Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2016

Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)

Ανά, Δησών, Ασάρ, Ρισών. Οι φύλαρχοι αυτοί ήταν
Στην Ιδουμαία του Σηείρ, που του Χορραίου παιδί ήταν.
Και του Λωτάν οι δύο γιοι Χορρί κι Ατμάν λεγόνταν.
Και μια αδερφή είχε, τη Θαμνά. Και του Σωβάλ οι γιοί είναι:
Γωλάμ, Γαιβήλ και Μαναχάθ, Σωφάρ κι Ωμάρ. Κι οι γιοί ήταν
Του Σεβεγών: Αΐέ και Ανά. Και ο Ανά είναι τούτος,
Αυτός που μες στην έρημο τον Ιαμείν εβρήκε
που του πατέρα του έβοσκε, του Σεβεγών, τα ζώα.
Κι ήταν ο γιός του Ανά ο Δησών κι η Ολιβεμά η κόρη.
Κι είχε ο Δησών τους Αμαδά, Ασβάν, Ιθράν και Χάρραν.
Οι γιοί του Ασάρ: Βαλαάμ, Ζουκάν και Ιουκάμ. Και ήταν
Γιοί του Ρισών οι Ως και Αράν. Και του Χορρί αυτοί ήταν
Οι φύλαρχοι: Λωτάν, Σωβάλ, Ανά, Δησών, κι ακόμα
Ασάρ, Ρισών και Σεβεγών. Αυτοί οι φύλαρχοι ήταν
Που ειν' του Χορρί απόγονοι στη γη την Ιδουμαία,
Στη φυλαρχία του καθείς.
XXXVI31
Κι οι βασιλιάδες είναι αυτοί της Ιδουμαίας, πριν κάποιος
Απ’ τη γενιά του Ισραήλ σε κείνη βασιλέψει:
Ο γιός του Βεώρ βασίλεψε, ο Βαλάκ, στην Ιδουμαία,
Και Δενναβά η πόλη του λεγότανε. Κατόπι
Όταν επέθανε ο Βαλάκ το θρόνο τον επήρε
Ο Ιωβάβ, γιος του Ζάρα, που ήταν απ’ τη Βάσδρρα.
Κι όταν επέθαν’ ο Ιωβάβ το θρόνο τον επήρε
 Ο Ασώμ από τα Θαιμανά. Και ο Ασώμ πεθαίνει
Και ο Αδάδ, γιος του Βαράδ ανέβηκε στο θρόνο
Που τον Μαδιάμ κατάκοψε μες στης Μωάβ τον κάμπο.
Κι η πόλη του ήταν η Γετθαίμ. Κι όταν ο Αδάδ πεθαίνει
Ο Σαμαδά απ’ τη Μασσεκά στο θρόνο ανεβαίνει.
Και πέθανε ο Σαμαδά κι ανέβηκε στο θρόνο
Ο Σαούλ από τη Ροωβώθ, πόλη παραποτάμια.
Και ο Σαοΰλ επέθανε κ ι ανέβηκε στο θρόνο
Ο Βαλλενών του Αχοβώρ. Κι ο Βαλλενών πεθαίνει
Και ο Αράδ, γιός του Βαράδ στο θρόνο ανεβαίνει
Που πόλη του ήταν η Φογώρ. Και τη γυναίκα που ’χε
Μετεβεήλ τη λέγανε και ήταν θυγατέρα
Του Ματραΐθ, γιου Μαιοζώβ. Και τα ονόματα ήταν
Των απογόνων του Ησαύ που φύλαρχοι εγίναν
Ανάλογα του καθενός με τη φυλή, τον τόπο,
Το λαό του και τη χώρα του: Θαμνά, Γωλά, Ιέρεθ,
Ολιβεμάς, Φίνων Ηλάς, Κενέζ, Θαιμάν και Μάζαρ,
Και Μαγεδιήλ και Ζαφωίν. Αυτοί οι φύλαρχοι ήσαν
Της Ιδουμαίας, που έμεναν σε πόλεις που είχαν χτίσει
Μες στην ιδιοκτησία τους. Και είναι ο γενάρχης
Των Ιδουμαίων ο Ησαύ.
XXXVII
Και κατοικούσε ο Ιακώβ στη χώρα που σαν ξένος
Και ο πατέρας του έμενε, στης Χαναάν τη χώρα.
Και ειν’ αυτή του Ιακώβ η γενεαλογία:
Νέος δεκαεφτάχρονος ο Ιωσήφ σαν ήταν
Βοσκούσε του πατέρα του τα πρόβατα, με τ’ άλλα
Τ’ αδέρφια του, που η Βαλλά και η Ζελφά οι γυναίκες
Γέννησαν στον πατέρα του. Κι ο Ιωσήφ μιλούσε
Κι έλεγε στον πατέρα του τον Ισραήλ τις πράξεις
Που αυτοί εκάναν τις κακές. Κ ι ο Ιακώβ απ’ όλους
Του άλλους γιους του, τον Ιωσήφ περσότερο αγαπούσε
Γιατί γεννήθηκε σ’ αυτόν μέσα στα γερατειά του.
Και να φοράει του έφτιαξε πολύχρωμο χιτώνα
Κι οι αδερφοί του βλέποντας ότι αυτόν απ’ όλους
Τους γιους του ο πατέρας τους τους άλλους αγαπούσε,
Τον ζήλευαν και μια καλή κουβέντα δεν του λέγαν.
Κι όνειρο είδε, κι ο Ιωσήφ, στ’ αδέρφια του το λέει.
Τους λέει: ακούστε τ’ όνειρο που είδα: έβλεπα λέει
Ότι δεμάτια φτιάχναμε στη μέση της πεδιάδας.
Και το δεμάτι λέει ορθό στάθηκε το δικό μου
Και τα δικά σας στράφηκαν και κείνο προσκύνησαν.
Και του ’πανε τ’ αδέρφια του, μη βασιλιάς μας γίνεις
Κι αφέντης μας; Και πιο πολύ ακόμα τον μισήσαν
Για τ’ όνειρο που είχε δει και για τα λόγια που είπε.
Και είδε κι άλλο όνειρο, και το ’πε και στ’ αδέρφια,
Το ’πε και στον πατέρα του. Και να! τους είπε, κι άλλο
Είδα εγώ ένα όνειρο. Είδα ότι κι ο ήλιος
Και το φεγγάρι κι έντεκα με προσκυνούσαν άστρα.
Και τότε ο πατέρας του του ’πε μαλώνοντάς τον:
Τι αυτό είναι πάλι τ’ όνειρο που είδες; Μήπως θα ’ρθω
Κι εγώ, κι έρθει η μητέρα σου, κι έρθουν κι οι αδερφοί σου
Και θα σε προσκυνήσουμε βαθιά μέχρι το χώμα;
Κι οι αδερφοί του απ’ αυτό πιότερο τον μισήσαν.
Μα φύλαξε ο πατέρας του εκείνα του τα λόγια.
(συνέχεια)