Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2016

Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)
Κι είπε σε κείνους ο Εμμώρ, πως ο Συχέμ, ο γιός του
Την αγαπάει την κόρη τους. Γυναίκα δώστε τή του
Και να συμπεθεριάσουμε: τις κόρες τις δικές σας
Οι γιοί μας να παντρεύονται, κι οι κόρες μας τους γιους σας.
Κι εσείς εδώ να μείνετε. Χώρα έχουμε μεγάλη.
Μείνετε κι εμπορεύεστε και χτήματα αγοράστε.
Και παρακάλεσε ο Συχέμ της κόρης τον πατέρα
Και είπε και στ’ αδέρφια της: τη χάρη κάνετέ μου
Κι ότι ζητήστε το ’χετε. Την προίκα μεγαλώστε
Και θα σας τήνε δώσω εγώ. Μόνο την κόρη αυτήνε
Δώστε τη για γυναίκα μου.
ΧΧΧIV13
Και στον πατέρα του Εμμώρ και στον Συχέμ, με δόλο
Αποκριθήκαν του Ιακώβ οι γιοί, γιατί εκείνοι
Την αδερφή τους ντρόπιασαν. Κι οι αδερφοί της Δείνας
Ο Συμεών και ο Λευεί, τους είπαν: δεν μπορούμε
Το πράγμα αυτό να κάνουμε-κάποιον στην αδερφή μας
Να δώσουμε απερίτμητον. Για μας αυτό ντροπή ’ναι.
Όμοιοι με σας θα γίνουμε κι εδώ θα κατοικούμε
Μόνο αν κι εσείς, όπως κι εμείς, σε κάθε αρσενικό σας
Θα κάνετε περιτομή. Τότε και τις δικές μας   
Τις κόρες θα σας δώσουμε, και τις δικές σας τότε
Γυναίκες μας θα κάνουμε και εδώ θα κατοικούμε
Και γένος ένα θα ’μαστε. Και αν δε συμφωνείτε
Να κάνετε περιτομή, εμείς τη Δείνα τότε
Την παίρνουμε και φεύγουμε. Κι αυτά τα λόγια αρέσαν
Και στον Εμμώρ και στον Συχέμ, το γιό του. Και ο νέος
Πράξη δεν άργησε αυτά τα λόγια να τα κάνει,
Γιατί πολύ του άρεσε του Ιακώβ η κόρη
Κι ήταν ο δυνατότερος στο πατρικό το σπίτι.
Και πήγανε Συχέμ κι Εμμώρ στης πόλης τους την πύλη
Και προς τους άντρες μίλησαν αυτής της πόλης κι είπαν:
Ειρηνικοί ’ν’ οι άνθρωποι αυτοί. Λοιπόν ας μείνουν
Μαζί με μας στη χώρα αυτή κι ας τριγυρνούν εντός της.
Είναι μεγάλη αυτή η γη. Κι ας πάρουμε γυναίκες
Τις θυγατέρες τους εμείς και κείνοι τις δικές μας.
Όμως θα γίνουνε με μας όμοιοι αυτοί οι ανθρώποι
Ώστε με μας να μείνουνε και λαός να είμαστ’ ένας,
Μόνον αν κάθε αρσενικό περιτμηθεί, δικό μας,
Όπως και κείνοι κάνουνε για κάθε αρσενικό τους.
Τα ζώα, τετράποδα και μη, και τα υπάρχοντα τους
Σε μας τότε θ’ ανήκουνε. Μονο ας περιτμηθούμε
Κι αυτοί θα κάτσουνε με μας. Και τον Συχέμ το γιο του
Και τον Εμμώρ, τους άκουσαν οι άντρες που στην πύλη
Αυτής της πόλης βρέθηκαν, κι όλοι περιτμηθήκαν.
ΧΧΧΙV25
Κι  όταν αυτοί πονούσανε, την τρίτη την ημέρα,
Τα δυο  παιδιά του  Ιακώβ  εμπήκανε  στην  πόλη-
ο Συμεών και  ο Λευί, οι  αδερφοί  της Δείνας-
Και κει με το μαχαίρι  τους, χωρίς να κινδυνέψουν,
Σκοτώσαν κάθε αρσενικό. Εσκότωσαν ακόμα
Και τον Εμμώρ και τον Συχέμ. Και  πήρανε τη Δείνα
Από  το σπίτι  του Συχέμ, και  φύγαν. Και  στην πόλη
(συνέχεια)