Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2016

Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)

Στη γη Σηείρ, στη χώρα Εδώμ, και είπε να του πούνε:
Λέει ο δούλος σου Ιακώβ, έμεινα με τον Λάβαν
Και ως τα τώρα ήμουν εκεί. Κι απόκτησα όνους, βόδια,
Δούλους και δούλες, πρόβατα. Και στέλνω να ζητήσω
Απ’ τον κύριό μου τον Ησαύ, το δούλο του εμένα,
Να τον δεχτεί μ’ ευμένεια. Και οι αγγελιαφόροι
Γύρισαν πίσω στον Ιακώβ, και, πήγαμε, του είπαν
Στον αδερφό σου τον Ησαύ και να σε συναντήσει
Έρχεται εκείνος, έχοντας μαζί του τετρακόσους.
Κι ο Ιακώβ φοβήθηκε πολύ και απορούσε.
Κι έφτιαξε δυο στρατόπεδα χωρίζοντας στη μέση
Βόδια, καμήλες, πρόβατα, και το λαό που είχε.
Κι είπε, αν στο στρατόπεδο πέσει ο Ησαύ το ένα
Και το τσακίσει, θα σωθεί τουλάχιστο το άλλο.
Και προσευχήθη ο Ιακώβ, και, των πατέρων μου, είπε, .
Αβραάμ και Ισαάκ θεέ, συ Κύριε, που μου είπες
Φύγε για την πατρίδα σου κι εγώ θα σε προσέχω,
Το δίκιο κι η αλήθεια σου και τώρα ας μη μου λείψουν
Όπως ποτέ απ’ τό δούλο σου δεν έλειψαν εμένα.
Μ’ ένα ραβδί επέρασα τότε τον Ιορδάνη.
Τώρα έχω δυο στρατόπεδα. Απ’ τού Ησαύ το χέρι
Του αδερφού μου, σώσε με. Γιατί φοβάμαι μήπως
Και με και τις γυναίκες μου και τα παιδιά σκοτώσει.
Γιατί εσύ μου είχες πει ότι θα με φροντίσεις
Κι ότι απογόνους θα ’χω εγώ σαν άμμο της θαλάσσης
Που δε μπορεί των κόκκων του να μετρηθεί το πλήθος.
Και κει τη νύχτα ο Ιακώβ κοιμήθηκε  αυτήνε.
Και δώρα πήρε απ’ αυτά που έφερε μαζί του
Και στον Ησαύ τα έστειλε. Κι ήταν διακόσες γίδες,
Κι ήταν κριάρια είκοσι, κι ήταν σαράντα βόδια,
Είκοσι τράγοι, πρόβατα διακόσα, και καμήλες
Που να θηλάζουνε, μαζί με τα μικρά τους τριάντα.
Κι ήτανε κι όνοι είκοσι, και γαϊδουράκια δέκα
Και δέκα ταύροι. Κι όλα αυτά σε δούλους του τα δίνει
Ένα κοπάδι καθενός, και, πιο μπροστά από μένα
Τους είπε, να βαδίζετε, κι απόσταση, τους είπε,
Ν’ αφήνετε ανάμεσα κοπάδι σε κοπάδι.
Κι είπε στον πρώτο, αν ο Ησαύ σε δει ο αδερφός μου,
Και τίνος είσαι σε ρωτά, πού πας, και τίνος είναι
Τα ζώα αυτά, του Ιακώβ του δούλου σου είναι, πες του-
Δώρα που εκείνος στον Ησαύ στέλνει, τον κύριό μου.
Κι αυτός έρχεται πίσω μας. Έτσι στον πρώτο είπε
Κι αυτά είπε και στον δεύτερο, τα ίδια και στον τρίτο
Και σ’ όσους πήγαιναν μπροστά, πίσω απ’ τα ζώα εκείνα.
Έτσι, τους είπε, ο Ησαύ αν σας ιδεί θα πείτε.
Και ύστερα, ο δούλος σου Ιακώβ πέστε του, νάτος,
Έρχεται από πίσω μας. Γιατί, ας τον καλοπιάσω
Πρώτα με δώρα, σκέφτηκε, που παν πριν από μένα
Κι ίσως καλά να με δεχτεί σα θα με δει κατόπι.
Και στο στρατόπεδο ο Ιακώβ κοιμήθη αυτό το βράδυ.
Τη νύχτα όμως σηκώθηκε, πήρε τις δυο του δούλες
Πήρε και τις γυναίκες του και τα έντεκα παιδιά του
Και πέρασε τον Ιαβώχ. Και με κεινούς αντάμα
Πέρασε από το χείμαρρο κι όλα τα υπάρχοντά του.
(συνέχεια)