Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2016

Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)
Μπήκαν οι γιοί του Ιακώβ που ήταν οι σκοτωμένοι
Και τήνε λεηλατήσανε, γιατί εκεί τη Δείνα
Την αδερφή τους ντρόπιασαν. Και πήρανε μαζί τους
Και όσους όνους, πρόβατα και βόδια ήσαν στην πόλη
Και όσα ήσαν στους αγρούς. Και πήραν αιχμαλώτους
όσους εμείναν ζωντανοί με ό,τι είχαν δικό τους,
Και τις γυναίκες άρπαζαν κι ό,τι ήταν μες στην πόλη
Κι ό,τι στα σπίτια βρήκανε. Κι ο Ιακώβ τότε είπε
Στο Συμεών και στον Λευί: Τώρα θα με μισούνε
Αυτής της γης οι κάτοικοι κακός εγώ σα να ’μαι-
Οι Χαναναίοι κι οι Φερεζαίοι. Κι εγώ έχω λίγους άντρες.
Θα μαζευτούνε τώρα αυτοί και θα με κατακόψουν
Και πάω κι εγώ κι ο οίκος μου. Κι αυτοί, σαν πόρνη, του είπαν,
Την αδερφή μας έπρεπε να μεταχειριστούνε;
XXXV
Κι είπε ο θεός στον Ιακώβ: Σήκω, παρ’ τους δικούς σου
Και τράβα μείνε στη Βαιθήλ κι εκεί θυσιαστήριο
Φτιάξε στο θεό που φάνηκε σε σε όταν φοβισμένος
Για να γλιτώσεις έτρεχες από τον αδερφό σου.
Και στους δικούς του, και σ’ αυτούς που ήτανε μαζί του,
Ειπ’ ο Ιακώβ: Τα είδωλα που έχετε μαζί σας
Των ξένων θεών, πετάξτε τα και να καθαριστείτε
Και φορεσιά ν’ αλλάξετε. Και στη Βαιθήλ ας πάμε.
Και στο θεό που μ’ άκουσε στης θλίψης μου τη μέρα
Κι ήταν κοντά μου φύλακας στο δρόμο που ’χα πάρει
Θυσιαστήριο ας χτίσουμε. Και στον Ιακώβ εδώσαν
Τα είδωλα των ξένων θεών, και όσα σκουλαρίκια
Από τα’ αυτιά τους κρέμονταν. Κι ο Ιακώβ τα κρύβει
Κάτω από μια τερεβυνθιά, στη χώρα των Σηκίμων.
Και μέχρι σήμερα κανείς δεν ξέρει αυτά που είναι.
Κι έφυγε από τα Σήκιμα ο Ισραήλ, κι οι πόλεις
Οι γύρω, φόβο είχανε θεού, και από πίσω
Δεν πήρανε τον Ισραήλ. Κι ο Ιακώβ και όλος
Που είχε μαζί του ο λαός στη γη Λουζά επήγαν
Που ’ναι στη χώρα Χαναάν, κι ειν’ η Βαιθήλ ή ίδια
Γιατί εκεί σ’ αυτόν ο θεός εφάνη, όταν εκείνος
Του αδερφού του του Ησαύ ήθελε να ξεφύγει.
XXXV8
Και της Ρεβέκκας η τροφός πέθανε, η Δεβόρρα,
Και παρακάτω απ’ τη Βαιθήλ, κάτω από μια τη θάψαν
Βελανίδια, που ο Ιακώβ το είπε τ’ όνομά της
Του πένθους η Βαλανιδιά. Κ ι ο θεός εφανερώθη
Μες στη Λουζά, στον Ιακώβ, για μια φορά ακόμα,
Απ’ της Συρίας σα γύρισε τη Μεσοποταμία.
Και τον ευλόγησε ο θεός και του ’πε, τ’ όνομά σου
Δε θα ’ναι πλέον Ιακώβ, μα Ισραήλ θα είναι.
Κι είπε σ’ αυτόνε ο θεός: εγώ είμαι ο θεός σου.
Πολλαπλασιάζου κι άκμαζε. Έθνη κι εθνών συνάξεις
θα βγούνε από σένανε. Και θα ’βγουν βασιλιάδες
Απ’ τα δικά σου τα νεφρά. Κι η χώρα που έχω δώσει
 Στον Αβραάμ και Ισαάκ, σε σε την έχω δώσει.
Δική σου θα ’ναι, κι αυτωνών που θα ’ναι απόγονοί σου.
Κι από κοντά του ο θεός έφυγε, κι απ’ τον τόπο
Που μίλησε με τον Ιακώβ. Κι ο Ιακώβ μια στήλη
(συνέχεια)