Τρίτη, 2 Φεβρουαρίου 2016

Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)
Πολλά κοπάδια απόχτησε, βόδια, καμήλες , όνους.
Και δούλους κι υπηρέτριες.
XXXI
Και άκουσε ο Ιακώβ να λεν οι γιοί του Λάβαν
Όλα από τον πατέρα μας ο Ιακώβ τα πήρε
Κι είναι από τον πατέρα μας που πλούσιος έχει γίνει.
Και είδε και το φέρσιμο πως άλλαζε του Λάβαν
Κι απέναντί του πως αυτός δεν ήταν όπως πρώτα.
Κι ο Κύριος είπε στον Ιακώβ: Γύρισε στη γενιά σου
Στον τόπο του πατέρα σου. Κι εγώ θα ’μαι μαζί σου.
Και τη Ραχήλ ο Ιακώβ έστειλε και τη Λεία
Να πα’ να του φωνάξουνε που ήταν στην πεδιάδα
Εκεί που ’χαν τα πρόβατα. Και, βλέπω εγώ, τους είπε,
Πως φέρεται ο πατέρας σας αλλιώς τώρα σε μένα
Κι όχι όπως πριν μου φέρονταν. Μα ο θεός μαζί μου
Ήτανε του πατέρα μου. Ξέρετε σεις οι ίδιες
Ότι εδούλεψα γι αυτόν με όλη την ψυχή μου.
Μα όμως ο πατέρας σας μ’ έχει εξαπατήσει
Κι έχει ως και το μισθόν αυτός των δέκα αρνιών αλλάξει.
Μα δεν τον άφησε ο θεός κακό σε με να κάμει.
Αν έλεγε, τα παρδαλά θα είναι ο μισθός σου,
Τότε τ’ αρνιά όλα παρδαλά θα ’ταν που θα γεννιόνταν.
Κι αν τ’ άσπρα μου ’δινε μισθό, όλα άσπρα θα γεννιόνταν.
Και πήρε απ’ τον πατέρα σας ο θεός τα ζώα όλα
Και μένα μου τα έδωσε. Και με τα μάτια μου είδα
Στον ύπνο μου τα πρόβατα που έγκυα εμέναν.
Κι οι τράγοι και τα κριάρια, να! που πάνω ανεβαίναν
Στις γίδες και στα πρόβατα, η σκούρες βούλες είχαν
Ή ήτανε πιτσιλωτοί, ή ήτανε ολάσπροι.
Και άγγελος θεού, Ιακώβ! μου είπε ενώ κοιμόμουν
Κι εγώ του είπα τί με θες; Κι αυτός, γύρνα, μου είπε
Το βλέμμα σου και κοίταξε τους τράγους και τα κριάρια
Στις γίδες και στα πρόβατα πάνω που ανεβαίνουν,
Που είναι λευκοί, πιτσιλωτοί, ή σκούρες βούλες έχουν.
Είδα όσα ο Λάβαν σου ’κανε. Και ο θεός εγώ ’μαι
Που φανερώθηκε σε σε, εκεί, στον θείο τόπο-
Εκεί που στήλη μου ’στησες και που μου προσευχήθης.
Τώρα λοιπόν από τη γη σήκω αυτήν και φύγε.
Στην πατρική σου τράβα γη κι εγώ θα ’μαι μαζί σου.
Και του απαντήσαν η Ραχήλ κι η Λεία και του είπαν:
Και μήπως στην κληρονομιά θα ’χαμε εμείς μερίδιο
Στο σπίτι του πατέρα μας; Σαν ξένες δεν μας βλέπει;
Γιατί αυτός μας πούλησε κι έφαγε τα λεφτά μας.
Κι όσον απ’ τον πατέρα μας πλούτο ό θεός επήρε
Ολόκληρος σε μας αυτός θα πάει και στα παιδιά μας.
Κάνε όπως σου ’πε ο θεός. Κι ο Ιακώβ σηκώθη
Και στις καμήλες έβαλε γυναίκες και παιδιά του
Και πήρε όλα τα πράγματα και τα υπάρχοντα του
Εκείνα που απόκτησε στη Μεσοποταμία
Και όλα όσα ανήκανε σ’ αυτόνε και κινάει
Προς του πατέρα του Ισαάκ, στη γη Χαναάν να πάει.
Τα πρόβατά του είχε πάει ο Λαβαν να κουρέψει.
Και φεύγοντας του έκλεψε η Ραχήλ τα είδωλα του.
Κι από τον Λαβαν το ’κρυψε ο Ιακώβ, το Σύρο,
Και δεν τον πληροφόρησε πως πρόκειται να φύγει.
Κι έφυγε αυτός με όλα του, πέρασε το ποτάμι
(συνέχεια)