Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2016

Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)

Κι υστέρα που τον Ιωσήφ είχε η Ραχήλ γεννήσει,
Είπε στον Λάβαν ο Ιακώβ: Στείλε με πάλι πίσω
Στη γη μου και στον τόπο μου. Δώσε μου τα παιδιά μου
Δώσε μου τις γυναίκες μου που ’χω γι αυτές δουλέψει
Να φύγω. Ξέρεις τι δουλειά σε σένα έχω κάμει.
Και του ’πε ο Λαβαν, να με βρει κακό, αν πω για σένα
Οτι δε μου ’κανες καλό. Πες μου λοιπόν τι θέλεις
Κι αμέσως θα στο δώσω εγώ. Κι ο Ιακώβ του είπε:
Συ ξέρεις πως σου δούλεψα. Ξέρεις κοντά μου πόσα
Τα ζώα σου εγίνανε. Γιατί ενώ ήταν λίγα
Εγώ πολλά τα έκανα. Εδώ αφότου ήρθα
Η ευλογία του θεού Κυρίου σου εδόθη.
Τώρα καιρός το σπίτι μου κι εγώ ν’ ανοίξω είναι.
Κι είπε ο Λαβαν στον Ιακώβ, τι θέλεις να σου δώσω;
Κι είπε σ’ αυτόν ο Ιακώβ, τίποτα μη μου δώσεις.
Κι αν κάνεις ό,τ ι θα σου πω, πάλι θα στα φυλάξω
Και πάλι ο τσοπάνος σου θα ’μαι στα πρόβατά σου.
Να, τράβα σήμερα και δες τα πρόβατα σου όλα
Και χώρισε απ’ τα πρόβατα όσα έχουν μαύρο χρώμα
Κι όσα ειν’ άσπρα ή έχουνε πιτσίλες απ’ τα γίδια.
Η πληρωμή μου θα ’ναι αυτά, και δίκαιο θα με λένε
Όλοι στο μέλλον, αν αυτά θα πάρω για μισθό μου.
Κι όποιο δε θα ’ναι μελανό από τα πρόβατα μου
Κι όποια άσπρη από τις γίδες μου ή πιτσιλιά δε θα ’ναι
Αυτό θα πει ότι αυτά τα ’χω εγώ κλεμμένα.
Και του ’πε ο Λάβαν, όπως συ το είπες, έτσι ας γίνει.
Και πήγε την ημέρα αυτή και χώρισε τους τράγους
Τους άσπρους και πιτσιλωτούς, κι από τις γίδες όλες
Τις άσπρες και πιτσιλωτές, κι από τ’ αρνιά τα μαύρα
Και στα παιδιά του τα ’δωσε. Και τα ’στειλε σε μέρος
Που απείχε από τον Ιακώβ τριών ημερών πορεία.
Και όσα από τα πρόβατα στον Λαβαν είχαν μείνει
Τα έβοσκε ο Ιακώβ. Και πήρε από μια βέργα
Ο Ιακώβ, πλατάνινη και κάρινη και λεύκας.
Και κατά μέρη έβγαλε την πράσινη τη φλούδα
Ώστε από μέσα το λευκό να φαίνεται το ξύλο
Ενώ τριγύρω απ’ το λευκό έμενε η σκούρα φλούδα,
Κι η βέργα έτσι ολόκληρη πιτσιλωτή φαινόταν.
Και τα ραβδιά τα ’βαλε αυτά δίπλα από τις ποτίστρες
Ώστε όταν έρχονταν εκεί τα πρόβατα να πιούνε
Μπρος τους τις βέργες να ’χουνε. Κι ύστερα από το πιόμα
Κι ενώ θα διασταυρώνονται, να βλέπουνε τις βέργες.
Και βατευόντανε τ’ αρνιά κοιτάζοντας τις βέργες.
Και γένναγαν τα πρόβατα, και κάναν είτε άσπρα
Είτε σταχτιά πιτσιλωτά, κι άλλων ειδών αρνάκια.
Και χώριζε ο Ιακώβ τα πρόβατα τα νέα
Και σ’ όσα πρόβατα ήτανε να γονιμοποιηθούνε
Άσπρο κριάρι έβαζε. Κι όποιο αρνί γεννιόταν
Που ήτανε πιτσιλωτό, το ’βαζε στα δικά του.
Κι έτσι κοπάδια έφτιαξε που ανήκανε σε κείνον
Και που δεν τ’ ανακάτευε μ’ αυτά που ήσαν του Λαβαν.
Κι όταν τα πρόβατα καιρός ήτανε να συλλάβουν
Τις βέργες έβαζε ο Ιακώβ μπροστά τους στις ποτίστρες
Ώστε αυτά να βατευτούν κοιτάζοντας τις βέργες.
Και σ’ όσα από τα πρόβατα κοντά ήταν γεννημένα
Τις βέργες δεν τις έβαζε. Κι έτσι, γερά τ’ αρνάκια
Γεννιόντανε του Ιακώβ, κι ασθενικά του Λαβαν.
Κι ο Ιακώβ επλούτισε παρά πολύ. Και ζώα 
(συνέχεια)