Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2016

ΑΥΤΟΧΕΙΡΑΣ
(συνέχεια)

ΕΡΙ

Ω! Δεν υπάρχει για μένα ερωτική απογοήτευση. Όταν ερωτευτώ μια πόρνη, και αυτό συμβαίνει πολύ συχνά, δε χολοσκάζω, ούτε αρχίζω τις πολιορκίες και τα κομπλιμέντα. Της λέω: «κυρά μου θέλω να παίξω μια παρτίδα έρωτα μαζί σου και σου δίνω γι αυτό τόσα χρήματα. Συμφωνείς;» Αν πει ναι καλώς, αλλιώτικα σειρά έχει η επόμενη. Είναι τόσο πολλές οι πόρνες που μου αρέσουν, ώστε δεν έχει νόημα να αργοπορώ κολλημένος σε μίαν από αυτές.

Η ερώτησή σας όμως έχει λόγο-μερικοί πράγματι αυτοκτονούν για τον έρωτα. Αλλά όχι για τον έρωτα μιας γυναίκας, αλλά γιατί ένας έρωτας, οποιοσδήποτε έρωτας, τους αποκαλύπτει τη γύμνια, τη δυστυχία, την αδυναμία του, το τίποτα.

Μα εγώ δεν περίμενα αυτόν για να μάθω.



ΦΕΛ

Όμως κύριε Μόρισον μιλήσατε για πόρνες. Μόνο με πόρνες κάνετε έρωτα εσείς;



ΕΡΙ

Υπάρχει και άλλο είδος γυναικών;



ΦΕΛ

Δεν υπάρχουν και αξιοπρεπείς κυρίες;



ΕΡΙ

Αυτές δεν πουλιούνται;



ΦΕΛ

Νομίζετε;



ΕΡΙ

Ό,τι και να νομίζω και ό,τι και να νομίζετε κυρία, στη γη, στον πλανήτη της συναλλαγής, δε σας φαίνεται απίθανο να υπήρχε μία εξαίρεση του κανόνα και αυτή μάλιστα η εξαίρεση να ήταν εκείνη ακριβώς μέσα στις αμέτρητες συνιστώσες του, που θα ικανοποιούσε την ιδέα που έχετε για τις «αξιοπρεπείς» κυρίες σας;.. Για χάρη σας όμως, στη συζήτησή μας θα πάψω να αναφέρομαι στους θηλυκούς ανθρώπους σαν σε πόρνες και θα τις μνημονεύω με τη διαφορετικότητα του φύλου τους: γυναίκες.



ΦΕΛ

(εμφανώς δίνοντας τόπο στην οργή της)

Έχω ξανακούσει αυτή τη θεωρία… Μα πέστε μου, τα οικονομικά σας βρίσκονται σε καλή κατάσταση;



ΕΡΙ

Καλλίτερα δεν θα μπορούσε να είναι. Και κυριολεκτώ. Πάντοτε είχα όσα χρήματα μου αρκούσαν για να εξοφλώ το νοίκι μου, να αγοράζω τα τρόφιμά μου και να πληρώνω τις ερωτικές μου συντρόφους. Να ικανοποιώ δηλαδή τις ανάγκες της ζωής. Ποτέ περισσότερα, ενίοτε λιγότερα… Μα φαίνομαι σαν κάποιος που θα αυτοκτονούσε από έλλειψη χρημάτων;



ΦΕΛ

Πράγματι όχι. Δείχνετε αυτάρκης.



ΕΡΙ

Και είμαι.



ΦΕΛ

Δεν με βοηθάτε όμως να διαγνώσω την αιτία της πράξης που μελετάτε να κάνετε.



ΕΡΙ

Σας είπα ότι τίποτε δεν υπάρχει να με κρατάει στη ζωή. Πώς αλλιώς να το ’λεγα;



ΦΕΛ

Έχετε συγγενείς-γονείς, αδέλφια κύριε Μόρισον;-όλο σας ρωτώ, μα δικαιολογείστε με-πρέπει να βρω κάτι από όπου να πιαστώ…



ΕΡΙ

…για ν’ αρχίστε τη νουθεσία σας. Το καταλαβαίνω απολύτως, μη σας στενοχωρεί το πράγμα. Λοιπόν δεν έχω αδέρφια. Είχα δύο αλλά ήσαν φιλάσθενα-έχουν πεθάνει. Και οι γονείς μου έχουν πεθάνει από καιρό.



