Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2016

ΑΥΤΟΧΕΙΡΑΣ
(συέχεια)

ΈΡΙ

Η κοινωνία!.. Μα, κυρία Σμιθ, υπάρχει άλλο ανοητότερο σύνολο από αυτόν τον αηδιαστικό συμφυρμό κοινά παραδεγμένων κανόνων συμπεριφοράς και διαβίωσης; Αυτή δεν είναι που γεννάει όλες τις προκαταλήψεις και ενστερνίζεται κάθε στραβή ιδέα που κάποιος λαοπλάνος εκμεταλλευτής ξεστομίζει;

Η κοινωνία!.. οι δουλείες της… τα ήθη και τα έθιμά της… οι συνθήκες της…

Και η μεγαλύτερη δουλεία της η θρησκεία! Το πιο αντιανθρώπινο κατασκεύασμα. Βλακείες μικρών ανθρώπων με μεγάλα συμφέροντα. Δε λέω, κάποτε οι θεοί ωφέλησαν τον άνθρωπο. Ήταν τότε που θεοί ήτανε ο κεραυνός, η φωτιά, η βροχή και οι προσευχές των πιστών ήτανε προσευχές προς το θεό να μη τους βλάψει με τη δύναμή του. Μα τώρα που οι άνθρωποι είδανε, τώρα που οι άνθρωποι ξέρουν, γιατί ακόμα πιστεύουν σε θεό; Κολοκύθια-κανένας δεν πιστεύει. Οι μεγάλοι λένε ψέματα εν γνώσει τους και οι μικροί, όσοι είναι κουτοί απλά ακολουθούν και όσοι είναι ξύπνιοι κάνουν πως τα χάφτουν. Και όλοι μαζί δημιουργούν ένα θέατρο και μέσα του βάζουν χαρτονένιες φιγούρες και καθισμένοι στην πλατεία, παρακολουθούν τι συμβαίνει πάνω εκεί και διασκεδάζουν μ’ αυτά ή δυσφορούν. Και ό,τι οι φιγούρες πούνε οι θεατές τ’ ακούνε και ό,τι διατάξουν αυτοί το εκτελούν, σαν να μην ξέρουν πως αυτοί οι ίδιοι τις ανέβασαν εκεί.

Μερικές φορές κάποιος μπερδεύει τις φιγούρες με τους άλλους ή με τον εαυτό του. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της συνεχούς του απασχόλησης με το θέατρο-της πολλής ώρας που έχει καταναλώσει κοιτάζοντάς το κάθε μέρα. Έτσι μερικοί άνθρωποι νόμισαν ότι είναι φιγούρες και ανέβηκαν πάνω στη σκηνή. Και απαιτούν από τους ανθρώπους να τους σέβονται σαν θεούς, σαν ήρωες ή σαν ιδρυτές θρησκειών που ανέβηκαν στην πλατεία για να διορθώσουν τα κακά του κόσμου, ή πως είναι σοφοί, άγιοι, σωτήρες μ’ ένα λόγο της ανθρωπότητας, που χωρίς αυτούς θα χανόνταν η καημένη.

Και φτιάχνουν εκκλησίες και απασχολούν παπάδες, που πλήθη κόσμου βρίσκουν μιαν απασχόληση ακολουθώντας τους. Και οι μεγάλοι στρατηλάτες φτιάχνουν στρατούς και κινάνε πολέμους και κάνουν εκστρατείες ως τα μάκρη της γης και νικιούνται ή νικάνε και γυρίζουν και πεθαίνουν για ν’ αφήσουνε τα χώματα που άρπαξαν στους απογόνους τους.

Κι έρχονται μεγαλοαπατεώνες που βρίσκοντας κατάλληλο το έδαφος κάνουν μεταρρυθμίσεις στο καθεστώς το πολιτικό, το θρησκευτικό, το φιλοσοφικό. Και αποκτούν κι αυτοί οπαδούς και ματοκυλάνε τον κόσμο και ύστερα φεύγουν, αφήνοντάς τον σε χειρότερη πάντοτε μοίρα απ’ όποια τον βρήκαν όταν ανάλαβαν να τον σώσουν. Και όλες αυτές οι ανόητες ενασχολήσεις , ίσα για να ξεχνούνε την ιδέα του θανάτου.

Μα πώς όλοι αυτοί βρίσκουν χιλιάδες, εκατομμύρια ανθρώπους και τους ακολουθούν; Πώς καταφέρνουν να κοροϊδεύουν τόσους πολλούς; Τόση ανεπάρκεια υπάρχει λοιπόν στους ανθρώπους; Τόσο είναι αυτοί άναιμοι; Όχι, δεν μπορεί να είναι άνθρωποι αυτοί. Δεν μπορεί να είναι άνθρωποι αφού υπακούν σε κάποιον άλλο εκτός από τον εαυτό τους. Δεν μπορεί να είναι άνθρωποι αφού υπακούνε σε διαταγές, πειθαρχούν σε νόμους, υποτάσσονται σε καταστάσεις. Δεν είναι άνθρωποι. Είναι υποταγμένα όντα. Δεν είναι άνθρωποι όσοι σκορπάν έτσι ανώφελα τη ζωή τους γεμίζοντάς την με εύκολη φιλία, με ευκαιριακή καλοπέραση, με χρήμα που αποκτιέται και ξοδεύεται σαν να μην υπήρξε, με υποκριτικά συναισθήματα, με ανόητες περιπέτειες. Άνθρωποι είναι οι ξεχωριστοί, οι ανόμοιοι, οι μοναχοί, οι ανυπόταχτοι, οι ανεξάρτητοι.

