Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2016

Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
 (συνέχεια)
ΧΧΧΙΙ24
Κι έμεινε μόνος ο Ιακώβ. Κι ενάντιά του κάποιος
Πάλευε μέχρι το πρωί. Κι είδε πως δε νικούσε
Και το μηρό του ακούμπησε στο μέρος το πλατύ του
Και του Ιακώβ εμούδιασε το μέρος όλο εκείνο
Ενώ ακόμα επάλευε. Και του ’πε, άφησέ με
Γιατί ήρθε το ξημέρωμα. Κ ι ο Ιακώβ του είπε
Να φύγεις δε σ’ αφήνω εγώ, αν πριν δεν μ’ ευλογήσεις.
Και τόνε ρώτησ’ ο άνθρωπος: ποιο είναι τ’ όνομά σου;
Και είπε κείνος: Ιακώβ. Και, από δω και πέρα
Δε θα σε λένε Ιακώβ, μα Ισραήλ, του είπε,
Γιατί γερός με το θεό παλεύοντας εδείχτης.
Και δυνατός ανάμεσα θα ’σαι και στους ανθρώπους.
Και ρώτησε ο Ιακώβ: ποιό είναι τ’ όνομά σου;
Και του ’πε αυτός: γιατί ρωτάς ποιό είναι τ’ όνομά μου;
Και τότε τον ευλόγησε. Κι ο Ιακώβ τον είπε
Τον τόπο "θεού Φανέρωμα γιατί, εδώ πέρα, είπε,
Του θεού είδα το πρόσωπο χωρίς και να πεθάνω.
Και όταν έφευγε από κει, τότε ο ήλιος βγήκε.
Κι ο Ιακώβ εκούτσαινε. Γι αυτό οι Ισραηλίτες
Δεν τρώνε μέχρι σήμερα το νεύρο που εναρκώθη
Και που στο μέρος του μηρού βρίσκεται το πλατύ του,
Γιατί ο θεός του Ιακώβ το νεύρο του είχε αγγίσει
Αυτού του μέρους του μηρού-εκείνο που εναρκώθη.
XXXIII
Κι ο Ιακώβ εσήκωσε τα μάτια του και είδε.
Και να που ερχόταν προς αυτόν ο Ησαύ ο αδερφός του
Και που μαζί του έφερνε και τετρακόσους άντρες.
Και στη Ραχήλ ο Ιακώβ μοίρασε, και στη Λεία,
Και στις δυο δούλες τα παιδιά. Κι έβαλε τις δυο δούλες
Και τα δικά τους τα παιδιά μπροστά, μετά τη Λεία
Με τα παιδιά της, και μετά έβαλε τελευταίους
Ραχήλ και Ιωσήφ. Κι αυτός μπροστά επήγε απ’ όλους.
Κι εφτά φορές προσκύνησε βαθιά μέχρι το χώμα
Ενώ πλησίαζε ο Ησαύ. Και τρέχοντας επήγε
Και τον αγκάλιασε ο Ησαύ κι έπεσε στο λαιμό του
Και όλο τόνε φίλαγε. Και κλάψανε κι οι δυο τους.
Και σήκωσε τα μάτια του και τις γυναίκες είδε,
Και τα παιδιά είδε ο Ησαύ. Κι είπε, αυτά τί είναι;
Κι είπε, αυτά είναι τα παιδιά που έχω αποχτήσει
Γιατί το θέλησε ο θεός. Κι οι δούλες πλησιάσαν
Και προσκυνήσαν τον Ησαύ μαζί με τα παιδιά τους.
Κι η Λεία επλησίασε μαζί με τα παιδιά της
Και τον προσκύνησε κι αυτή. Κι ύστερα προσκύνησαν
Και η Ραχήλ με τον Ιωσήφ. Και ο Ησαύ: τι είναι
Όλα τα ζώα, είπε αυτά που έχω συναντήσει;
Κι είπ’ ο Ιακώβ, αυτά εγώ σε σένανε τα δίνω
Ώστε καλά να με δεχτείς. Και ο Ησαύ του είπε,
Έχω πολλά εγώ αδερφέ, κράτα τα τα δικά σου.
Κι ο Ιακώβ: αφού εσύ με δέχτηκες μ’ ευμένεια
Δέξου από τα χέρια μου τα δώρα που σου δίνω.
Γιατί έτσι που με δέχτηκες, είδα το πρόσωπό σου
(συνέχεια)