ΦΕΛ

Από τι πέθαναν τ’ αδέρφια σας;



ΕΡΙ

Καλά καλά κι εγώ δεν ξέρω. Ο αδερφός μου πέθανε στα δεκαπέντε χρόνια του όταν εγώ ήμουν έντεκα. Κάθε τόσο του έκαναν μετάγγιση αίματος και μόνον έτσι έζησε μέχρι τότε. Εγώ έδινα το αίμα κάθε φορά. Θυμάμαι μόνο τα γεγονότα της ημέρας που πέθανε. Είχα τελειώσει το σχολείο και γύριζα στο σπίτι. Έπρεπε να περάσω από ένα δρόμο όπου οι ένοικοι των σπιτιών του την ώρα εκείνη είχαν τελειώσει το μεσημεριανό τους φαγητό και κάθονταν σε καρέκλες έξω από τις πόρτες τους κουβεντιάζοντας και κουτσομπολεύοντας τους σπάνιους περαστικούς. Κάθε που περνούσα μόνος από κει, ένιωθα τις ματιές τους να φτάνουνε ως την ψυχή μου και άκουγα τις χαμηλόφωνες κουβέντες τους να τρυπάνε τ’ αυτιά μου μιλώντας για μένα. Αυτή η κατάσταση ήταν ένα μαρτύριο κάθε μέρα. Τη μέρα εκείνη μια ελπίδα έφεξε, όταν είδα να πηγαίνει κάμποσο μπροστά μου μόνος του ο αδερφός μου. Του φώναξα μια, δυο, μ’ άκουσε και γύρισε να με δει. «Περίμενε!» του φώναξα, βλέποντάς τονε σαν το στήριγμά μου για να διαβώ από τις συμπληγάδες της γειτονιάς εκείνης, που κάθε τόσο κλείνοντας κόβανε κομμάτια από την ψυχή μου. Τον έφτασα τρέχοντας. «Γιατί με φώναξες;» ρώτησε. «Για να πάμε μαζί στο σπίτι», του είπα λαχανιασμένος. «Γι αυτό με ήθελες;» είπε ενοχλημένος και συνέχισε μόνος του το δρόμο. Το βράδυ της μέρας εκείνης έφυγε απ’ αυτό τον κόσμο.

Η αδερφή μου πέθανε λίγα χρόνια μετά. Όλο αυτό το διάστημα έβηχε τρομερά. «Έχει αδύνατο οργανισμό», έλεγαν όλοι. Για να δυναμώσει της έδινα κάθε μέρα το μισό φαγητό μου. Η μέρα εκείνη ήταν η μέρα που της είχα δώσει να μου φυλάξει ένα τετράδιο με ποιήματά μου, γιατί έπρεπε να πάω κάπου. Όταν γύρισα και της ζήτησα το τετράδιο, «τις έκαψα τις βλακείες σου», μου είπε, δείχνοντάς μου τη σόμπα. Ήτανε το βράδυ εκείνης της ημέρας που πέθανε και η αδερφή μου.

Καμιά φορά λέω ότι πέθαναν εκείνοι για να ζήσω εγώ. Γιατί με τόσες αφαιμάξεις και με τόση νηστεία δεν θ’ άντεχα για πολύ ακόμα.



ΦΕΛ

Θα ήτανε μεγάλο σοκ για σας αφού από τις μέρες αυτές έχουν καταγραφεί στη μνήμη σας περιστατικά.



ΕΡΙ

Δε θα έλεγα ότι με τάραξαν-έβλεπα τα σημάδια, το περίμενα. Μα ήμουν μικρός βλέπετε…





ΦΕΛ

Δεν αγαπήσατε κάποια γυναίκα κύριε Μόρισον;
(συνέχεια)