους.



ΕΡΙ

(στη Ζωή)

Καθώς βλέπω από εδώ που βρίσκομαι, το δεξί σου στήθος σαν να μπαινοβγαίνει σε κάθε σου κίνηση. Σαν ψεύτικο μου μοιάζει.

(σηκώνεται, πλησιάζει τη Ζωή, που δέχεται αδιάφορα τις επεμβάσεις του και της ανοίγει τη μπλούζα. Στο άνοιγμά της φαίνεται όχι δέρμα, μα η ίδια άψυχη σκληρήκαι κατάμαυρη επιφάνεια όπως του κρανίου της, με πάνω της, στη θέση όπου έπρεπε να είναι τα στήθη της Ζωής, δυο ψεύτικα στήθη. Ο Εριναστός βγάζει τα ψεύτικα στήθη και αμέσως μετά τη μπλούζα. Δυο τρύπες μένουν στη θέση του στήθους. Η Φελλίνη σηκώνεται και οπισθοχωρεί τρομαγμένη)



ΖΩΗ

(στον εαυτό της)

Ω! χάλασαν όλα. Μα και τι να περίμενα μετά τόσον καιρό. Πρέπει να πάω για ανασύσταση όπως και να το κάνεις…

(στον Εριναστό, τελείως φυσικά)

Και γιατί θέλεις ν’ αυτοκτονήσεις;

(Ο Εριναστός δεν της απαντάει. Της λύνει τη ζώνη και κατεβάζει την πολύχρωμη φούστα της. Φαίνονται μέση, γλουτοί, μηροί, κνήμες, όπως και πιο πάνω. Η Φελλίνη κραυγάζοντας φωνές φρίκης και τρόμου κρύβεται όπως μπορεί πίσω από τον Εριναστό. Ο Εριναστός κοιτάζει προς το πρόσωπο της Ζωής, το μόνο ανθρώπινο που έχει μείνει από ό,τι πριν ήταν η Ζωή. Την πλησιάζει βλέποντας προς αυτό.)



ΖΩΗ

(βλέποντάς τον, χωρίς προσπάθεια αντίδρασης, σιγά)

Θα φτάσεις λοιπόν ως εκεί;

(Ο Εριναστός σηκώνει το χέρι του ως το μέτωπο της Ζωής, πιάνει το δέρμα από τη γραμμή που χωρίζει το δέρμα και το μαύρο του κρανίου και το τραβάει. Το πρόσωπο της Ζωής είναι μια μάσκα που μένει στα χέρια του Εριναστού, ενώ κάτω από αυτήν αποκαλύπτεται η μαύρη επιφάνεια όπως και πιο πάνω, με τρύπες στη θέση των ματιών της μύτης και του στόματος, που μόλις η Φελλίνη και ο Εριναστός προλαβαίνουν να δουν. Μια δυνατή απόκοσμη κραυγή βγαίνει από το μαύρο που αντιστοιχούσε στο στόμα της Ζωής και την ίδια στιγμή βαθύ σκοτάδι καλύπτει το δωμάτιο. Η Φελλίνη κραυγάζει όλο και πιο δυνατά)

ΕΡΙ

(δυνατά)

Ησυχάστε!.. Ησυχάστε κυρία Σμιθ!

(πολύ δυνατά)

Σταματήστε!

(Οι φωνές της Φελλίνης χαμηλώνουν)

Κάπου έχω ένα κερί… νάτο, το βρήκα…

(ακούγεται ο ήχος ανάμματος ενός σπίρτου και το κερί ανάβεται. Ότι είχε απομείνει από τη Ζωή έχει εξαφανιστεί και μόνο τα ρούχα και η μάσκα της μένουν πεσμένα στο πάτωμα. Η Φελλίνη ρίχνεται στην αγκαλιά του Εριναστού κοιτάζοντας φοβισμένη γύρω. Ο Εριναστός απωθώντας ήρεμα την Φελλίνη απελευθερώνεται από το αγκάλιασμά της. Καθησυχαστικά)

Ησυχάστε κυρία Σμιθ. Όλα πέρασαν πια. Ξέρω, ήτανε φοβερό το θέαμα, για μια γυναίκα τουλάχιστον… Ηρεμήστε…

(Η Φελλίνη κοιτάζει γύρω στο δωμάτιο, ώσπου να βεβαιωθεί ότι όλα είναι όπως πριν εισβάλει η Ζωή σ’ αυτό)

Είστε καλά τώρα;



ΦΕΛ

(Ακόμα επηρεασμένη από τα προηγούμενα, σιγά)

Κύριε Μόρισον… τι φοβερό!..

ΕΡΙ

Αλήθεια φοβερό. Και νομίζω πως ύστερα απ’ αυτό δεν θα έχετε διάθεση για συνέχιση της προσπάθειάς σας, γι αυτό καλλίτερα θα ήταν να πηγαίνατε στο σπίτι σας.




ΦΕΛ
(πάντοτε ταραγμένη)

Έχετε δίκιο. Μου είναι αδύνατο να σταθώ άλλο εδώ μέσα-με συγχωρείτε… Αν και θα ήθελα να σας πω κι εγώ κάποιες γνώμες μου… μα τώρα… μου είναι αδύνατον. Σας παρακαλώ κύριε Μόρισον, δώστε μου την ευκαιρία να σας μιλήσω κάποιαν άλλη μέρα…(παίρνει την τσάντα της από την καρέκλα και κάνει μερικά βήματα προσέχοντας να πατάει μακριά από τα ρούχα της Ζωής)

ΕΡΙ

Σας καταλαβαίνω απόλυτα. Να πάτε στο καλό. Μόνο όταν καλείστε από δω και πέρα σε παρόμοιες περιπτώσεις, επικαλεστείτε οποιαδήποτε επιχειρήματα, μόνο μην υποστηρίξετε ότι η ζωή υπάρχει, ή πώς, αν υπάρχει, ότι είναι ωραία…



ΦΕΛ

Ούτε λόγος… Μόνο σκέπτομαι ότι θα κουβαλώ μέσα μου ολοζωής αυτή τη φρικτή γνώση, χωρίς να μπορώ να μιλήσω γι αυτήν σε κανέναν-ποιος θα με πίστευε…



(Δίνει το χέρι της που ακόμα τρέμει στον Εριναστό)

Σας εύχομαι το καλλίτερο κύριε Μόρισον.

(Βγαίνει γρήγορα αφήνοντας ανοιχτή την πόρτα πίσω της)



ΕΡΙ

Γεια σας κυρία Σμιθ.

(Κλείνει την πόρτα και κατευθύνεται προς το τραπέζι. Σταματάει για λίγο και με το πόδι του αγγίζει τα ρούχα της Ζωής.)

Τουλάχιστον να φορούσε μαύρα…

(Παίρνει το πιστόλι στο χέρι του και με αργές και σίγουρες κινήσεις το κατευθύνει προς τον κρόταφό του ενώ ταυτόχρονα πέφτει κατακόκκινη η)

ΑΥΛΑΙΑ