Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)

Τον βρήκαμε, του είπανε, μην ειν' αυτός του γιου σου;
Και κείνος: τον γνωρίζω, ναι, του γιου μου ειν' ο χιτώνας,
Είπε. Θηρίο τον Ιωσήφ άρπαξε κι έχει φάει.
Κι ο Ιακώβ τα ρούχα του δερνάμενος ξεσχίζει
Και γύρω από τη μέση του έβαλε σάκο πένθους
Και το παιδί του για πολλές ημέρες το πενθούσε.
Και όλοι μαζεύτηκανε, κι οι γιοί του και οι κόρες
Να τον παρηγορήσουνε. Μα δεν παρηγοριόταν.
Και, έτσι, πενθώντας, έλεγε, θα πάω μέχρι τον άδη.
Κι ενώ έκλαιγε ο πατέρας του, πήγαν οι Μαδιανίτες
Και τον Ιωσήφ στην Αίγυπτο-στον Πετεφρή πούλησαν,
που αρχισωματοφύλακα ο Φαραώ τον είχε
Και αυλικός του ήτανε.
XXXVIII
Και κάποτε τ’ αδέρφια του τ’ άφησε ο Ιούδας
Και πήγε μέχρι κάποιονε που ήταν Οδολλαμίτης
Και που τον λέγανε Βιράς. Και είδε κει ο Ιούδας
Την κόρη κάποιου Χαναναιου, Σαυά που τηνε λέγαν,
Την πήρε, και κοιμήθηκε μαζί της. Κι είχε μείνει
Έγκυος αυτή, και γέννησε αγόρι που Ήρ το είπε.
Και γέννησε κι άλλο ένα γιό, κι αυτόν Αυνάν τον είπε.
Και τρίτο γιό εγέννησε, κι αυτόν Σαλώμ τον είπε.
Κι ήταν εκείνος στο Χασβί όταν αυτούς γεννούσε.
Και ο Ιούδας διάλεξε για τον πρωτότοκό του
Τον Ήρ, γυναίκα όπου Θάμαρ τη λέγαν. Ήταν όμως
Του Ιούδα ο πρωτότοκος, ο Ήρ, κακός στον Κύριο
Και τον θανάτωσε ο θεός. Και του Αυνάν του είπε
Ο Ιούδας: στη γυναίκα συ τράβα του αδερφού σου
Και πάρτηνε γυναίκα σου, και μέσα μπες σ’ αυτήνε
Κι απόγονο ανάστησε συ για τον αδερφό σου.
Και ο Αυνάν γνωρίζοντας πως το παιδί δικό του
Δε θα ’ταν, όταν πήγαινε μαζί με τη γυναίκα
Του αδερφού του, ξέχυνε το σπέρμα του στο χώμα
Ωστε να μη απόγονο στον αδερφό του δώσει.
Και γιατί έκανε αυτό κακός στο θεό  εφάνη
Και τον θανάτωσε κι αυτόν.
ΧΧΧVIII11
Και τότε είπε στη νύφη του τη Θάμαρ ο Ιούδας:
Σα χήρα στου πατέρα σου το σπίτι τράβα κάτσε
Ώσπου ο γιός μου ο Σηλώμ για γάμο να μεστώσει.
Γιατί είπε μη χαθεί κι αυτός όπως οι αδερφοί του.
Κι έφυγε η Θάμαρ κι έκατσε στο πατρικό της σπίτι.
Κι οι μέρες επεράσανε, και η Σαυά του Ιούδα
που ήταν γυναίκα, πέθανε. Κι όταν παρηγορήθη
πήγε ο Ιούδας στα Θαμνά, σ’ αυτούς τα πρόβατά του
που του κουρεύαν. Και μαζί και το βοσκό του είχε
Που τόνε λέγανε Ειράς κι ήταν Οδολλαμίτης.
Και είπανε στη νύφη του Θάμαρ: ο πεθερός σου
Τα πρόβατά του στη Θαμνά πηγαίνει να κουρέψει.
Κι αυτή έβγαλ' από πάνω της τα ρούχα της χηρείας
Κι αφού εκαλλωπίστηκε και βέλο είχε φορέσει,
Στις πύλες ’στάθη της Αινάν, που στη Θαμνά κοντά ’ναι,
Γιατί είδε πως ενώ ο Σηλώμ μεγάλος είχε γίνει
Όμως δε δώσανε σ’ αυτόν εκείνη για γυναίκα.
Και πόρνη την επέρασε όταν την είδ’ ο Ιούδας,
(συνέχεια)