Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)

Γιατί έτσι όπως είχε αυτή το πρόσωπο σκεπάσει
Ποιά ήταν δεν κατάλαβε. Κι αυτός από το δρόμο
Που τράβαε λοξοδρόμησε και πήγε και της είπε:
Άσε με μέσα σου να μπω-γιατί πως ήταν ’κείνη
Η νύφη του δεν το ’ξερε. Κι αυτή: τι θα μου δώσεις,
Του είπε, μέσα μου αν θα μπεις; Της είπε: θα σου στείλω
Κατσίκι απ’ τό κοπάδι μου. Και ναι ειπ’ αυτή, αν μου δώσεις
Κάποιαν εγγύηση ώσπου αυτό μου στείλεις. Κι αυτός είπε:
Τί θέλεις για εγγύηση; Κι αυτή: το δαχτυλίδι
Είπε, την αλυσίδα σου, και το ραβδί που έχεις.
Και της τα έδωσε αυτός και μέσα της εμπήκε.
Κι η Θάμαρ έμεινε έγκυος. Κι έβγαλε αυτή το βέλο
Και πάλι της χηρείας της εφόρεσε τα ρούχα.
Και το κατσίκι έστειλε μ τεον Οδολλαμίτη
Ο Ιούδας, τον τσοπάνη του, για να του φέρει πίσω
Όσα είχε για εγγύηση δοσμένα στη γυναίκα.
Μα δεν τη βρήκε όμως αυτός. Ερώτησε τους ντόπιους
Που είναι η πόρνη στης Αινάν που έστεκε το δρόμο,
Και, πόρνη δεν υπάρχει εδώ, του απάντησαν εκείνοι.
Και στον Ιούδα πήγε αυτός, και του ’πε δεν τη βρήκα,
Κι οι ντόπιοι εκεί μου είπανε πως πόρνη εδώ δεν είναι.
Κι είπε ο Ιούσας: ας κρατεί εκείνα που μου πήρε
Η κοινωνία μοναχά μαζί μας μη γελάσει-
Εγώ κατσίκι έστειλα, συ δεν τη  βρήκες όμως.
Και ύστερα από μήνες τρεις, του είπαν του Ιούδα:
Πορνεύτηκε η νύφη σου η Θάμαρ κι έγκυος είναι.
Κι είπε ο Ιούδας: πάρτε την και πάτε να την κάψτε.
Κι αυτή ενώ την πήγαιναν, στέλνει στον πεθερό της
Εκείνα που της έδωσε και είπε να του πούνε,
Έγκυος είμαι απ’ αυτόν που αυτά μου έχει δώσει
Το δαχτυλίδι, το ραβδί, την αλυσίδα κοίτα,
Και τίνος είναι πες αυτά. Τα γνώρισε ο Ιούδας
Και, δίκιο έχω όχι εγώ, αλλά η Θάμαρ, είπε,
Γιατί το γιο μου τον Σηλώμ δεν έδωσα σε κείνην.
Και πάλι δεν εζήτησε να κοιμηθεί μαζί της.
Κι όταν αυτή εγένναγε, το ένα το παιδάκι
Το χέρι του έξω έβγαλε. Κόκκινη τότε η μαία
Κλωστή έδεσε στο χέρι του και είπε: αυτός, σα βγούνε,
θα είναι ο πρωτότοκος. Αυτός όμως το χέρι
Και πάλι μέσα το ’βαλε, και βγήκε ο αδερφός του.
Κι είπε η μαία, γιατί για σε ο δρόμος έχει ανοίξει;
Και τον ονόμασε Φαρές. Και βγήκε κι ο αδερφός του
Με την κλωστή στο χέρι του την κόκκινη, και το ’πε
Τ’ όνομα εκεινού Ζαρά.
XXXIX
Και πήγανε τον Ιωσήφ στην Αίγυπτο. Κι ο ευνούχος
Κι αρχισωματοφύλακας του Φαραώ, Αιγύπτιος,
Αγόρασε, ο Πετεφρής, απ’ τους Ισμαηλίτες
Που εκεί τον πήγαν, τον Ιωσήφ. Και ήτανε ο Κύριος
Μαζί με τον Ιωσήφ γι αυτό καλά όλα του πηγαίναν.
Και στου κυρίου του έμενε του Αιγύπτιου το σπίτι.
Κι ο κύριός του ήξερε πως σ’ ότι και να κάνει
Μαζί του ειν’ ο Κύριος. Γι αυτό κι ο κύριος του
Τον αγαπούσε τον Ιωσήφ και του καλοφερνόταν.
Γι αυτό και μες στο σπίτι του τον έκανε  επιστάτη
Κι ότι είχε κει, στου Ιωσήφ τα χέρια το ’μπιστεύτη.
Κι όταν του εμπιστεύτηκε το σπίτι του και όλα
Όσα ήτανε μέσα σ’ αυτό, ευλόγησε ο Κύριος
Το σπίτι του Αιγύπτιου για του Ιωσήφ τη χάρη. 
(συνέχεια)