Α! Κάποιο λάθος έχει γίνει στο βάφτισμα. Άνθρωποι έπρεπε τα ζώα να λέγονται! Αυτά ζούνε ανθρώπινα: ελεύθερα, ανεξάρτητα, μόνα.

Ενώ για τους ανθρώπους… για τους ανθρώπους η ζωή είναι ένα σύνολο ντροπερών πράξεων και λόγων. Η ζωή η αγαπητή! Η ζωή η ποθητή! Η ζωή η μοναδική!.. Ω! Ας περνούσε ο άνθρωπος από δίπλα της χωρίς να της δώσει σημασία! Τότε όλα θα ήταν εντάξει-η ζωή στην ανυπαρξία της και ο άνθρωπος στο ύψος του. Ενώ τώρα όλα χαμένα. Η ζωή λιώνει ανάμεσα στους τροχούς της τους ανθρώπους.

Η ζωή: ένας αγώνας για το τίποτα… για ένα κομμάτι ψωμί, για πλούτη, για δόξα… για το τίποτα. Ένας αγώνας που αφήνει όλους νικημένους. Και πεθαίνουν τα άμοιρα, υποταγμένα όντα, ύστερα από τα τόσα που απόχτησαν, με το χέρι απλωμένο για να πάρουν κάτι που κανείς δεν υπάρχει να τους το δώσει-μια συντροφιά, ένα χάδι…

Ω! Άγια μοναξιά! Με συνείδηση τουλάχιστον της μηδενικότητάς σου! Με αποδοχή της Μοίρας σου χωρίς τσιριμόνιες και ψευτοφάρμακα! Χωρίς υποταγμένα όντα δίπλα σου, χωρίς ταπεινώσεις για ό,τι η ύπαρξή σου ζητάει μόνο για να δικαιωθεί, χωρίς βασανιστές. Μακριά από την κοινωνία, την κόλαση των υποταγμένων όντων, που οι άνθρωποι έχουν εφεύρει για να ξεγελούνε τη μοναξιά που μισούν και το θάνατο που φοβούνται.

Κοινωνία! Η πηγή της δυστυχίας του ανθρώπου! Μια μαύρη αγορά όπου μια ζωή ανταλλάζεται μ’ ένα ζευγάρι παπούτσια, μ’ ένα πανωφόρι… Γιατί να μην ντύνεται και να μην ποδένεται καθένας μόνος του; Ας το κάνει. Όσο μπορεί. Μετά ας κρυώσει, ας αρρωστήσει, ας πεθάνει. Ας ζήσει τρώγοντας φαγητό που θα βρίσκει μόνος του. Όσο μπορεί. Μετά ας πεινάσει, ας πεθάνει. Ας γιατρέψει όσες αρρώστιες μπορεί-μόνος του. Μετά ας αρρωστήσει, ας πεθάνει. Όμως αυτοί; Μια συνεχής πάλη… Για τι; Για ποιον; Για τον εαυτό του καθένας; Όχι. Τότε για ποιον; Και εδώ είναι ο παραλογισμός-αναλώνει τον εαυτό του κάποιος για να κάνει πράγματα με άλλους, από άλλους, για άλλους.

Ω! Μόνωση-Δόξα του ανθρώπου!

Και ω! Κοινωνία!-Όνειδος και κατάρα του ανθρώπου!

Τραγουδάς; Ενοχλείται ο διπλανός σου. Πρέπει να σταματήσεις. Το δέντρο σου πέταξε δυο κλωνιά προς τον κήπο του γείτονα; Θα πας φυλακή αν δεν τα δεις να τα κόψεις. Ευτυχής ο άνθρωπος μέσα στην κοινωνία-για φαντάσου… ο ένας να κλέβει τον άλλονε ωραία ευτυχία μα την αλήθεια.

Άνθρωποι πεθαίνουν δίπλα σου. Πρέπει να κάνεις πως δεν τους βλέπεις γιατί οι δυνατοί τους σκότωσαν κι αν μιλήσεις κινδυνεύεις κι εσύ.

Ευχαριστώ, κρατήστε την κοινωνία σας για τον εαυτό σας.

Ανοίγεις την ψυχή σου για να μπουν μέσα της πνεύματα και μπαίνουν είδωλα ανάλγητης ύλης. Απλώνεις το χέρι να χαδέψεις ένα τριαντάφυλλο και ξεπετάει τότε αυτό όλα τα αγκάθια του μαζεμένα και σε κατατρυπάει. Ευχαριστώ, κρατήστε την κοινωνία σας.

Να μάθεις γράμματα απαγορεύεται. Μαθαίνεις μόνο ό,τι θέλουν να μάθεις αυτοί που χτίσανε τα σχολεία ακριβώς για να σε δουλώσουν. Κι αυτή είναι η δόξα της μεγαλειότητάς τους- ποιας μεγαλειότητάς τους; η μικρότητα είναι η ουσία τους.

Ή μήπως θα με κρατούσε στη ζωή η Τέχνη; Που τόσο μακριά από την αποστολή της αρμενίζει ώστε βλέπει τον κόσμο με τα μάτια του ανθρώπου, ενώ από την τέτοια τέχνη μένουν εκστατικοί μόνον οι ανεπαρκείς… Όχι! Μακριά! Να μην αηδιάζω από τα όσα μηχανεύονται οι άνθρωποι για να δώσουν σκοπό στην έτσι κι αλλιώς άχαρη και άσκοπη ζωή τους-για να μην αηδιάζω από την προσπάθειά τους να ωραιοποιήσουν την ασχήμια.

Όχι! Τέτοια κοινωνία σας τη χαρίζω. 
(συνέχεια)