Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2016

Φώτη
Δυο βδομάδες σήμερα κλείνω κρεβάτι- καρέκλα. Αντιφλεγμονώδη και αναλγητικά. Μπορώ σήμερα να πάω κουζίνα να φκιάσω κάτι να φάω. Ψώνια μου κάνει η Άντζυ.
Στο μεταξύ έξω με περιμένουν δουλειές-Ταχυδρομεία, Τράπεζες, Πρεσβείες, που δε γίνεται αν δεν πάω αυτοπρόσωπα.
Ήταν ευκαιρία για την Άντζυ να μου σκουπίσει το πάτωμα. Μου υποσχέθηκε αν είμαστε καλά το Πάσχα να μου συγυρίσει και το τραπέζι.
Προχτές μου έθεσε και αυτή το ζήτημα του θανάτου μου. Θυμάσαι το Χρήστο που ήθελε να με πάρει στην πατρίδα του να με περιποιείται η φιλενάδα του και που άρχισε τη συζήτηση με τη φράση «γιατρέ όταν πεθάνεις ποιος θα σε θάψει»;
Μου κάνει εντύπωση που κανείς και καμία δεν ρωτάει «να έρθω να σε περιποιούμαι όσο ζεις;»
Έτσι προχτές και η Άντζυ. Μου είπε, Γιώργο, εμείς στην πατρίδα μου όταν πεθάνει κάποιος που ζει μόνος του, μαζευόμαστε γυναίκες και τον κλαίμε. Πηγαίνουν στο σπίτι του γυναίκες από τα γύρω σπίτια με φαγητά και τρώνε όλοι μαζί στο διπλανό δωμάτιο, συγυρίζουνε το σπίτι του, και αν δεν έχει λεφτά για την κηδεία βάζουν λίγα ο καθένας για να κάνουν τα απαραίτητα για την ταφή. Εσένα ποιος θα σε κλάψει, ποιος θα σε φροντίσει και ποιος θα σε θάψει;  Το έχεις σκεφτεί;
Ήθελε πράγματι να μάθει. Ίσως από ενδιαφέρον, επειδή δεν βλέπει να έχω ανθρώπους γύρω μου που θα κάνουν όλα αυτά, ίσως και από περιέργεια.
Της είπα ότι εμείς είμαστε πολιτισμένοι και δεν έχουμε τέτοια. Πως όταν πεθάνει κανείς μόνος του σε ένα διαμέρισμα, όταν αυτό γίνει γνωστό με κάποιον τρόπο στους γύρω, τότε καλείται η αστυνομία και είναι δουλειά δική της τα παραπέρα.
Άρχισε να κλαίει.
Προσπάθησα να την κάνω να καταλάβει ότι όταν πεθάνω δεν έχει καμία σημασία για μένα τι θα γίνει το πτώμα μου.
Το κλάμα δυνάμωσε.
Θα ήθελα να της πω πως αυτό της το κλάμα μου είναι αρκετό και για το θανατό μου, μα δεν θα καταλάβαινε.
Στο ενδιαφέρον της για τον θάνατό μου διέκρινα και μια υποχρέωση που υπέκρυπτε για μένα, μιας και έχει μια σχετικά μακριά παρουσία στη ζωή μου.
Τη διαβεβαίωσα ότι δεν έχει καμία υποχρέωση για ότι γίνει από τη στιγμή που θα πεθάνω. Δεν ικανοποιήθηκε από αυτό και ήθελε να ακούσει ότι πριν πεθάνω θα κάνω θα κάνω κάτι ώστε να μην πεταχτεί το σώμα μου στα σκουπίδια από την αστυνομία.    
΄Έτσι της υποσχέθηκα πως θα πάω σε ένα γραφείο κηδειών και θα προπληρώσω για την απλούστερη κηδεία, που για μένα θα συνίσταται στο κουβάλημα στο διαμέρισμα ενός κουτιού όπου μέσα θα μπει η σορός μου, την οποία θα βγάλουν από το σπίτι. Αυτό για να μην έχει να κάνει τίποτα ο σπιτονοικοκύρης μου. Και από κει και πέρα ας κάνουν αυτοί ότι θέλουν με το άψυχο σώμα μου.
Η Άντζυ ησύχασε λίγο αν και ήτανε φανερό πως περίμενε περισσότερα.
Κατά τα άλλα τα ίδια. Τα σαλοσπίρ με φυλάνε από τη γιαουρτοποίηση του αίματός μου, τα αντιυπερτασικά από τα νεύρα του, οι στατίνες στήνουν ομηρικές μάχες κάθε μέρα με τη χοληστερίνη μου, τα αντιαλλεργικά διώχνουν την κοκκινίλα από το δέρμα μου, το ζιλορίκ μου σε όλες τις μάχες του νικημένο.
Δεν ξέρω γιατί ο θάνατος θλίβει τους περισσότερους ανθρώπους. Μη της Άντζυ εξαιρουμένης.
Φτώχεια, μοναξιά, αρρώστιες που μόνος σου αντιμετωπίζεις, δεν κάνουν το θάνατο μια σωτήρια διεξοδο και ταυτόχρονα μια πλουσιοπάροχη ανταμοιβή;
Εγώ απαντάω ναι.
Όταν η ζωή είναι μια εγκατάλειψη, ένα ξεγέλασμα, μια λοιδωρία, μια ταλαιπωρία, ένας δρόμος στρωμένος μόνο με αγκάθια χωρίς ούτε ένα τριαντάφυλλο, μια απόρριψη, τότε ένα πανδοχείο δεν είναι το τέλος όλων αυτών; Δεν είναι ένα αγαθό μετά από τόσα άσχημα;
Εγώ νομίζω ακόμα ότι πρέπει να επιδιώκουν οι άνθρωποι μια τέτοια ζωή. Κοπιώδη. Τα αγαθά κόποις κτώνται. Ποιος κερδίζει κάτι αν δεν κοπιάσει για την απόκτησή του, αν δεν δώσει το ανάλογο αντάλλαγμα γι αυτό;
Μια ζωή για ένα θάνατο δεν είναι δίκαιη ανταλλαγή;
Θέλει πολύν πόνο και μεγάλες θυσίες η κατάκτηση της ευτυχίας. Και όσο περισσότερο κοπιάζεις γι αυτήν-για το θάνατο-, τόσο μεγαλύτερη δεν θα είναι και η απολαυσή της όταν έρθει;
Σκέψου Φώτη πώς νιώθεις όταν αναρρώνεις από μακριά ασθένεια. Δεν είσαι αλαφρός σαν πουλί; Και φαντάσου όλα αυτά που πέρασες στο κρεβάτι του πόνου, πολλαλασιασμένα επί τόσες και τόσες φορές περισσότερο πόνο και δυστυχία-δε θα είναι αφάνταστα μεγαλύτερη τότε η χαρά και η ευωχία του θανάτου; Και μάλιστα παντοτινή πια;
Και μετά από τη ζωή δεν είναι που έρχεται ο θάνατος; 
Όλα δεν ισορροπούν τελικά στον κόσμο;
Γλυκύτερος δεν είναι ο ύπνος μετά από κούραση παρά από μια μέρα τεμπελιάς;
Θυμήσου το ανέκδοτο για κείνον που τα παπούτσια του τον έκοβαν μα δεν τα άλλαζε γιατί όταν πήγαινε στο σπίτι και τα έβγαζε θα ένιωθε ευτυχής! Ο θάνατος δεν είναι το σπίτι του ανθρώπου  μετά την περιπλάνηση της ημέρας-ζωής;